Ο Τζον και η Έλα έχουν μοιραστεί περισσότερα από πενήντα χρόνια υπέροχης κοινής ζωής. Στα ογδόντα τους, λαχταρώντας μια τελευταία περιπέτεια μαζί, αποφασίζουν να ξεφύγουν μακριά από τα ενήλικα παιδιά τους και τους γιατρούς, σε ένα απαγορευμένο ταξίδι.

Σκηνοθεσία:

Paolo Virzi

Κύριοι Ρόλοι:

Donald Sutherland … John Spencer

Helen Mirren … Ella Spencer

Janel Moloney … Jane Spencer

Kirsty Mitchell … Jennifer Ward

Robert Pralgo … Phillip

Christian McKay … Will Spencer

Dick Gregory … Dan Coleman

Dana Ivey … Lillian

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Stephen Amidon, Francesca Archibugi, Francesco Piccolo, Paolo Virzi

Παραγωγή: Marco Cohen, Fabrizio Donvito, Benedetto Habib, Marty Eli Schwartz

Μουσική: Carlo Virzi

Φωτογραφία: Luca Bigazzi

Μοντάζ: Jacopo Quadri

Σκηνικά: Richard A. Wright

Κοστούμια: Massimo Cantini Parrini

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: The Leisure Seeker
  • Ελληνικός Τίτλος: Ταξίδι Αναψυχής
  • Εναλλακτικός Τίτλος: Ella & John – The Leisure Seeker

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: The Leisure Seeker του Michael Zadoorian.

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα πρώτου γυναικείου ρόλου (Helen Mirren) στην κατηγορία κωμωδία/μιούζικαλ.
  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας.
  • Υποψήφιο για σενάριο στα David di Donatello.

Παραλειπόμενα

  • Κατά τα γυρίσματα στην Ατλάντα, πλημμύρα ξέσπασε και προκάλεσε μεγάλη ζημιά στα αυτοκίνητα του συνεργείου.
  • Αν και το φιλμ είναι ιταλικής παραγωγής, είναι το αγγλόφωνο ντεμπούτο για τον Paolo Virzi.

Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 25/5/2018

Η Έλα και ο Τζον είναι ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Αυτή, μία κεφάτη κυρία του οίκου της, πάσχει από καρκίνο και ακολουθεί σκληρή φαρμακευτική αγωγή, ενώ αυτός, διανοούμενος καθηγητής φιλοσοφίας, από τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Αντί όμως να συμβιβαστούν με τη μοίρα τους και να περιμένουν στωικά το τέλος τους, αποφασίζουν να κινήσουν για ένα οδικό ταξίδι με το τροχόσπιτό τους με τελικό προορισμό το σπίτι του λογοτεχνικού ειδώλου του Τζον, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, που βρίσκεται στην άλλη άκρη της Αμερικής.

Στην πρώτη του αγγλόφωνη ταινία, ο Πάολο Βίρτζι ποντάρει τα πάντα στο πρωταγωνιστικό του δίδυμο. Ευθύς εξ αρχής δηλώνει ότι δε προτίθεται να ξεφύγει από την γλυκόπικρη –ενίοτε γλυκανάλατη– πεπατημένη οδό του είδους και ότι δεν ενδιαφέρεται να δημιουργήσει ένα λεπτομερειακό ταξίδι ενδοσκόπησης στις ψυχές των ηρώων που κοιτούν κατάματα το θάνατο. Και οι κολοσσιαίοι πρωταγωνιστές του τον δικαιώνουν, στο βαθμό που μπορούν. Τόσο η Μίρεν όσο και ο Σάδερλαντ σκαλίζουν μέχρι τα βάθη του συνειδητού και ασυνειδήτου των χαρακτήρων τους, ερμηνεύουν με τρυφερότητα και βαθιά κατανόηση και αναπτύσσουν διάφορες πτυχές τους, χωρίς να χάνουν ούτε στιγμή το σημείο ισορροπίας της τραγικωμικής θέσης αυτών.

Και κάπου εδώ εξαντλούνται οι αρετές της ταινίας. Δυστυχώς, ο ρυθμός σε κάποιο σημείο αρχίζει να πλατειάζει αδικαιολόγητα, όλα τα ηθικά διλήμματα που εγείρονται είναι εντελώς επιφανειακά και η τροπή της ιστορίας είναι αναμενόμενη από το πρώτο λεπτό. Ο Βίρτζι επίσης αδυνατεί να προσδιορίσει το κωμικό ύφος της ταινίας του, καθώς χρησιμοποιεί πότε ακαδημαϊκό και πότε σχεδόν αγοραίο τόνο. Στο κέντρο της ταινίας βρίσκεται ένας σημαντικός προβληματισμός σχετικά με την έννοια της μνήμης και το κατά πόσο αυτή αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο ταυτότητας ενός ανθρώπου, ωστόσο ποτέ δεν υπηρετείται αφοσιωμένα, καθώς, σε μία προσπάθεια να εντάξει και άλλους δευτερεύοντες άξονες στην ταινία του (χαρακτηριστικά και σαν κατά παραγγελία εμφιλοχωρεί και ένα αντί-Τραμπ στοιχείο), ο Ιταλός δημιουργός χάνει το σημείο εστίασης του φιλμ.

Ένα road movie με κωμικό όσο και συγκινητικό χαρακτήρα και αυτούς τους δύο σπουδαίους ηθοποιούς στους κεντρικούς χαρακτήρες φαντάζει πολύ δύσκολο να αποτελέσει μια σαρωτική απογοήτευση για τον θεατή που προσέρχεται στην –κατά προτίμηση θερινή– αίθουσα με την καλύτερη δυνατή πίστη. Ο Βίρτζι φλέρταρε με το ακατόρθωτο, αλλά διασώθηκε από τον Σάδερλαντ και τη Μίρεν, στους οποίους καλώς εναπέθεσε κάθε ελπίδα. Το ομότιτλο μυθιστόρημα του Μάικλ Ζαντούριαν μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη σαν ένα μελοδραματικό και κατά κύριο λόγο άνευρο φιλμ που δε θυμίζει σε τίποτα το πολυσχιδές «La Pazza Gioia» του ίδιου σκηνοθέτη. Παρολ’ αυτά και για τις λίγες στιγμές που το φως των πρωταγωνιστών του το οδηγεί, αξίζει τον κόπο για τους οπαδούς του είδους.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

8 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.