Και μόλις οι δύο πατεράδες βρίσκουν τις ισορροπίες τους και μοιράζουν τους ρόλους τους ώστε οι δύο οικογένειες να συνυπάρχουν αρμονικά, καταφθάνουν για τις διακοπές των Χριστουγέννων οι παππούδες, που δεν τους λες και τους πιο εύκολους και διακριτικούς ανθρώπους του κόσμου. Ο Κερτ, ο τσαμπουκάς παππούς με πολλά άλυτα θέματα με τον γιο του, τον Ντάστι, και στον αντίποδα ο αφελής Ντον που προσπαθεί να βρίσκει λύσεις σε όλα τα προβλήματα των άλλων, ξεχνώντας τα δικά του.

Σκηνοθεσία:

Sean Anders

Κύριοι Ρόλοι:

Will Ferrell … Brad Whitaker

Mark Wahlberg … Dusty Mayron

Mel Gibson … Kurt Mayron

John Lithgow … Don Whitaker

Linda Cardellini … Sara Whitaker

John Cena … Roger

Scarlett Estevez … Megan Mayron

Owen Vaccaro … Dylan Mayron

Alessandra Ambrosio … Karen Mayron

Didi Costine … Adrianna

Liam Neeson … Liam Neeson

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Sean Anders, John Morris

Παραγωγή: Will Ferrell, Chris Henchy, Adam McKay, Kevin J. Messick, John Morris

Μουσική: Michael Andrews

Φωτογραφία: Julio Macat

Μοντάζ: Brad Wilhite

Σκηνικά: Clayton Hartley

Κοστούμια: Carol Ramsey

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Αρνητική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Daddy’s Home 2

Ελληνικός Τίτλος: Ξαναγύρισε ο Μπαμπάς

Εναλλακτικός Τίτλος: Daddy’s Home Two

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Γύρισε ο Μπαμπάς (2015)

Σεναριακή Πηγή

Παραλειπόμενα

  • Μόλις τέσσερις μήνες αφού βγήκε στις αίθουσες το Γύρισε ο Μπαμπάς (2015), ανακοινώθηκε το σίκουελ, με τους ίδιους πρωταγωνιστές και τον ίδιο σκηνοθέτη. Έναν χρόνο αργότερα, εμφανίστηκαν και τα ονόματα των «παππούδων».
  • Παρά τις αρνητικές κριτικές, η ταινία έβγαλε 180,6 εκατομμύρια δολάρια από τα ταμεία.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 28/11/2017

Αν κάποιος επιθυμεί απλά να μπει στο κλίμα των επερχόμενων χριστουγεννιάτικων γιορτών με ολίγη από σκετσάκια στα οποία συμμετέχουν μεγάλα ονόματα του Χόλιγουντ ίσως και να περάσει υποφερτά με αυτό εδώ το σίκουελ. Όσοι έχουν απαιτήσεις έστω για βασικά πράγματα, όπως για παράδειγμα για μια πλοκή με συνοχή, ή έστω μια υποτυπώδη αίσθησή της, πρωτοτυπία στη σύλληψη των όποιων σεναριακών ευρημάτων και αστείων ή ηθοποιούς να καλούνται να κάνουν κάτι παραπάνω από το να υποδυθούν απλά τον εαυτό τους, θα φύγουν με άδεια χέρια.

Από σαχλό επεισόδιο σε κλισέ παρεξήγηση κι από ψευτοσύγκρουση σε προβλέψιμη συμφιλίωση, το “Daddy’s Home 2” είναι ένα έξοχο παράδειγμα συνέχειας εκτελεσμένης με τον πιο τεμπέλικο δυνατό τρόπο, με σκοπό να προκύψει το μέγιστο δυνατό χρηματικό κέρδος με ελάχιστη προσπάθεια, κάτι που οι συντελεστές δεν αποπειρώνται καν να καμουφλάρουν κάπως για τα προσχήματα. Δίνοντας την εντύπωση του ξεχειλωμένου ακόμη και για τη μικρή διάρκειά του, λίγο παραπάνω από μιάμιση ώρα, αυτό που μένει είναι απλά το προϊόν κάποιων εβδομάδων διακοπών σε ένα χειμερινό θέρετρο για καμιά εκατοστή ανθρώπων που επί τη ευκαιρία γύρισαν και κάτι σαν ταινία για το μεροκάματο. Αν το αποτέλεσμα έβγαζε γέλιο ίσως και να ήταν εν τέλει υποφερτό, όμως ύστερα από μια σχετικά ορεξάτη (αλλά όχι και απαραίτητα εμπνευσμένη) αρχή τα αστεία βαλτώνουν κι επαναλαμβάνονται.

Το δίπολο Ferrell και Wahlberg που βρισκόταν σε ανταγωνισμό και στον προκάτοχο αυτού του έργου κι εδώ προεκτείνεται μέσω των κινηματογραφικών πατεράδων τους Lithgow και Gibson αντίστοιχα και σατιρίζει ουσιαστικά τις καρικατούρες που έχουν επικρατήσει ως εικόνες στη σύγχρονη εποχή περί κυρίαρχου και υποδεέστερου κοινωνικά αρσενικού (δυο προβληματικές στον πυρήνα τους έννοιες ούτως ή άλλως) ενώ θα μπορούσε να είναι μια αφορμή για μια διεισδυτική διακωμώδηση των στερεοτυπικών αντιλήψεων επάνω στο τι προσδιορίζει το αντρικό φύλο, στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια βάση επάνω στην οποία πατάνε καλαμπουράκια που ενισχύουν ακριβώς αυτήν την οπτική που ένας πιο συνειδητοποιημένος δημιουργός θα καυτηρίαζε. Αυτή αποτελεί μονάχα μια από τις ενδείξεις του γιατί είναι τόσο τσαπατσούλικο το σενάριο. Άλλο ένα τρανό παράδειγμα είναι το πόσο κακογραμμένοι είναι οι ρόλοι των μητέρων που έχουν σχεδόν μηδενική αλληλεπίδραση με βασικά πρόσωπα της ιστορίας και σχεδόν ανύπαρκτη υπόσταση σαν χαρακτήρες (εξαντλείται σε ένα γνώρισμα έκαστος για την καθεμιά από τις ηρωίδες), στο βαθμό που αν έλειπαν από το σενάριο δε θα έκανε καμία απολύτως διαφορά, κι αυτό είναι κρίμα για τη Linda Cardellini που δείχνει να έχει ένα δικό της ύφος, σε αντίθεση με την Alessandra Ambrosio που είναι προφανές πως δε βρίσκεται στο στοιχείο της προσπαθώντας να ερμηνεύσει. Εκνευριστική είναι και η χαζοχαρούμενη, με το ζόρι γιορτινή ατμόσφαιρα που προσπαθεί να επιβάλλει η ταινία προς το τέλος. Αν κάποιος διασώζεται από όλο αυτό το φιάσκο είναι ο John Lithgow, που πέρα από το γεγονός ότι είναι σίγουρα ο καλύτερος ηθοποιός από ολόκληρο το καστ, είναι ο μοναδικός που καλείται να υποδυθεί έναν ήρωα με κάτι που μοιάζει με ολοκληρωμένη ψυχοσύνθεση, έστω κι αν ο τρόπος με τον οποίο καλύπτεται το πιο «σοβαρό» κομμάτι της προσωπικής του ιστορίας είναι ανολοκλήρωτος, σαν μια ιδέα που θίχτηκε από τη σεναριακή ομάδα, μπήκε στο τελικό κείμενο αλλά έμεινε στα μισά. Όσο κι αν κουράζει το τελικό αποτέλεσμα η παρουσία του είναι πάντοτε απολαυστική. Ο Mel Gibson πάλι περιφέρεται με μια ημιαυτοσαρκαστική διάθεση που στηρίζεται αποκλειστικά επάνω στο σταριλίκι του, με τον ίδιο να μην προσπαθεί ιδιαίτερα ερμηνευτικά. Μέχρι και ο Will Ferrell που ακόμη και στις λιγότερο καλές στιγμές του μπορεί με το πηγαίο χάρισμά του να κάνει ένα κακό υλικό τουλάχιστον πιο ανεκτό, με εξαιρέσεις κάποιες μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού πράγματι αστείες στιγμές, μοιάζει να βαριέται.

Εν ολίγοις, ένα εγχείρημα με έναν πακτωλό δολαρίων στη θέση της καρδιάς, μια κυνική εμπορική κατασκευή δίχως όμως κι έστω μια ελάχιστη έμπνευση.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.