Η Αν βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι στη ζωή της. Χρόνια παντρεμένη με τον πετυχημένο, αλλά αφηρημένο παραγωγό ταινιών Μάικλ, βρίσκεται ξάφνου να αρπάζει το αμάξι και να ταξιδεύει από τις Κάνες στο Παρίσι, παρέα με έναν συνεργάτη του άντρα της, του Ζακ. Αυτό που λογικά θα ήταν μια διαδρομή επτά ωρών, μετατρέπεται σε μια ανέμελη περιπέτεια δύο ημερών, με αλλαγές κατευθύνσεων που περιλαμβάνουν απίθανα τοπία, καλό φαγητό και κρασί, χιούμορ, σοφία και ρομάντζο, ξυπνώντας τις αισθήσεις της Αν και δίνοντας της νέα όρεξη για ζωή.

Σκηνοθεσία:

Eleanor Coppola

Κύριοι Ρόλοι:

Diane Lane … Anne Lockwood

Alec Baldwin … Michael Lockwood

Arnaud Viard … Jacques Clement

Elise Tielrooy … Martine

Elodie Navarre … Carole (φωνή)

Aurore Clement … η θυρωρός

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Eleanor Coppola

Παραγωγή: Eleanor Coppola, Fred Roos

Μουσική: Laura Karpman

Φωτογραφία: Crystel Fournier

Μοντάζ: Glen Scantlebury

Σκηνικά: Anne Seibel

Κοστούμια: Milena Canonero

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Paris Can Wait
  • Ελληνικός Τίτλος: Το Παρίσι Μπορεί να Περιμένει
  • Εναλλακτικός Τίτλος: Bonjour Anne

Παραλειπόμενα

  • Πρώτη μυθοπλαστική ταινία της συζύγου του Francis Ford Coppola, κι ενώ είχε κάνει ντεμπούτο με ντοκιμαντέρ το 1991.
  • Στο αρχικά ανακοινωμένο καστ, οι Yvan Attal και Nicolas Cage είχαν τους κεντρικούς αντρικούς ρόλους.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 8/8/2017

Έχοντας δουλέψει κυρίως στο χώρο του ντοκιμαντέρ, με πιο χαρακτηριστική στιγμή της την επιμέλεια του αρχειακού υλικού στο εξαιρετικό “Hearts of Darkness: A Filmmaker’s Apocalypse”, ένα φιλμ απαραίτητο στη θέαση όχι μόνο για τους φανατικούς του μνημειώδους αριστουργήματος πολλαπλών αναγνώσεων “Apocalypse Now” αλλά για όλους όσους ενδιαφέρονται για τη διαδικασία του να αποπερατώνει κάποιος ένα κινηματογραφικό έργο, η Eleanor Coppola, επί πάνω από μισό αιώνα σύντροφος του Francis Ford Coppola εδώ κάνει το ντεμπούτο της στη μυθοπλασία και τα αποτελέσματα φέρνουν το θεατή στη δύσκολη θέση να διαπιστώσει πως η υιοθέτηση του επώνυμου ενός εκ των μεγαλύτερων δημιουργικών μυαλών στην ιστορία της έβδομης τέχνης δε συνεπάγεται και τη μεταλαμπάδευση του ταλέντου του.

Για να γίνουν σαφή τα πράγματα, οι δυο πρωταγωνιστές, η Diane Lane και ο Arnaud Viard (ο Alec Baldwin πήρε το τσεκ και την έκανε γρήγορα) κάνουν ό,τι μπορούν με το υλικό που τους δίνεται, και μάλιστα εκπέμπουν και μια κάποια χημεία που βοηθάει λίγο περισσότερο στην παρακολούθηση. Το πρόβλημα εναπόκειται σε αυτό που τους καλείται να υπηρετήσουν. Η σεναριογράφος και σκηνοθέτις περνάει κάτω από τον πήχη και στα δυο της καθήκοντα, στο πρώτο εξ αυτών επειδή υπάρχουν μετρημένες όλες κι όλες δύο, άντε τρεις σκηνές στις οποίες η επικοινωνία μεταξύ των δύο αυτών ανθρώπων είναι ουσιαστική και δεν αναλώνεται σε επιφανειακό φλερτ, στο δεύτερο επειδή λείπει ολοκληρωτικά η έμπνευση στην πλανοθεσία και στην καθοδήγηση των ηθοποιών, όπως και η σπιρτάδα (η ηλικία της Coppola δεν είναι άλλοθι, εδώ ο Lumet ως κύκνειο άσμα της καριέρας του σε ηλικία μάλιστα άνω των ογδόντα ετών παρέδωσε το συγκλονιστικό και γεμάτο φρενήρη ενέργεια “Before the Devil Knows You’re Dead”), δίνοντας έτσι την εντύπωση μιας συνηθισμένης τηλεταινίας. Είναι ένα φιλμ που θέλει να μιλήσει για τον έρωτα και την αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπινων μονάδων, αλλά είναι τόσο ξεψυχισμένο και άγευστο που αστοχεί δραματικά στην επίτευξη των προθέσεών του. Ο χαρακτήρας του Viard καταντάει τόσο εκνευριστικός και κουραστικός με την πιεστική διεκδικητικότητά του ώστε να φεύγει από το παράθυρο και κάθε ουσιαστικό ενδιαφέρον για την εξέλιξη της σχέσης των δυο αυτών ατόμων. Το πιο ασυγχώρητο στο “Paris Can Wait” είναι η σχεδόν παντελή έλλειψη δραματουργίας, με την εξαίρεση των προαναφερθέντων μετρημένων στα δάκτυλα του ενός χεριού σκηνών. Κυριολεκτικά, χωρίς καμία διάθεση υπερβολής, ο μισός, ίσως και παραπάνω κινηματογραφικός χρόνος δαπανάται με τους ήρωες να απολαμβάνουν τοπικές γαστρονομικές λιχουδιές, κρασιά υψηλής ποιότητας και με μια ξενάγηση σε γαλλικά αξιοθέατα, με την Anne να βγάζει συνεχώς φωτογραφίες για τις οποίες λαμβάνει και θετικά σχόλια για την «καλλιτεχνική» τους ματιά (μήπως εδώ θέλει να ευλογήσει και τα γένια της εμμέσως η δημιουργός μέσω μιας ταύτισης με την ηρωίδα;). Το αστείο είναι ότι αυτό συμβαίνει και αμέσως μετά την ίσως πιο ουσιώδη εξομολόγηση του χαρακτήρα της Lane κατά τη διάρκεια του έργου, εκεί που πάει να ανεβάσει δηλαδή στροφές λίγο το όχημα, όχι, να ξανακολλήσει στο βούρκο με τη δοκιμή των εκλεπτυσμένων πιάτων (εννοείται όλα τους σχεδόν πεντανόστιμα για να ολοκληρωθεί και η εντύπωση διαφημιστικού σποτ για τη γαλλική κουζίνα).

Όλα αυτά καθιστούν ακόμη και τη μικρή διάρκεια της μιάμιση ώρας να φαντάζει βασανιστικά επιμήκης, με τη φλυαρία και την ανία να επικρατούν και τη χρησιμότητα ύπαρξης της δουλειάς αυτής να περιορίζεται σε αυτή μιας γραφικής καρτ ποστάλ ή ενός τουριστικού οδηγού που απευθύνεται σε μεσο-μεγαλοαστικά στρώματα. Μπορεί η σύζυγος του μεγάλου σκηνοθέτη να έχει όντως κάτι να προσφέρει με μια συνεισφορά της στον κινηματογραφικό χώρο, αυτό όμως δε γίνεται καθόλου φανερό εδώ.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

8 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.