Ο Ρολάντ και η Κορίν Νουράντ, ένα όχι και τόσο ταιριαστό ζευγάρι μπουρζουαζών -αμφότεροι έχουν εξωσυζυγικό δεσμό και σκοπεύουν να δολοφονήσουν ο ένας τον άλλον-, αποφασίζουν να πάνε μια εκδρομή στην εξοχή… με απώτερο σκοπό να εξασφαλίσουν την περιουσία του πατέρα της Κορίν. Αυτό που μοιάζει ιδεατό και ξεκούραστο, θα καταλήξει σε ένα ατελείωτο εφιαλτικό χάος.

Σκηνοθεσία:

Jean-Luc Godard

Κύριοι Ρόλοι:

Mireille Darc … Corinne Durand

Jean Yanne … Roland Durand

Paul Gagauff … ο πιανίστας

Jean-Pierre Leaud … Saint-Just

Jean-Pierre Kalfon … αρχηγός του FLSO

Yves Beneyton … μέλος του FLSO

Anne Wiazemsky … μέλος του FLSO

Valerie Lagrange … μέλος του FLSO

Juliet Berto … μέλος του FLSO

Daniel Pommereulle … Joseph Balsamo

Yves Afonso … Gros Poucet

Jean Eustache … άντρας σε ωτοστόπ

Laszlo Szabo … ο Άραβας

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Jean-Luc Godard

Παραγωγή: Raymond Danon

Μουσική: Antoine Duhamel

Φωτογραφία: Raoul Coutard

Μοντάζ: Agnes Guillemot

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Week-end
  • Ελληνικός Τίτλος: Ένα Σαββατοκύριακο
  • Διεθνής Τίτλος: Weekend
  • Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Γουήκ-εντ [επανέκδοσης]
  • Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Γουίκεντ [φεστιβάλ]

Άμεσοι Σύνδεσμοι

  • Το Μεγάλο Μποτιλιάρισμα (1979)

Σεναριακή Πηγή

  • Διήγημα: La Autopista del Sur του Julio Cortazar.

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βερολίνου.

Παραλειπόμενα

  • Η ταινία πέτυχε να συγκριθεί με την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, τις ταινίες του Τζέιμς Μποντ και τα έργα του μαρκησίου de Sade!
  • Σύμφωνα με τον διάσημο αργεντινό συγγραφέα Julio Cortazar, ο Godard πήρε την ιδέα από ένα τρίτο πρόσωπο, αγνοώντας ότι αυτή βασίζονταν στο έργο του. Την ίδια μάλιστα εποχή, ετοιμάζονταν να γίνει ταινία στη Μεγάλη Βρετανία.
  • Για να στηθεί κινηματογραφικά το 300ων μέτρων μποτιλιάρισμα χρειάστηκε προεργασία μίας εβδομάδας, ώστε να βρεθεί το πού θα κινηθούν οι κάμερες. Το γύρισμα της όμως ολοκληρώθηκε μέσα στην ίδια ημέρα.
  • Έσχατη ταινία του Godard πριν ασπαστεί -και- επίσημα τον μαρξισμό-λενινισμό.
  • Ο Luigi Comencini διασκεύασε κι αυτός το 1979 το διήγημα του Julio Cortazar, με τους Alberto Sordi, Annie Girardot, Fernando Rey, Marcello Mastroianni, Stefania Sandrelli, Ugo Tognazzi, Miou-Miou και Gerard Depardieu. Ο τίτλος ήταν Το Μεγάλο Μποτιλιάρισμα (L’Ingorgo).

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το τραγούδι που ερμηνεύει ο Jean-Pierre Leaud είναι το Allo, Tu m’Entends? του Guy Beart.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 16/3/2023

Η ρήξη του Godard με τις κινηματογραφικές συμβάσεις ήταν απαραίτητο συστατικό κάθε ταινίας του ήδη από το «Με Κομμένη την Ανάσα». Ποτέ όμως μέχρι τότε δεν υπήρξε τόσο επιθετικός και αγριεμένος απέναντι στους πολέμιους του αξιακού του συστήματος εν γένει, όχι μονάχα των πολιτικών του πεποιθήσεων. Σίγουρα θυμάται κανείς με πόση ειρωνεία και απέχθεια αντιμετωπίζει τις αμερικάνικες φιγούρες των ιστοριών του στην «Περιφρόνηση» και τον «Τρελό Πιερό», εδώ όμως πάει πέρα από τα απλά συναισθήματα και συνθέτει κάτι που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με οπτικό μανιφέστο ενάντια σε μια εγχώρια μπουρζουαζία που τότε απολάμβανε την ηρεμία πριν την καταιγίδα (το έτος είναι 1967).

Ο ρομαντισμός που χαρακτήριζε το μεγαλύτερο κομμάτι της φιλμογραφίας του αποκαλούμενου ως «Πάπα της Νουβέλ Βαγκ» έχει εκπαραθυρωθεί και τη θέση του έχει πάρει μια ανελέητα καυστική ματιά που σκοπό έχει να ξεγυμνώσει εντελώς μπροστά στα μάτια του θεατή τη γαλλική αστική τάξη (όχι μονάχα εκείνης της εποχής), καθιστώντας έκθετη όλη τη μισανθρωπία, μικρότητα, μισαλλοδοξία και φαυλότητά της. Πάνω στη λογική της αποδόμησης οποιουδήποτε στοιχείου παραπέμπει στην τότε καθεστηκυία κανονικότητα, μέχρι και η ίδια η πλοκή ακολουθεί μια άναρχη πορεία επεισοδιακού τύπου, ενώ ο χρόνος λειτουργεί με μια ρευστότητα που επιτρέπει μέχρι και το παρελθόν να εμφανιστεί στο παρόν (τα περάσματα των Louis Antoine de Saint-Just κι Emily Bronte που εκπροσωπούν την πολιτική και την καλλιτεχνική σκέψη που το αλλοτριωμένο πρωταγωνιστικό ζευγάρι έχει πετάξει στον κάλαθο των αχρήστων).

Το «Γουικέντ» δεν έχει σκοπό να γίνει ευχάριστο, να απογειώσει μέσω της εξιδανίκευσης, να τα έχει καλά με όλους. Θέτει δύσκολα ερωτήματα τα οποία διαθέτουν εξαιρετικά επώδυνες απαντήσεις. Εντοπίζει την ουσία της προβληματικής του στις πλέον άσχημες εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης, οι οποίες σύμφωνα με τον συλλογισμό του είναι και αυτές που ενδυναμώνονται περισσότερο εντός του σύγχρονου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης. Ακόμη και το σεξ μέσα σε αυτά τα πλαίσια είναι αηδιαστικό, μια έκφραση εξουσιαστικής επιβολής του ισχυρού απέναντι στον αδύναμο ή ένα ακόμη συνάλλαγμα για τη ρύθμιση των διαπροσωπικών σχέσεων. Η βία είναι η νόρμα και η ατέρμονη επανάληψή της μέσα στην καθημερινότητα τη μετατρέπει σε μπαναλιτέ (τα αμέτρητα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα), οδηγώντας έτσι αναπόφευκτα στην αποκτήνωση. Η φράση «ο τρόμος της μπουρζουαζίας μπορεί να ξεπεραστεί μονάχα με περισσότερο τρόμο» συνοψίζει και την τοποθέτηση του Godard σχετικά με το πώς βρίσκεται επίλυση στο αδιέξοδο.

Αποτελεί παράλειψη το ότι σε αυτήν τη διεξοδική ανάλυση του κοινωνικού γίγνεσθαι της χώρας του ο Godard δεν βάζει να παρελαύνουν μπροστά από τον φακό και όσοι λαμβάνουν τις μεγάλες αποφάσεις; Όχι, είναι ξεκάθαρη δήλωση. Η πηγή του προβλήματος βρίσκεται στους «από κάτω» που νομιμοποιούν την επικρατούσα κατάσταση, μιμούμενοι γελοιωδώς τους δυνάστες τους κι επιδιώκοντας τη δυστυχία ή ακόμη και τη φυσική εξόντωση των ομοταγών τους. Οι πλέον αφυπνισμένοι ταξικά φαίνεται να είναι οι προερχόμενοι από τις πρώην αποικίες μετανάστες, γιατί αυτοί υπήρξαν και οι αποδέκτες του πιο σκληρού ιμπεριαλιστικού προσώπου του κυρίαρχου συστήματος. Και με το ιδιαίτερα άγριο φινάλε έρχεται κι ένα τελικό κλείσιμο του ματιού, ότι η υπονόμευση και το οριστικό τέλος αυτής της συνθήκης μπορεί τελικά να έρθει εκ των έσω. Ανεξάρτητα από το αν η κατακλείδα αυτή υπήρξε σε ιστορικό επίπεδο προφητική ή όχι, το σίγουρο είναι πως στα λεπτά που έχουν προηγηθεί έχει ξεδιπλωθεί επί της οθόνης ένα σινεμά που βομβαρδίζει ανελέητα τη συνείδηση, που δεν φοβάται να συγκρουστεί κατά μέτωπο με το παλιό σε κάθε πεδίο και που χαρακτηρίζεται από έναν πολιτικό και φιλοσοφικό ειρμό τέτοιας εμβέλειας που χάραξε εν κατακλείδι νέους δρόμους για το μέσο. Από το «Γουίκεντ» απουσιάζουν η σαγήνη μιας Brigitte Bardot ή ο αέρας ενός Jean-Paul Belmondo, γι’ αυτό ίσως και μοιάζει καταδικασμένο να μνημονεύεται λιγότερο από τις μάζες. Ίσως όμως αυτή η απουσία μιας λάμψης στη «βιτρίνα» είναι απαραίτητη εδώ για την επικοινωνία νοημάτων που πρέπει να ειπωθούν «μια κι έξω».

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

27 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *