Ενώ στην τηλεόραση ξεχωρίζει το παγκόσμιο κύπελο ποδοσφαίρου, στους δρόμους του Κουτάισι, μιας γεωργιανής πόλης, γεννιέται ένας έρωτας με την πρώτη ματιά. “Θύμα” του η νεαρή φαρμακοποιός Λίζα και ο εξίσου με εκείνην ντροπαλός ποδοσφαιριστής Γκιόργκι, που ξεχνάνε ακόμα και να ρωτήσουν ο ένας το όνομα του άλλου. Κι ενώ κανονίζουν να βρεθούν την επόμενη ημέρα, δεν γνωρίζουν ότι ένα “κακό μάτι” έχει βάλει στο στόχαστρο τον έρωτα τους. Υπάρχει πάντα πιθανότητα, ακόμα και να μπορέσουν να βρεθούν ξανά, να μη θυμάται ο ένας τον άλλον… 

Σκηνοθεσία:

Aleksandre Koberidze

Κύριοι Ρόλοι:

Giorgi Ambroladze … Giorgi

Oliko Barbakadze … Lisa

Vakhtang Panchulidze … το αφεντικό της Lisa

Giorgi Bochorishvili … Giorgi (αρχικός)

Ani Karseladze … Lisa (αρχική)

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Aleksandre Koberidze

Παραγωγή: Mariam Shatberashvili

Μουσική: Giorgi Koberidze

Φωτογραφία: Faraz Fesharaki

Μοντάζ: Aleksandre Koberidze

Σκηνικά: Maka Jebirashvili

Κοστούμια: Nino Zautashvili

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Ras Vkhedavt, Rodesac cas Vukurebt?
  • Ελληνικός Τίτλος: Τι Βλέπουμε Όταν Κοιτάμε τον Ουρανό;
  • Διεθνής Τίτλος: What Do We See When We Look at the Sky?

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βερολίνου. Βραβείο FIPRESCI.
  • Βραβείο σεναρίου στο φεστιβάλ του Σικάγο.
  • Βραβείο σεναρίου στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Παραλειπόμενα

  • Αμφότερες οι ερμηνεύτριες της Λίζα κάνουν ντεμπούτο στο σινεμά.

Κριτικός: Ορέστης Μαλτέζος

Έκδοση Κειμένου: 13/1/2022

«Θα προτιμούσα ο κόσμος να νιώσει μια ταινία προτού την κατανοήσει» είχε πει ο σπουδαίος Robert Bresson. Μπαίνοντας στο σινεμά χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα τού τι θα παρακολουθήσω, χρειάστηκε να περάσουν τέσσερα μισάωρα στα οποία κοίταζα την οθόνη προσπαθώντας να οριοθετήσω αυτά που έβλεπα με πραγματιστικούς όρους μιας κάποιας λογικής, ανήμπορος παράλληλα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Μόνο στην τελική ευθεία για το φινάλε -την οποία περισσότερο τη διαισθάνθηκα παρά την αντιλήφθηκα από την πορεία της ιστορίας- ένιωσα ότι αυτό που βλέπω υποτάσσεται στους αφηρημένους κανόνες του συναισθήματος και διαποτίζει σαν υγρασία το είναι σου για να σε κάνει τελείως μούσκεμα χωρίς καν να το καταλάβεις.

Η κεντρική ιδέα της ιστορίας αφορά δύο αγνώστους που συναντιούνται τυχαία και ερωτεύονται κεραυνοβόλα, αλλά μια κατάρα επεμβαίνει και τους αλλάζει τη μορφή με αποτέλεσμα να μην μπορεί ο ένας να αναγνωρίσει τον άλλον. Αυτό βέβαια, όπως και οτιδήποτε άλλο στην ταινία, δεν παρουσιάζεται με συμβατικούς τρόπους αφήγησης, αφού αυτή η απλή φαντασιακή συνθήκη, παρότι μοιάζει να έχει βγει από κάποιον μύθο ή παραβολή, δεν ανταποκρίνεται με κάποια νοητική σύνδεση σε είδη, ιστορίες ή αναφορές που συνειρμικά θα μπορούσαν να σου δώσουν ένα μονοπάτι για να ακολουθήσεις.

Η οθόνη βρίθει από ετερόκλητα στοιχεία που μπορεί να έχουν σημασία, μπορεί και όχι, καταργώντας ακόμα και τη μοντέρνα -με την ιστορική έννοια- προσέγγιση της κάμερας-παρατηρητή που σκοπό έχει να συνθέσει ένα ευρύτερο περιβάλλον γύρω από την ιστορία, με τον σκηνοθέτη να ξεπερνά κάθε προηγούμενο όριο με την προσέγγισή του.

Ακόμα και η αφήγηση του ίδιου του Koberidze που ντύνει τα πλάνα του, δεν καθοδηγεί ούτε νουθετεί τη σκέψη σου πάνω σε όσα βλέπεις. Συχνά δε, επικεντρώνεται πάνω στα πιο ασήμαντα πράγματα που μπορεί να καταλαμβάνουν ένα ελάχιστο μέρος του κάδρου, σαν να θέλει περισσότερο από το να κερδίσει την προσοχή σου να σε βάλει στη θέση του και να μοιραστεί έστω σε κάποιο μικρό βαθμό την αξία της προσοχής που δικαιούνται όλα τα μικροσκοπικά πράγματα που συνθέτουν το θαυμαστό της καθημερινότητας, τα στοιχεία που μέσα στη συνήθειά μας τείνουμε να αγνοούμε.

Το στιλ της ταινίας είναι εξίσου αντικρουόμενο. Πλανοθεσίες υψηλής οπτικής απόλαυσης εναλλάσσονται σκοπίμως με άλλες σαφώς αντίθετης εντύπωσης, ενώ η διάρκειά τους είναι κάθε φορά τόση όσο κρίνει ο Koberidze ότι χρειάζεται για να σου προκαλέσει την επιθυμητή αίσθηση. Οι μόνοι κανόνες τους οποίους ακολουθεί, είναι οι κανόνες της ψυχής του, κι αυτό εξ ορισμού καθιστά την ταινία εντελώς απρόβλεπτη, σε καμία περίπτωση όμως ασυνάρτητη, φανερώνοντας ότι ο Koberidze είναι γνήσιος καλλιτέχνης και δεν επιδίδεται σε κάποια ματαιόδοξη φιλαρέσκεια.

Στον επίδοξο θεατή, μόνο για ένα πράγμα μπορώ να τον προειδοποιήσω. Σε επίπεδο πλοκής, η ταινία δεν προσφέρει ιδιαίτερα πράγματα και όποιος σχηματίσει την εντύπωση ότι θα παρακολουθήσει μαγικό ρεαλισμό, μπορεί και να νιώσει εξαπατημένος. Αν όμως έχει τις προσλαμβάνουσές του ανοιχτές, θα βρεθεί μπροστά σε κάτι μεγαλειώδες. Κι ας μην καταφέρει έπειτα να εξηγήσει το γιατί ούτε στον ίδιο του τον εαυτό.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

9 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.