Μια κρύα νύχτα του Χάλογουιν το 1963, στο Χάντονφιλντ του Ιλινόις, ο εξάχρονος Μάικλ Μάιερς δολοφόνησε άγρια τη 15χρονη αδερφή του, ενώ βρισκόταν με το αγόρι της στο σπίτι. Ο Μάικλ από τότε νοσηλευόταν στο κέντρο αποκατάστασης ψυχικής υγείας Smith’s Grove της επαρχίας Γουόρεν, υπό την παρακολούθηση του γιατρού Σαμ Λούμις. Τον Οκτώβριο του 1978, ο Μάικλ δραπετεύει. Ο Δρ. Λούμις αποφασίζει να πάει στο Χάντονφιλντ, όπου πιστεύει ότι ο ασθενής του θα σκοτώσει ξανά κατά τη νύχτα του Χάλογουιν. Πράγματι, ο Μάικλ Μάιερς αρχίζει να καταδιώκει τη νεαρή Λόρι Στροντ και τις φίλες της, Άνι και Λίντα. Με τη βοήθεια του αστυνομικού διοικητή, ο Λούμις κυνήγα τον ψυχοπαθή και ελπίζει πως θα βρει τρόπο να τον σταματήσει.

Σκηνοθεσία:

John Carpenter

Κύριοι Ρόλοι:

Jamie Lee Curtis … Laurie Strode

Donald Pleasence … Δρ Samuel ‘Sam’ Loomis

Nick Castle … Michael Myers

P.J. Soles … Lynda Van Der Klok

Nancy Kyes … Annie Brackett

Charles Cyphers … σερίφης Leigh Brackett

Kyle Richards … Lindsey Wallace

Brian Andrews … Tommy Doyle

Nancy Stephens … Marion Chambers

Arthur Malet … Angus Taylor

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: John Carpenter, Debra Hill

Παραγωγή: John Carpenter, Debra Hill

Μουσική: John Carpenter

Φωτογραφία: Dean Cundey

Μοντάζ: Charles Bornstein, Tommy Lee Wallace

Σκηνικά: Tommy Lee Wallace

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Halloween
  • Ελληνικός Τίτλος: Η Νύχτα με τις Μάσκες
  • Εναλλακτικός Τίτλος: John Carpenter’s Halloween

Άμεσοι Σύνδεσμοι

  • Ο Τρόμος του Κάρπεντερ (1981)
  • Η Νύχτα με τις Μάσκες Νο 3 (1982)
  • Halloween 4: Η Επιστροφή του Michael Myers (1988)
  • Η Νύχτα με τις Μάσκες 5 (1989)
  • Η Κατάρα (1995)
  • Halloween H20 : Είκοσι Χρόνια Μετά (1998)
  • Ο Δαίμονας (2002)
  • Halloween: Η Νύχτα με τις Μάσκες (2007)
  • Halloween II: Η Νύχτα με τις Μάσκες (2009)
  • Η Νύχτα με τις Μάσκες (2018)
  • Η Νύχτα με τις Μάσκες 2 (2021)
  • Halloween Ends (2022)

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο κριτικών στο φεστιβάλ Αβοριάζ.

Παραλειπόμενα

  • Το 1976 και μετά τη θέαση του Ο Σταθμός 13 Δέχεται Επίθεση, ο ανεξάρτητος παραγωγός Irwin Yablans και ο χρηματοδότης Moustapha Akkad πλησίασαν τον Carpenter για να αναλάβει ένα θρίλερ με ψυχοπαθή δολοφόνο που έχει στο στόχαστρο μπέιμπι-σίτερ. Ο σκηνοθέτης υπόγραψε για 10 χιλιάδες δολάρια, αλλά με την προϋπόθεση πως θα έχει πλήρη καλλιτεχνικό έλεγχο. Το αρχικό σενάριο είχε τίτλο The Babysitter Murders, και το δούλεψε μαζί με την τότε φιλενάδα του, Debra Hill. Η αλλαγή ήρθε μετά από πρόταση του Yablans να τοποθετηθεί το σκηνικό στη νύχτα του Χάλογουιν, κάτι που άρεσε άμεσα στον δημιουργό.
  • Πέρα από τις φανερές επιρροές από την Ψυχώ του Hitchcock, ο Carpenter επικοινώνησε με τον Bob Clark για την πιθανότητα ενός σίκουελ του slasher Τρόμος στο Παρθεναγωγείο (Black Christmas, 1974). Αυτό μετατράπηκε σε ανταλλαγή πληροφοριών πάνω στη σύνθεση της Νύχτας με τις Μάσκες, πάντα υπό τα λεγόμενα του Clark.
  • Μια πληροφορία θέλει το τελικό σενάριο να γράφτηκε μέσα σε μόλις 10 μέρες, αλλά όπως θυμάται η Debra Hill, χρειάστηκαν 3 βδομάδες. Η ίδια έγραψε και τους περισσότερους διαλόγους των μπέιμπι-σίτερ, μια και είχε εργαστεί στα νιάτα της ως μία.
  • Οι απόψεις της κριτικής πάνω στην ταινία είχαν μια ποικιλομορφία. Άλλοι είδαν ότι όσοι θεατές προσομοιώνονταν στον Μάικλ Μάιερς θα ενστερνίζονταν τον μισογυνισμό και τον σαδισμό, ενώ υπήρχαν αυτοί που το είδαν ως κοινωνική κριτική επί της αμερικανικής νεολαίας της δεκαετίας του 1970 (η μόνη που επιβιώνει είναι και η πλέον καθαρή).
  • Θρυλικό ντεμπούτο για την Jamie Lee Curtis στον κινηματογράφο.
  • Ο ρόλος του Δρ. Λούμις αρχικά προορίζονταν για τον Peter Cushing, πριν τον απορρίψει ο μάνατζερ του, ενώ ο Christopher Lee το έπραξε από μόνος του (μετανιώνοντας αργότερα).
  • Ο Carpenter ήθελε την Anne Lockhart για τον ρόλο της Λόρι. Τότε έμαθε ότι η άγνωστη Jamie Lee Curtis ήταν κόρη της Janet Leigh από το Ψυχώ, κι αυτό της έδωσε τη μεγάλη ευκαιρία.
  • Γυρίστηκε με μόλις 300 χιλιάδες δολάρια, με τα σκηνικά και τα κοστούμια να φτιάχνονται από σύσσωμο το συνεργείο.
  • Για το γύρισμα, χρησιμοποιήθηκε η νέα τότε κάμερα Steadicam, που επέτρεπε την ομαλή κίνηση μέσα στον χώρο.
  • Ο Tommy Lee Wallace, που είχε διάφορους ρόλους επί του επιτελείου, ήταν αυτός που σχεδίασε τη μάσκα του Μάικ Μάιερς, πάνω σε μια μάσκα του κάπτεν Κερκ από τη σειρά Star Trek, που αγόρασε από παλαιοπωλείο με 1,98 δολάρια.
  • Με κέρδη περίπου 70 εκατομμύρια δολάρια, έγινε μία από τις πλέον κερδοφόρες ανεξάρτητες ταινίες, και “μητέρα” ενός franchise πολλών δεκαετιών.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Ο Carpenter συνέθεσε κι ερμήνευσε ένα απλό θέμα σε μέτρο 10/8, εμπνευσμένο από το αντίστοιχο του Σουσπίρια και του Εξορκιστή. Παρότι του πήρε μόνο 3 ημέρες, έγραψε ιστορία με τη μετέπειτα αναγνωρισιμότητα του.

Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 31/10/2018

Η κάμερα προσεγγίζει αργά ένα σπίτι. Ο θεατής παρατηρεί ηδονοβλεπτικά ένα νεαρό ζευγάρι να ερωτοτροπεί. Αισθάνεται ανοίκεια και σύντομα αντιλαμβάνεται ότι παρακολουθεί μέσα από τα μάτια του δολοφόνου. Η αίσθηση του αμέσως επικείμενου κακού γνωρίζει μία από τις μνημειώδεις εμφανίσεις της στην ιστορία του κινηματογράφου. Ο εξάχρονος Μάικλ Μάγιερς δολοφονεί την αδερφή του, με συνένοχο τον κάθε θεατή ξεχωριστά. Ίσως το σπουδαιότερο «καλωσόρισμα» που έχει να επιδείξει το σινεμά του τρόμου.

15 χρόνια μετά, ο Μάικλ επιστρέφει στο χώρο που έδρασε και ετοιμάζεται να μεγαλουργήσει ξανά. Δίχως ποτέ να γίνεται αντιληπτός ο λόγος, ο δολοφόνος διψάει για αίμα. Και μάλιστα θέλει να δει το αίμα νεαρών αγνών κορασίδων να χύνεται ζεστό. Στο κέντρο του στόχου του βρίσκεται η Λόρι, η Τζέιμι Λι Κέρτις των 19 μόλις Νοεμβρίων στο ντεμπούτο της, μία scream queen βγαλμένη από τις ονειρώξεις των αιμοδιψών οπαδών του slasher. Ενός είδους που γνωρίζει μεγάλη άνθηση στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και συναντά στο φιλμ του μυστακοφόρου Αμερικανού την κορωνίδα του.

Ο Καρπεντέρ απογειώνει ένα είδος σινεμά που έμελλε λίγα χρόνια αργότερα να γίνει βορά του ριγκανικού νεο-συντηρητισμού. Η δράση τοποθετείται στα American suburbs που κωφεύουν εκκωφαντικά στη θέα κάθε ραδιουργίας του Μάικλ. Το απώτατο σημείο του αμερικανικού ονείρου, το ιερό τοτέμ με τον κήπο και τα δύο πατώματα για την οικογένεια, εδώ εμφανίζεται βουτηγμένο μέσα στη ναφθαλίνη. Ο δολοφόνος δεν εκφωνεί ούτε φθόγγο στο φιλμ, δεν διακατέχεται σε κανένα σημείο από πίεση ή άγχος. Κινείται μεθοδικά, ουδέποτε βιαστικά, σαν να γνωρίζει από πριν ότι κανείς δεν πρόκειται να τον σταματήσει. Αυτή η απόλυτη απουσία οποιασδήποτε αγωνίας στις κινήσεις του τον καθιστά έναν από τους πιο εφιαλτικούς φονιάδες του σινεμά.

Στην ουσία, ο Μάικλ Μάγιερς του πρώτου Χάλογουιν είναι ένας μη-χαρακτήρας. Δεν χωράει σε εξετάσεις αιτίου και αιτιατού, δεν επιχειρεί ούτε και είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί, δεν εξηγείται. Είναι η απόλυτη προσωποποίηση του Κακού, του απύθμενου σκότους. Είναι η ενσάρκωση της εφιαλτικής αθανασίας, μία περιφερόμενη απόδειξη ότι οι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους την αποκρουστική όψη του αναίτιου μίσους. Ένα Κακό αθάνατο που περιμένει στωικά τη στιγμή να εξωτερικευτεί, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η στιγμή του δεν πρόκειται να αργήσει. Θα έρθει είτε σε μία συγκεκριμένη μέρα, με ή χωρίς μάσκες, είτε σε ανύποπτο χρόνο. Κυρίως όμως, δε θα σβηστεί ποτέ, γιατί κατοικεί στο απόκρυφο μέρος του ανθρώπινου ψυχισμού. Θα παραμονεύει όσο χρειαστεί και θα ξεσπάσει διαλύοντας κάθε κοινωνική νόρμα.

Το φιλμ του Αμερικανού μάστορα είναι βαπτισμένο στην ευρηματική απλότητα που τον συνοδεύει σε όλη του την λαμπρή καριέρα. Η απουσία όμως πολύπλοκων σχημάτων και τροπών της ιστορίας δε σημαίνει και έλλειψη δεξιοτεχνίας. Τουναντίον, το φιλμ του Κάρπεντερ αποτελεί έναν καλλιτεχνικό θρίαμβο, μία γέφυρα στην οποία συναντιέται η καινοτομία με την κινηματογραφική παράδοση. Είναι η αποτύπωση μίας απολαυστικής ανίερης συμμαχίας του κακού στο σινεμά. Ο, τι ποτέ αγάπησε ο θεατής σε αυτό το είδος του τρόμου βρίσκεται εδώ. Η ταινία έλκει την καταγωγή της από το βουβό τρόμο και τον Άλφρεντ Χίτσκοκ, ξεκινάει το ταξίδι της από τα στενά της παρισινής Πιγκάλ και το Γκραν Γκινιόλ και φτάνει μέχρι το επέκεινα της έβδομης τέχνης. Περικλείει σπαρταριστές αναφορές στο μητροπολιτικό Psycho του βρετανού προπάτορα και ταυτόχρονα ορίζει -άθελά της- τα κυρίαρχα κλισέ που κακοποιήθηκαν βάναυσα από ομοειδείς ταινίες στη συνέχεια.

Η «Νύχτα με τις Μάσκες» είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ιστορία του αμερικανικού σινεμά, ένα σπουδαίο μέρος της παρακαταθήκης που αφήνει στον κινηματογράφου του τρόμου ένας άνθρωπος που τον υπηρέτησε με ζηλευτή αφοσίωση. Είναι η ένωση του παλιού και του νέου, το αποτέλεσμα της οποίας μοιάζει να έρχεται από μακριά και να κατευθύνεται ακόμη μακρύτερα. Εκείνη η ταινία που όσα χρόνια και αν περάσουν, ο θεατής θα νιώθει στη σκέψη της ένα μικρό σφίξιμο στο στομάχι, μία αίσθηση αμηχανίας που φωλιάζει κάπου απροσδιόριστα μέσα του. Και θα είναι πάντα ανίκητη, περίπου όπως όπως ο μασκοφόρος δολοφόνος.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

28 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.