Δείτε πού προβάλλεται η ταινία:

Αμερική δεκαετία 1950. Η Άλις και ο Τζακ έχουν την τύχη να ζουν σε μια ονειρική κλειστή κοινότητα, που φιλοξενεί τις οικογένειες όσων εργάζονται για ένα πειραματικό και άκρως απόρρητο εγχείρημα. Όσο οι σύζυγοι απασχολούνται με το μυστικό σχέδιο «ανάπτυξης προοδευτικών υλικών», οι γυναίκες περνάνε τον χρόνο τους απολαμβάνοντας μια πολυτελή ζωή χωρίς έγνοιες. Μόνη απαίτηση είναι η διακριτικότητα και η αφοσίωση όλων στο σχέδιο. Όταν η Άλις αντιλαμβάνεται τη νοσηρή φύση της κοινότητας, αρχίζει να απαιτεί εξηγήσεις. Πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να φτάσει για να ανακαλύψει τι συμβαίνει σε αυτό τον παράδεισο;

Σκηνοθεσία:

Olivia Wilde

Κύριοι Ρόλοι:

Florence Pugh … Alice Chambers

Harry Styles … Jack Chambers

Olivia Wilde … Bunny

Chris Pine … Frank

Gemma Chan … Shelley

KiKi Layne … Margaret

Nick Kroll … Dean

Sydney Chandler … Violet

Kate Berlant … Peg

Asif Ali … Peter

Douglas Smith … Bill

Timothy Simons … Δρ Collins

Ari’el Stachel … Ted

Dita Von Teese … Dita Von Teese

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Katie Silberman

Στόρι: Katie Silberman, Carey Van Dyke, Shane Van Dyke

Παραγωγή: Roy Lee, Katie Silberman, Olivia Wilde, Miri Yoon

Μουσική: John Powell

Φωτογραφία: Matthew Libatique

Μοντάζ: Affonso Goncalves

Σκηνικά: Katie Byron

Κοστούμια: Arianne Phillips

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Don’t Worry Darling
  • Ελληνικός Τίτλος: Μην Ανησυχείς Αγάπη μου

Παραλειπόμενα

  • 18 στούντιο έδωσαν τις προτάσεις τους για να αναλάβουν τη δεύτερη σκηνοθετική δουλειά της Olivia Wilde, με νικήτρια τη New Line Cinema.
  • Η Katie Silberman προσλήφθηκε για να κάνει τις σεναριακές διορθώσεις, και κατέληξε να υπογράψει μόνη της το τελικό σενάριο.
  • Ο Harry Styles, που ήταν και η αρχική επιλογή της σκηνοθέτιδας, αντικατέστησε τον Shia LaBeouf, και η KiKi Layne την Dakota Johnson. Και οι δύο -επισήμως- αποχώρησαν λόγω του προγραμματισμού τους, αν και για τον LaBeouf αναφέρθηκε ότι απολύθηκε από τη Wilde λόγω κακής συμπεριφοράς.
  • Τα γυρίσματα στο Λος Άντζελες διακόπηκαν επί δύο εβδομάδες, όταν μέλος του συνεργείου βρέθηκε θετικό στον COVID-19.
  • Η Wilde δήλωσε στο CinemaCon πως βασική της επιρροή αποτέλεσαν τα Inception, The Matrix και The Truman Show.
  • Παγκόσμια πρεμιέρα στο φεστιβάλ Βενετίας, αλλά εκτός συναγωνισμού.
  • Η Warner Bros. Pictures ανάλαβε τη διανομή, διατηρώντας το προνόμιο να ενσωματώσει στο HBO Max το φιλμ, 45 ημέρες μετά την πρεμιέρα του στις αίθουσες.

Κριτικός: Ορέστης Μαλτέζος

Έκδοση Κειμένου: 19/9/2022

Δεν αποτελεί μυστικό του επαγγέλματος ότι το παρελθόν αποτελεί δραματουργικά ένα ιδανικό πεδίο σχολιασμού επίκαιρων ζητημάτων, που αξιοποιεί την επιφανειακή αποστασιοποίηση του θεατή ώστε να τον κάνει πιο ανοιχτό στο να εισπράξει όσα του παρουσιάζει. H σκηνοθέτις Olivia Wilde και η σεναριογράφος Katie Silberman τοποθετούν τη δράση τους σε έναν πλούσιο οικισμό της δεκαετίας του ’50, ανοίγοντας το πλαίσιο σχολιασμού μέσω της παρατήρησης του αμερικανικού ονείρου που για τους κατοίκους αυτούς έγινε πραγματικότητα.

Μέσα σε αυτό το ιδανικό πορτρέτο της μεγάλης Αμερικής που λαχταρούν ορισμένοι αμερικανοί συντηρητικοί, η ταινία ασχολείται με την απεικόνιση του ονείρου για περισσότερο από μία ώρα, με τους κατοίκους να απολαμβάνουν μια ζωή καρτ-ποστάλ και να ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις για την επιτυχημένη ευημερία τους. Η χρήση μιας ζαλισμένης κάμερας που στριφογυρίζει συνεχώς και η κάθε άλλο παρά καθησυχαστική μουσική που συχνά ενοχλεί τα αυτιά δεν αφήνουν περιθώριο να αμφισβητήσει κανείς ότι γίνεται μια προσπάθεια για ένα σινεμά κοινωνικής καταγγελίας με επιδεικτικό τρόπο, ο οποίος καλύπτεται χρησιμοποιώντας στοιχεία φανταστικού κινηματογράφου. Περιλαμβάνει την καταγγελία των συνθηκών των γυναικών σε μια φαλλοκρατική καπιταλιστική κοινωνία, στην οποία κυριαρχεί η κοινωνική και η οικονομική θέση, της κατανάλωσης και των υλικών αγαθών ως στοιχεία που καλύπτουν τις ελλείψεις σε άλλες πτυχές της ζωής, της εργασίας ως πυρήνα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η ζωή, την παντοδυναμία που χαρίζουν οι ίδιοι οι άνθρωποι σε μια χούφτα «εκλεκτών» δίνοντάς τους οι ίδιοι τη δυνατότητα να ορίζουν την ύπαρξή τους. Γενικά δεν είναι καθόλου δύσκολο να εντοπίσεις σχετικές επισημάνσεις σε κάθε μεγάλο ή μικρό στοιχείο της ταινίας. Και αυτό είναι καλό. Πιο σπάνιο όμως είναι να βρεθούν μυθοπλαστικές αφορμές που θα λειτουργήσουν σε πρώτο επίπεδο δικαιολογώντας την παρακολούθηση μιας κινηματογραφικής ταινίας και όχι ενός δριμύ κατηγορώ, όσο κι αν αυτό δοκιμιακά είναι ανεπτυγμένο. Και αυτό είναι κακό.

Ακολουθώντας σαν θεατές παράλληλη διαδρομή με την πρωταγωνίστρια, η οποία αρχικά φαντάζει μαγεμένη από αυτή την τέλεια ζωή αλλά σταδιακά νιώθει πως το σκηνικό αυτό είναι πάρα πολύ καλό για να είναι αληθινό (ένα ασαφές συναίσθημα που συχνά αποδεικνύεται σωστό), μας δημιουργούνται υποψίες ότι κάτι σκοτεινό κρύβεται πίσω από αυτό τον ιδανικό κόσμο και από κοινού ερευνούμε και ανακαλύπτουμε κατά πόσο αυτές οι ανησυχίες είναι θεμελιωμένες. Παρότι υπάρχουν μόνο λεπτές στιγμές που υποδεικνύουν το κακό που κρύβεται στο βάθος, παρατηρούμε από κοινού μέσα από επαναλαμβανόμενες σκηνές τα προβληματικά στοιχεία αυτής της κοινωνίας, όπου δεν επιτρέπεται ούτε στιγμή να αμφιβάλλεις γι’ αυτήν και η αμφισβήτηση των μηχανισμών είναι αξιόποινη πράξη που θα σε οδηγήσει στον θάνατο. Αρκετές διακριτικές επιλογές σε κάθε είδους περιεχόμενο φέρνουν στον νου έργα του παρελθόντος που δίνουν μια ευθεία αναφορά για το τι συμβαίνει εδώ στον θεατή, ο οποίος ποτέ δεν διαψεύδεται. Η ταινία επιτρέπει στον εαυτό της πάρα πολλές αδυναμίες, όπως μια σκληρή και πολύ μεγάλη εισαγωγή, στην οποία οι εικόνες ευχαριστούν ενώ το περιεχόμενο λιγότερο, και όταν φτάνουμε πια στο φινάλε, αποκαλύπτει μέσα σε λίγα λεπτά τι πραγματικά συμβαίνει, με την επιστημονική φαντασία να παίρνει τα ηνία και να χρησιμοποιεί τον εναπομείναντα χρόνο για να εξωραΐσει την κοινωνική ανάλυση. Όπως όμως είχε πει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, «επαναστάτης στον κινηματογράφο είναι εκείνος που επαναστατικοποιεί τον κινηματογράφο και όχι εκείνος που βάζει την επανάσταση σε εικόνες. Όσο για τους πραγματικούς επαναστάτες, εγώ τουλάχιστον δεν ξέρω κανέναν να κρύβεται πίσω από μια κινηματογραφική μηχανή».

Το μυστηριακό κομμάτι της ταινίας μοιραία πλήττεται, αν και χωρίς υπαιτιότητα κανενός, από την ελευθεριάζουσα τάση της εποχής ως προς την προσωπική φαντασίωση του εκάστοτε δημιουργού για περασμένες εποχές, είτε για λόγους αποκατάστασης μιας πραγματικότητας με την οποία δεν είμαστε εξοικειωμένοι στο σινεμά, είτε για λόγους κοινωνικής εξέλιξης στην εκπροσώπηση. Στοιχεία όπως οι μαύροι κάτοικοι στα εύπορα αμερικανικά προάστια της δεκαετίας του ’50 και η εκτός τόπου προφορά του Harry Styles με έκαναν να μην μπορέσω να προσδιορίσω αν αυτό που έβλεπα ήταν σεναριακώς προσχεδιασμένο για να μου επιστήσει την προσοχή σε όσα συμβαίνουν, ή μια ελεύθερη προσέγγιση τύπου «Bridgerton».

Βάζοντάς μας στη θέση της πρωταγωνίστριας, η ταινία σε όλη τη διάρκειά της αποφεύγει να ασχοληθεί με τον λόγο ύπαρξης αυτής της πόλης, και όταν τελικά προχωρά σε αποκαλύψεις, το φινάλε μοιάζει ασήμαντο και τετριμμένο χωρίς ιδιαίτερη σκέψη γύρω από τις λεπτομέρειες. Σε αυτό το πλαίσιο, μοιράζεται πολλά κοινά με το “Nope” και το “Old”. Ουσιαστικά δεν πρόκειται για «προβλήματα», αλλά για σκηνοθετικές επιλογές πάνω στην κατασκευή αυτών των ταινιών, πετυχημένες ή μη, που όμως σε δραματουργικό επίπεδο καταλήγουν να είναι πολλή φασαρία για το τίποτα.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

19 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

1 Σχόλια

  1. Νούμερο 8 25 Σεπτεμβρίου 2022

    Για απλό χάζι δεν ήταν κακό. Το θέμα είναι πως έχουμε δει πολλά ίδια, ακόμα και μέσα στα τελευταία χρόνια.