Η Λόρι Στροντ έρχεται στην τελική αναμέτρηση με τον Μάικλ Μάγιερς, τη δολοφονική φιγούρα με τη μάσκα που την στοιχειώνει, από τότε που γλίτωσε παρά τρίχα από τον θάνατο τέσσερις δεκαετίες πριν, τη νύχτα του Χάλογουιν.

Σκηνοθεσία:

David Gordon Green

Κύριοι Ρόλοι:

Jamie Lee Curtis … Laurie Strode

Judy Greer … Karen Nelson

Andi Matichak … Allyson Nelson

James Jude Courtney … Michael Myers

Haluk Bilginer … Δρ Ranbir Sartain

Will Patton … υπαστυνόμος Frank Hawkins

Rhian Rees … Dana Haines

Jefferson Hall … Aaron Korey

Toby Huss … Ray Nelson

Virginia Gardner … Vicky

Omar J. Dorsey … σερίφης Barker

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Jeff Fradley, Danny McBride, David Gordon Green

Παραγωγή: Malek Akkad, Bill Block, Jason Blum

Μουσική: Cody Carpenter, John Carpenter, Daniel A. Davies

Φωτογραφία: Michael Simmonds

Μοντάζ: Timothy Alverson

Σκηνικά: Richard A. Wright

Κοστούμια: Emily Gunshor

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Halloween
  • Ελληνικός Τίτλος: Η Νύχτα με τις Μάσκες

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Σεναριακή Πηγή

  • Χαρακτήρες franchise: Halloween των John Carpenter, Debra Hill.

Παραλειπόμενα

  • Απευθείας σίκουελ του κλασικού Η Νύχτα με τις Μάσκες του 1978, παραβλέποντας μάλιστα τη χρονική σειρά των παλιότερων σίκουελ της ίδιας ταινίας.
  • Ήταν το 2011, όταν και ανακοινώθηκε ένα τρίτο μέρος της reboot σειράς του Rob Zombie, χωρίς καμία πρόοδο. Το 2015, η Weinstein Company εκδήλωσε την επιθυμία να κάνει το Halloween Returns, όπου θα έπαιρνε τα πράγματα ανάμεσα στο ορίτζιναλ πρώτο και το δεύτερο φιλμ. Και έφτασε το 2016, οπότε και η Blumhouse Productions με τη Miramax ανακοίνωσαν ότι πήραν τα δικαιώματα από την Dimension Films, μετά την αποτυχία της τελευταίας να βγάλει ένα σίκουελ κατά τον συμφωνημένο χρόνο. Στην παραγωγή μπήκε κι ο John Carpenter, κι αρχικά όλοι πίστευαν ότι θα πρόκειται για νέο reboot ή ριμέικ του ορίτζιναλ. Δεν ελήφθησαν δε καθόλου υπόψιν οι προσθήκες του Rob Zombie για το νεανικό παρελθόν του ήρωα.
  • Ο John Carpenter συμμετέχει για τέταρτη φορά στη μουσική της ταινίας, μετά τα τρία πρώτα ορίτζιναλ μέρη.
  • Ο Leigh Whannell εξέφρασε την επιθυμία να παίξει τον Μάικλ Μάιερς, αλλά ο ρόλος πήγε στον κασκαντέρ James Jude Courtney.
  • Οι εισπράξεις έφτασαν στα 255,6 εκατομμύρια δολάρια, κι ενώ το κόστος ήταν στα 15.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Ο δημιουργός της σειράς John Carpenter, που είχε και τη σύνθεση στα τρία πρώτα μέρη, συμμετέχει στο μουσικό team. Οι άλλοι δύο σε αυτό είναι ο γιος του, Cody, και ο βαφτισιμιός του, Daniel Davies.

Κριτικός:  Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 25/10/2018

Το ευτυχές της υπόθεσης είναι πως από ό,τι φαίνεται δεν θα ακολουθήσει ακόμη ένας ορυμαγδός σίκουελ όπως συνέβη μετά την έλευση της εμβληματικής δημιουργίας του Carpenter το 1978: το εγχείρημα του Green είναι ξεκάθαρο ως προς τις προθέσεις του ως μια επανάληψη της μιας φοράς και παράλληλα φόρος τιμής της ταινίας της οποίας αποτελεί άμεση συνέχεια, παραβλέποντας ό,τι προηγήθηκε πριν, πολλές φορές κλείνοντας και το μάτι μέσω κάποιων διαλόγων (ένας χαρακτήρας θα πει κάποια στιγμή “άκουσα πως Michael Myers και Laurie Strode είναι αδέρφια” για να διαψευστεί στην αμέσως επόμενη πρόταση). Αν πάλι οι συντελεστές γλυκαθούν από τις σειρήνες της εμπορικής επιτυχίας του προϊόντος τους αλλά και από τις απροσδόκητα καλές κριτικές διεθνώς (και ύστερα λένε ότι το κοινό τείνει περισσότερο να “φουσκώνει” την αξία ενός φιλμ λόγω νοσταλγίας…), μάλλον θα έχουμε επανάληψη της ιστορίας αυτήν τη φορά ως φάρσα κατά τη γνωστή ρήση. Και που να το δικαιολογούσε ένα τέτοιο βήμα και η ποιότητα αυτής της απόπειρας αναγέννησης ενός εκ των θρύλων του κινηματογραφικού τρόμου… Γιατί, δυστυχώς, η καινούρια “Νύχτα με τις Μάσκες”, πέραν την καλοδεχούμενη μεν, προστιθέμενη σαν ιδέα της τελευταίας στιγμής δε, φεμινιστική αναλαμπή προς το φινάλε, δεν προσφέρει καμία ουσιαστική επανεξέταση του μύθου ή του είδους στο οποίο ανήκει σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, ούτε χαρακτηρίζεται από κάποια ιδιαίτερη έμπνευση, παρά λοξοκοιτάει συνεχώς στις δόξες που προηγήθηκαν τέσσερις δεκαετίες πριν. Η όλη εμπειρία φέρνει στο μυαλό συναντήσεις με φίλους ύστερα από χρόνια, των οποίων η πλειοψηφία του χρόνου σπαταλιέται σε αφηγήσεις τύπου “θυμάσαι που πήγαμε εκεί και κάναμε αυτό;”.

Δεν φταίει τόσο το ποιος είναι στο σκηνοθετικό τιμόνι, το αντίθετο μάλιστα: αν και δεν έχει δοκιμαστεί στο σασπένς ποτέ προηγουμένως, ο David Gordon Green δείχνει πως έχει μάθει τα βασικά για το χτίσιμο μιας απειλητικής ατμόσφαιρας, και ακόμη κι αν βασίζεται σε κλισέ αρκετές φορές, δεν αμφισβητείται η δεξιότητα που δείχνει ανά στιγμές όσον αφορά την τεχνική, ειδικά στην καλοστημένη κορύφωση. Το πρόβλημα βρίσκεται κυρίως στο σενάριο που μπορεί να χαρακτηριστεί τουλάχιστον ως προσχηματικό. Ούτε ένας χαρακτήρας δεν έχει τρισδιάστατη υπόσταση πέραν της Jamie Lee Curtis (η οποία εδώ είναι πραγματικά έξοχη και όντως εκφράζει ένα δυναμισμό που τη διαφοροποιεί από την τυπικά αμήχανη κοπέλα της ταινίας του ’78, κρίμα που αδικείται από το ίδιο το φιλμ που δεν της προσφέρει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί κι άλλο) και οι περισσότερες από τις δευτερεύουσες πλοκές που αναπτύσσονται (οι φίλοι της εγγονής της Curtis, ο ρόλος του ψυχιάτρου) είναι υποτυπώδεις, δεν έχουν κανένα λόγο ύπαρξης στον κορμό της ιστορίας παρά μόνο για να γεμίσουν κινηματογραφικό χρόνο.

Είναι ευκολονόητο τη δεδομένη χρονική στιγμή, όπου βασιλιάς του τρόμου έχει αναδειχθεί η τεχνική του jump scare και η σχολή του James Wan εν γένει, ότι ένα slasher φτιαγμένο μιμούμενο τη νοοτροπία “όπως τον παλιό καλό καιρό” φαίνεται σαν όαση στην έρημο σε μια βιομηχανία που πλουτίζει σερβίροντας δείγματα όπως η “Καλόγρια”, όμως άλλο πρωτότυπο κι άλλο απομίμηση, και δη άτσαλη. Μέχρι και η ικανή και υποτιμημένη καρατερίστρια Judy Greer μοιάζει εντελώς αμήχανη απέναντι στον χαρακτήρα της λόγω της μεταχείρισής του από το σενάριο, και είναι κρίμα διότι πρόκειται για τον μοναδικό ρόλο πέραν του πρωταγωνιστικού που είχε προοπτικές, ειδικά αν επεξεργαζόταν περαιτέρω και η σχέση του με την Curtis. Υπάρχουν δε σκηνές που προκαλούν απορία ως προς τον λόγο της ύπαρξής τους, λόγω του ότι μοιάζουν να μην οδηγούν πουθενά (πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνη με το μωρό). Ακόμη και ο γυναικοκεντρισμός στον οποίον καταλήγει το φιλμ, παρότι επίκαιρος, έρχεται επίσης από το παρελθόν, και πιο συγκεκριμένα από εποχές “Άλιεν, ο Επιβάτης του Διαστήματος”. Αν και σποραδικά ψυχαγωγικό, το τελικό αποτέλεσμα δε δικαιολογεί το γιατί γυρίστηκε, ποσώς δε το να διαφοροποιηθεί κιόλας από τα υπόλοιπα σίκουελ της σειράς, λες και η ποιοτική σύγκριση είναι επιπέδου George Romero έναντι Eli Roth…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

19 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.