Μια τεράστια μεταλλαγμένη με ακτινοβολία σαύρα, ο Γκοτζίλα, είναι έγκυος και διαλέγει την πόλη του Μανχάταν σαν φωλιά. Το τέρας σπέρνει τον πανικό με τον ερχομό του στη Νέα Υόρκη, ενώ μια ομάδα επιστημόνων και ο στρατός προσπαθούν απεγνωσμένα να αφανίσουν αυτό και τα νεογνά του.

Σκηνοθεσία:

Roland Emmerich

Κύριοι Ρόλοι:

Matthew Broderick … Δρ Niko ‘Nick’ Tatopoulos

Jean Reno … Philippe Roache

Maria Pitillo … Audrey Timmonds

Hank Azaria … Victor ‘Animal’ Palotti

Kevin Dunn … συνταγματάρχης Anthony Hicks

Michael Lerner … δήμαρχος Ebert

Harry Shearer … Charles Caiman

Arabella Field … Lucy Palotti

Vicki Lewis … Δρ Elsie Chapman

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Dean Devlin, Roland Emmerich

Στόρι: Ted Elliott, Terry Rossio, Dean Devlin, Roland Emmerich

Παραγωγή: Dean Devlin

Μουσική: David Arnold, Michael Lloyd

Φωτογραφία: Ueli Steiger

Μοντάζ: Peter Amundson, David Siegel

Σκηνικά: Oliver Scholl

Κοστούμια: Joseph A. Porro

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Αρνητική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Godzilla
  • Ελληνικός Τίτλος: Γκοτζίλα

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Σεναριακή Πηγή

  • Χαρακτήρας: Godzilla της Toho.

Παραλειπόμενα

  • Παρότι είναι η 23η ταινία με ήρωα τον Γκοτζίλα, είναι η πρώτη που κατασκευάζεται εξολοκλήρου στο Χόλιγουντ.
  • Το φιλμ αφιερώθηκε στον Tomoyuki Tanaka, έναν από τους σχεδιαστές του αυθεντικού Γκοτζίλα, όπου έφυγε από τη ζωή το 1997.
  • Το 1994, ο Jan de Bont προσλήφθηκε να κάνει το έργο, σε σενάριο των Ted Elliott, Terry Rossio. Μέσα σε ελάχιστους μήνες αποχώρησε, λόγω προστριβών με επίκεντρο το μπάτζετ.
  • Το όνομα των Ted Elliott, Terry Rossio υπάρχει στα κρέντιτ του στόρι, αλλά στην ουσία όλη τους η δουλειά δουλεύτηκε από την αρχή όταν ανέλαβε ο Emmerich.
  • Ο ελληνο-γάλλος Patrick Tatopoulos ήταν αυτός που σχεδίασε τον νέο Γκοτζίλα. Προς τιμή του, ο κύριος χαρακτήρας φέρει το επίθετο του.
  • Ο κεντρικός χαρακτήρας γράφτηκε ειδικά για τον Matthew Broderick, οποίος και τον ανέλαβε δίχως να έχει διαβάσει το τελικό σενάριο.
  • Η Sarah Jessica Parker απέρριψε τον ρόλο της Όνρι.
  • Bill Paxton, Jennifer Connelly, Rupert Everett, Dick Van Dyke, Dave Foley, Renee Zellweger, Christine Lahti, Michael J. Fox και Robert De Niro ήταν στα υπόψιν για διάφορους ρόλους.
  • Ο Roland Emmerich δήλωσε ότι μετάνιωσε που σκηνοθέτησε την ταινία, ενώ και οι Matthew Broderick, Hank Azaria και Jean Reno δήλωσαν ότι δεν τους άρεσε το αποτέλεσμα.
  • Παρά τις εισπράξεις των 379 εκατομμυρίων δολαρίων, έναντι μπάτζετ των 150, η ταινία θεωρήθηκε εμπορική αποτυχία για TriStar Pictures. Ως συνέπεια, ανέβαλε τα προγραμματισμένα σίκουελ, κι αντί αυτού βγήκε μια σειρά κινουμένων σχεδίων.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Ο Puff Daddy με τον κιθαρίστα των Led Zeppelin, Jimmy Page, διασκεύασαν το Kashmir ως Come with Me. Το σινγκλ έφτασε ως το νούμερο 4 στις ΗΠΑ.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 20/4/2009

Η ταινία διαφημίστηκε με τη ρεκλάμα «το μέγεθος μετράει». Πράγματι, αν δεν ικανοποιηθείτε εδώ από μέγεθος, δεν θα το βρείτε πουθενά! Ο Πάτρικ Τατόπουλος κατασκεύασε ένα καταπληκτικό τέρας, που μπροστά στους πληκτικούς πρωταγωνιστές κερδίζει την παράσταση κατά κράτος. Πόσο μάλλον, μπροστά στο ρετρό τέρας που γνωρίζαμε από τους παλιούς, γιαπωνέζικους Γκοτζίλα, που σκορπούσαν τον πανικό στην Ασία. Το οικολογικό μήνυμα δεν έχει εξαφανιστεί τελείως, αλλά σε έναν τέτοιο καταιγισμό δράσης πού να βρεις καιρό να σκεφτείς. Όντως, η δράση είναι χορταστικότατη, κι ο Ρόλαντ Έμερικ είναι ο από τους μάστορες του είδους στη σύγχρονη εποχή, ακόμα και που τα σενάρια του είναι όλα προχειρογραμμένα. Και εδώ είναι το βασικό πρόβλημα με το φιλμ: στην ουσία είναι σαν να μην έχει σενάριο. σαν απλά να υπάρχει κάποιος που να κατευθύνει τους ηθοποιούς πού πάνω-κάτω να αρχίσουν να τρέχουν, και στα ενδιάμεσα έχουμε κάποιους βλακώδεις διαλόγους για να γεμίζει το κενό. Και μάλιστα, εν είδη οικογενειακής κωμωδίας. Τι είπατε, το έχετε ήδη δει; Κι όμως, ο Γκοτζίλα αντέχει επαναπροβολές, σαν μια ενοχική απόλαυση που δεν βαριέσαι να βλέπεις ξανά και ξανά, “ερωτευμένος” με το too-much τέρας του Τατόπουλου, αλλά και τους απογόνους του…

Βαθμολογία:


Κριτικός: Νίκος Ρέντζος

Έκδοση Κειμένου: 30/5/2019

Ο νέος Χολιγουντιανός Γκοτζίλα έρχεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους μας αλλά η πρώτη φορά που οι Αμερικανοί ασχολήθηκαν με το θρυλικό Ιαπωνικό κάιτζου πάει πίσω στο 1998! Η ομότιτλη ταινία φέρει την σκηνοθετική υπογραφή του Ρόλαντ Έμεριχ και είναι (μέσες-άκρες) αυτό που θα περίμενες από τον Γερμανό σκηνοθέτη.

Οι δοκιμές πυρηνικών όπλων από τη γαλλική κυβέρνηση προκαλούν μετάλλαξη σε μια σαύρα, η οποία αποκτά γιγάντιο μέγεθος και κατευθύνεται προς τη Νέα Υόρκη, διαλύοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Ένας επιστήμονας, μια ρεπόρτερ, ένας γάλλος μυστικός πράκτορας και φυσικά ο αμερικανικός στρατός προσπαθούν να βρουν τρόπο να σταματήσουν την καταστροφική πορεία του πλάσματος.

Πρέπει να έχω δει το φιλμ του Έμεριχ τρεις ή τέσσερις φορές από το 1998 μέχρι πριν ένα βράδυ. Τις δύο πρώτες φορές, όντας πιτσιρικάς, θυμάμαι ότι είχα εντυπωσιαστεί από το εφετζίδικο υπερθέαμα, ειδικά την πρώτη φορά στον κινηματογράφο. Η τρίτη φορά με είχε αφήσει αδιάφορο και έχοντας βρει αρκετά χαζό το φιλμ, όντας τότε σε μια διαφορετική ηλικία, γύρω στα είκοσι έξι, και έχοντας ακολουθήσει εκείνο το διάστημα πιο “ψαγμένα” κινηματογραφικά μονοπάτια. Η τέταρτη και τελευταία με βρήκε ξανά να θεωρώ το φιλμ “χαζό” αλλά αρκετά διασκεδαστικό, με όλες αυτές τις ατέλειες και αφέλειες που το διακρίνουν. Ίσως η νοσταλγική διάθεση για εκείνη τη δεκαετία, ίσως γενικότερα η διάθεση να δω κάτι εύπεπτο σε αυτή την περίοδο της ζωής μου, να έπαιξε το ρόλο της. Όπως και να ‘χει, η ουσία μένει η ίδια. Είδα το Γκοτζίλα του 1998 και μια χαρά πέρασα, παρότι αυτός ο Γκοτζίλα έχει το όνομα αλλά δεν θυμίζει σε τίποτα τον ιάπωνα ξάδερφό του.

Ο Γκοτζίλα του Έμεριχ δεν είναι μια μυθική φιγούρα, δεν είναι ένα πλάσμα με προεκτάσεις που αγγίζουν τα όρια του υπερφυσικού. Είναι ένα ζώο που προσπαθεί να βρει ένα καταφύγιο και που απλώς σκορπά τον πανικό στο διάβα του. Δεν υπάρχει ούτε μια στιγμή που να υπονοείται ότι το πλάσμα είναι κάτι άλλο πέρα από ένα ζώο και από αυτό το σημείο και μόνο, το φιλμ φαίνεται να “χάνει” τους φανατικούς φίλους των οαπωνικών ταινιών. Ακόμα και σε εμένα, που φανατικό φίλο δε με λες αλλά μια γνώση γύρω από αυτά τα φιλμς την έχω και αρκετά τα είχα βρει συμπαθητικά και αξιόλογα για το είδος τους, η φιγούρα και το γενικότερο κλίμα της ταινίας προκαλεί μια αμηχανία, όσο σκέφτομαι ότι το όνομα της ταινίας είναι Γκοτζίλα και το πλάσμα που βλέπω στην οθόνη είναι το ομώνυμο τέρας. Κάπου εκεί αρχίζει και μπαίνει στην κουβέντα και ο σχεδιασμός του πλάσματος, η χρήση ψηφιακών εφέ (όχι καλών ως επί το πλείστον, ακόμα και για τα δεδομένα της εποχής) και ελάχιστων μηχανικών εφέ και ομολογουμένως η αμηχανία μεγαλώνει. Αν το φιλμ είχε διαφορετικό τίτλο ίσως μέχρι σήμερα να είχε αποκτήσει μια καλύτερη φήμη καθώς είναι μια αρκετά διασκεδαστική ταινία της δεκαετίας του 1990, αλλά όχι μια ικανοποιητική ταινία “Γκοτζίλα”.

Έχει λοιπόν θετικά στοιχεία η ταινία αν αφήσουμε απέξω τα παραπάνω αλλά και το πάντα αφελές σενάριο που έχουν τα φιλμ του Έμεριχ; Επιτρέψτε να θεωρήσω ότι έχει. Έχει μερικές αρκετά ικανοποιητικές οπτικά σκηνές. Έχει διάθεση για πλάκα, ακόμα κι αν τα αστεία δεν βρίσκουν τις περισσότερες φορές το στόχο αλλά εγώ ακόμα και αυτό μπορώ να το θεωρήσω αστείο, που μάλιστα λειτουργεί υπέρ της παρακολούθησης της ταινίας. Έχει γρήγορο ρυθμό, έχει σκηνές καταστροφής, όπως περιμένεις να έχει. Έχει σκηνές δράσης υπερβολικές και αναληθοφανείς, όπως περιμένεις να έχει ένα φιλμ του Έμεριχ. Έχει ερμηνείες μια χαρά για το είδος, χωρίς ωστόσο να έχει “καλούς” χαρακτήρες. Επίσης, το φιλμ έχει μια ανατροπή, με σκοπό να δώσει τις βάσεις για μια συνέχεια, καθώς όλοι πίστευαν ότι πάνε για τριλογία. Η ανατροπή αυτή ήταν ένα ακόμα ρίσκο που δουλεύει για τη λογική μιας ταινίας τεράτων αλλά που απομακρύνει ακόμα περισσότερο τη λογική των ταινιών του Γκοτζίλα.

Όπως έγραψα και παραπάνω, η τελευταία προβολή της ταινίας του 1998 με βρήκε σε καλή διάθεση, τόσο πριν την έναρξη όσο και μετά το τέλος της. Κυριότερο πρόβλημά μου ήταν ότι ο Γκοτζίλα δεν ήταν ο Γκοτζίλα, καθώς το πλάσμα αυτό είναι ένας χαρακτήρας πολύ συγκεκριμένος. Ούτε οπτικά αλλά ούτε και σε τίποτα άλλο η σαύρα αυτής της ταινία θύμιζε την αντίστοιχη Ιαπωνική και μάλλον δεν ήθελε κιόλας απ’ ότι κατάλαβα να θυμίσει την γνήσια εκδοχή. Οι Αμερικανοί ήθελαν να φτιάξουν κάτι διαφορετικό αλλά να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν το όνομα για να κερδίσουν μεγαλύτερη μερίδα κοινού. Διαφορετικό όνομα στο φιλμ, διαφορετική αντιμετώπιση από τους πάντες. Άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα της ταινίας είναι το μέγεθος του πλάσματος. Εκεί βρήκα τον εαυτό μου πολλές φορές να κουράζεται που οι δημιουργοί δεν μπόρεσαν να κατασταλλάξουν στο ακριβές μέγεθος με αποτέλεσμα άλλες φορές το πλάσμα να φαίνεται τεράστιο ενώ άλλες η κλίμακα να είναι κατά πολύ μικρότερη. Ένα τρίτο θεματάκι με την ταινία είναι αυτό που ανέφερα και πιο πριν και έχει να κάνει με τους χαρακτήρες. Θα ήθελα να υπάρχουν ένας- δύο χαρακτήρες που να δίνουν κάτι παραπάνω αλλά το σενάριο και οι ατάκες δεν βοηθούν. Ο Γάλλος του Ζαν Ρενό είναι ίσως πιο κοντά σε αυτό που θα ήθελα να έχει το φιλμ αλλά κι εκεί κάτι λείπει. Τελευταίο αρνητικό, η διάθεση στην τελευταία πράξη να κοπιάρουμε το Jurassic Park.

Όσα αρνητικά κι αν βρεις όμως σε ένα φιλμ πάντα θα υπάρχει χώρος για θετική προδιάθεση κι αυτό από την πλευρά μου υπάρχει σχεδόν πάντα. Γνωρίζοντας λοιπόν ποιός είναι ο Έμεριχ και ποιός ο σεναριογράφος του, Ντιν Ντέβλιν, μπορώ πλέον να παρακολουθήσω μια ταινία τους, ξέροντας ακριβώς τι να περιμένω. Για κάποιους αυτό είναι κακό και δεν διαφωνώ καθόλου αλλά περί ορέξεως… Ο γράφων είναι ένα παιδί που έζησε την εφηβεία του στη δεκαετία του 1990 και ο κινηματογράφος και οι βιντεοπαραγωγές της εποχής του είναι οικείος, οπότε κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα δεν έχει με τις “χαζές” ταινίες του Γερμανού καθώς οι περισσότερες κατάφερναν πάντα να με κάνουν να περάσω καλά, έστω κι αν ήθελα κάτι παραπάνω και δεν μου το έδιναν. Το φιλμ βλέπετε ευχάριστα και σήμερα, αν είσαι κι εσύ παιδί των ’90ς και δε σε νοιάζει η σε βάθος προσέγγιση όσων διαδραματίζονται στην οθόνη. Ναι υπάρχουν στιγμές που η λέξη “χαζό” δεν αρκεί για να περιγράψει κάποια από αυτά που βλέπεις ή που λέγονται αλλά, είπαμε, ακόμα και οι κακές ταινίες μπορεί να σε κάνουν να περάσεις καλά με κάποιο τρόπο.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

18 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.