Εάν το Παρίσι είναι η πόλη των ερωτευμένων, είναι επίσης και η πόλη των πρώην! Ο Αντουάν δεν τολμά δεν τολμάει πια να εμπλακεί με κανέναν, ο Ντιντιέ μετανιώνει για τον χωρισμό με την πρώην σύζυγο του, ο Λοράν είναι υποχρεωμένος να γιορτάσει τον γάμο της πρώην του, της Ζουλί, ο Σερζ είναι σε διαμάχη με τη Λιζ, την πρώην της τωρινής του κοπέλας, ενώ ο Γκρεγκ βρίσκει παρηγοριά με τον σκύλο της πρώην του. Διάφοροι χαρακτήρες που θα συνδεθούν με μια ευχάριστη αταξία, και που μπορεί να γνωρίσουν εκ νέου τον έρωτα. Αλλά με ποιον;

Σκηνοθεσία:

Maurice Barthelemy

Κύριοι Ρόλοι:

Jean-Paul Rouve … Antoine

Patrick Chesnais … Didier

Arnaud Ducret … Laurent

Baptiste Lecaplain … Greg

Stefi Celma … Julie

Judith El Zein … Audrey

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Maurice Barthelemy

Παραγωγή: Clement Miserez, Alain Terzian, Matthieu Warter

Μουσική: Philippe Morino

Φωτογραφία: Laurent Machuel

Μοντάζ: Julien Leloup

Σκηνικά: Riton Dupire-Clement

Κοστούμια: Karen Muller Serreau

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Les Ex

Ελληνικός Τίτλος: Οι Πρώην

Διεθνής Τίτλος: The Exes

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 5/9/2017

Ο βομβαρδισμός από την εγχώρια διανομή αναλώσιμων γαλλικών κομεντί συνεχίζεται ακάθεκτος. Εδώ, με όλη αυτήν την πλειάδα χαρακτήρων και ιστοριών θυμάται κανείς το προβεβλημένο εντός της ίδιας χρονιάς στις δικές μας αίθουσες που είχε ένα εξίσου μεγάλο πλήθος ηρώων “C`est Quoi Cette Famille?!”, μόνο που με όλα τα προβλήματα που μάστιζαν και το συγκεκριμένο φιλμ, υπήρχε κάτι το χαριτωμένο και καλοκάγαθο στην ατμόσφαιρά του που τουλάχιστον το διέσωζε από την απόλυτη αποτυχία.

Στο “Les Ex” δεν υπάρχει ούτε αυτό και όσο καλή διάθεση να έχει κάποιος για να βρει κάποια στοιχεία που θα τον έκαναν να ισχυριστεί ότι τουλάχιστον πέρασε ευχάριστα, με το ζόρι θα εντοπίσει λυτρωτικές στιγμές γέλιου ή άλλες αρετές που να καθιστούν το θέαμα πιο παρακολουθήσιμο. Κανένας χαρακτήρας δεν αφήνει κάποιο ιδιαίτερο προσωπικό στίγμα, καθιστώντας δύσκολο να ακολουθήσει κάποιος με ενδιαφέρον την πορεία τους μέσα στην πλοκή, για ουσιαστική ανάπτυξη και μεταβολή τους δε ούτε λόγος. Υπάρχουν κάποιες χαριτωμένες στιγμές και κάποια διασκεδαστικά κωμικά στιγμιότυπα, μετρημένα ωστόσο με το σταγονόμετρο, λίγα για να νοστιμέψουν επαρκώς το τελικό αποτέλεσμα. Σε κάποιες από τις ιστορίες μάλιστα δε συμβαίνει σχεδόν τίποτα, με πιο προφανές παράδειγμα αυτή στην οποία ο επίσης σκηνοθέτης και σεναριογράφος του φιλμ  Maurice Barthelemy προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τη σκληροτράχηλη και αυστηρή πρώην της συντρόφου του, κατά τη διάρκεια της οποίας λαμβάνει χώρα μόλις ένα περιστατικό που μπορεί να ειπωθεί ότι κινητοποιεί μια εξέλιξη στην υπόθεση. Ενδεικτικό του πόσο πρόχειρο είναι το παραγόμενο προϊόν είναι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται τις πιο δραματικές στιγμές του, εντελώς τσαπατσούλικος, σαν μια πινελιά της τελευταίας στιγμής προκειμένου να εκβιαστεί κάποιο επιπρόσθετο ενδιαφέρον. Το χειρότερο είναι πως ο Barthelemy ενίοτε σπάει κι εντελώς άγαρμπη πλάκα με τις πιο τραγικές προεκτάσεις της πλοκής του σε μια αποτυχημένη απόπειρα μαύρου χιούμορ, όπως όταν ένας εκ των ηρώων θρηνεί με αστείο τρόπο για το χαμό της πρώην του κλαίγοντας υπερβολικά κι αναπολώντας τις σεξουαλικές πρακτικές που εφάρμοζαν μαζί. Ο τρόπος με τον οποίο αποπερατώνει την προσπάθεια αυτή, επειδή δεν είναι Alexander Mackendrick ή έστω Danny Boyle στις καλές του στιγμές, είναι εντελώς κακόγουστος.

Κάτι ακόμη που κάνει άσχημη εντύπωση καθώς τουλάχιστον αυτό οι Γάλλοι έχουν δείξει ακόμη και σε δευτεροκλασάτες κομεντί ότι το κατέχουν σχετικά καλά είναι η έλλειψη φυσικότητας και αληθοφάνειας στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των χαρακτήρων, που το σενάριο με το ζόρι θέλει να τις πάει προς μία κατεύθυνση εκβιάζοντας μέσω φτηνών ευρημάτων τις εξελίξεις, με αποτέλεσμα αυτό που να προκύπτει να φαντάζει βεβιασμένο, ειδικά με το ξεχειλωμένα χαζοχαρούμενο φινάλε όπου όλα παίρνουν το δρόμο τους και όλοι καταλήγουν ευτυχισμένοι. Αν υπάρχει ένας λόγος που δεν κατατάσσεται στη χωματερή της εσοδείας της χώρας του το συγκεκριμένο εργάκι είναι διότι υπάρχει αυτή η ειδοποιός διαφορά σε σχέση ας πούμε με μια αμερικάνικη κωμωδία μαζικής παραγωγής και πρόκειται για το βλέμμα του κειμένου απέναντι στους χαρακτήρες, που ευτυχώς είναι στοργικό και με κατανόηση, έστω κι αν αυτό δεν αρκεί για να βάλει κάποιον σε θέση να ενδιαφερθεί για τη μοίρα τους, αλλά τουλάχιστον προσδίδει μια ευαισθησία που όμως είναι τυπική στις ταινίες του ιδιώματος από το συγκεκριμένο κράτος.

Κατά τα άλλα, ούτε χιούμορ υπάρχει ιδιαίτερο, το πολύ να προκαλούνται κάποια χαμόγελα σε κάποια στιγμιότυπα αλλά μέχρι εκεί, ούτε υπάρχουν σημεία ταύτισης με τους ήρωες παρότι πονηρά το σενάριο τα βάζει όλα σε ένα τσουβάλι προκειμένου να πιάσει όσα περισσότερα target groups μπορεί: και νεαροί, κι έφηβες, και μεσήλικες, και άτομα με πατημένα τα -ήντα, και ομοφυλόφιλοι, και γονείς, κι εργένηδες, και αφρικανικής καταγωγής, όλοι ωστόσο τουλάχιστον μεσοαστοί όπως συνηθίζεται στη γαλλική παραγωγή. Όχι ιδιαίτερα ευχάριστο ακόμη και με τη μικρή χρονική του διάρκεια, το “Les Ex” είναι μια άνοστη και εύκολη στο να ξεχαστεί σαχλαμαρίτσα.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

9 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.