Ο Τόμας Έρικσον, ο πάστορας μιας μικρής εκκλησίας στην επαρχία, τελεί λειτουργία για ένα συρρικνωμένο ποίμνιο μια ζοφερή χειμωνιάτικη Κυριακή. Υποφέρει όμως από κρυολόγημα και μια σοβαρή κρίση πίστης. Μετά τη λειτουργία, προσπαθεί να παρηγορήσει έναν ψαρά που βασανίζεται από φόβους για πυρηνικό ολοκαύτωμα, αλλά ο Τόμας μπορεί να μιλήσει μόνο για τη δική του προβληματική σχέση με τον Θεό. Η Μάρτα, μια δασκάλα, προσφέρει στον Τόμας την αγάπη της ως παρηγοριά για την απώλεια της πίστης του. Αλλά ο Τόμας αντιστέκεται στην αγάπη της τόσο απεγνωσμένα όσο του την προσφέρει κι εκείνη.

Σκηνοθεσία:

Ingmar Bergman

Κύριοι Ρόλοι:

Gunnar Bjornstrand … πάστορας Tomas Ericsson

Ingrid Thulin … Marta Lundberg

Gunnel Lindblom … Karin Persson

Max von Sydow … Jonas Persson

Allan Edwall … Algot Frovik

Kolbjorn Knudsen … Knut Aronsson

Olof Thunberg … Fredrik Blom

Elsa Ebbesen … Magdalena Ledfors

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Ingmar Bergman

Παραγωγή: Allan Ekelund

Μουσική: Evald Andersson

Φωτογραφία: Sven Nykvist

Μοντάζ: Ulla Ryghe

Σκηνικά: P.A. Lundgren

Κοστούμια: Mago

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Nattvardsgasterna
  • Ελληνικός Τίτλος: Χειμωνιάτικο Φως
  • Διεθνής Τίτλος: Winter Light
  • Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Οι Κοινωνούντες

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Παραλειπόμενα

  • Δεύτερο μέρος της καθιερωμένης ως Τριλογίας Δωματίου (με κοινό θέμα την πίστη), αν και ο Ingmar Bergman αναθεώρησε αργότερα την ιδέα της τριλογίας, παρότι αρχικά την είχε εγκρίνει.
  • Ο Bergman εμπνεύστηκε τη δημιουργία της ταινίας μετά από μια συζήτηση με κληρικό, που του είχε αφηγηθεί ότι είχε δώσει πνευματικές συμβουλές σε έναν ψαρά, ο οποίος όμως ακολούθως αυτοκτόνησε. Ως καλλιτεχνική του επιρροή όρισε το Ημερολόγιο ενός Εφημέριου (1951) του Robert Bresson.
  • Ο σουηδός δημιουργός προσπάθησε να οικοδομήσει το σενάριο ως “μουσική δωματίου” σε τρεις πράξεις. Νοηματικά, ήθελε να έρθει απέναντι στη σουηδική εκκλησία, που αισθάνονταν ότι καταδίκαζε τον εαυτό της αποτυγχάνοντας να κρατήσει αυτά που είχαν αληθινή σημασία.
  • Με αυτό το φιλμ, ο Bergman έκανε το τολμηρό βήμα να δώσει στον πατέρα του, τον κληρικό Erik Bergman, να διαβάσει το σενάριο. Όπως θα δηλώσει, εκείνος το διάβασε τρεις φορές. Βέβαια, ο χαρακτήρας του Έρικσον της ταινίας σημαίνει στα σουδικά “γιος του Έρικ”, άρα ο Bergman λογικά τον προσομοίωνε με τον εαυτό του και όχι τον πατέρα του.
  • Ενώ βλέπουμε στην ταινία ότι η εκκλησία είναι εξωτερικά η Skattunge στη σουηδική κοινότητα Όρσα, εσωτερικά όλα είναι κατασκευασμένα στα στούντιο Filmstaden, μια και δεν επιτρέπονταν εντός του ιερού χώρου γυρίσματα. Ενώ μάλιστα το πλατό δεν είχε οροφή, ο σκηνοθέτης έβαλε το επιτελείο να κατασκευάσει.
  • Ο Sven Nykvist μελέτησε επί έναν μήνα τους φωτισμούς εντός εκκλησίας σε διαφορετικές στιγμές της ημέρας, διεξάγοντας φωτογραφικά πειράματα.
  • Ο Bergman ήθελε να γυριστεί αυτή η ταινία σε πιο αργό τέμπο σε σχέση με τις προηγούμενες του, μια και ήθελε να αρδεύσει οπτικά τα κατάλληλα συναισθήματα από το καστ. Παρόλα αυτά, δεν χρειάστηκε να παρθούν ασυνήθιστα πολλές λήψεις για την κάθε σκηνή.
  • Ταυτόχρονα με την ταινία γυρίζονταν το ντοκιμαντέρ Ingmar Bergman Makes a Movie από τον Vilgot Sjoman, που ουσιαστικά είναι ένα making-of της.
  • Η ταινία δεν είχε προβληθεί στη χώρα μας στην εποχή της, και ήρθε μέσω φεστιβάλ. Τόσο με τον μεταφρασμένο από τον σουηδικό τίτλο Οι Κοινωνούντες, όσο και από αυτόν της αγγλικής εκδοχής, Χειμωνιάτικο Φως.

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου: 2/8/2025

Το «Χειμωνιάτικο Φως» (1962) του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αναδύεται ως ένα από τα πιο σκοτεινά και διεισδυτικά έργα της φιλμογραφίας του, αποτελώντας το δεύτερο μέρος της «Τριλογίας της Σιωπής» -μιας σειράς ταινιών που διερευνούν τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για αποκάλυψη ενός απόμακρου, σιωπηλού Θεού. Η ταινία συμπυκνώνει τη ζωή του πάστορα Τόμας Έρικσον σε ένα μοιραίο κυριακάτικο απόγευμα του Νοεμβρίου, σκιαγραφώντας με συγκλονιστική ακρίβεια την παρακμή του Χριστιανισμού και την υπαρξιακή αγωνία ενός άνδρα παγιδευμένου στην προσωπική του θλίψη και στην απουσία του θείου.

Ο Τόμας, σωματικά και ψυχικά εξαντλημένος, εξυπηρετεί δύο μικρές κοινότητες, όπου η εκκλησιαστική ζωή έχει σχεδόν εκλείψει. Η εικόνα των εννέα ενοριτών με ανέκφραστα πρόσωπα, οι αποστασιοποιημένοι συνεργάτες του -ο οργανίστας και ο επίτροπος- και η γενικότερη απουσία ποιμένων στα γύρω χωριά συνθέτουν ένα πορτρέτο πλήρους θρησκευτικής ερημίας. Μέσα σε αυτή την παρακμή, ο Τόμας φέρει το ανυπέρβλητο βάρος του θανάτου της συζύγου του, αρνούμενος ακόμα και την απλή παρηγοριά μιας αφοσιωμένης οικονόμου. Η ψυχική του κατάρρευση εντείνεται από μια είδηση στην εφημερίδα για την κατάσταση στην Κίνα -μια είδηση που τον στοιχειώνει και αναδεικνύει την αδυναμία του να συμφιλιώσει την πίστη του με τη βίαιη, ωμή πραγματικότητα του κόσμου. Γεμάτος αντιφάσεις, ο Τόμας κηρύττει την εμπιστοσύνη στον Θεό, ενώ ταυτόχρονα βιώνει την απόλυτη απουσία Του.

Η κεντρική σύγκρουση της ταινίας εκδηλώνεται στη συνάντηση του Τόμας με τον ψαρά Γιόνας Πέρσον, ο οποίος, τρομοκρατημένος από τον πιθανό πυρηνικό πόλεμο, αναζητά απαντήσεις στην καίρια ερώτηση: «Γιατί πρέπει να ζήσουμε;». Ο Τόμας, ανίκανος να προσφέρει λύτρωση, εξομολογείται στη δασκάλα Μάρτα πως αυτό που τον βασανίζει είναι η σιωπή του Θεού, η οποία τον έχει αποκόψει από κάθε αίσθηση νοήματος. Η απάντησή του στον Γιόνας είναι ασύνδετη και ψυχρή, αποκαλύπτοντας την αδυναμία του να ανταποκριθεί στην αγωνία του άλλου. Η τραγική συνέπεια αυτής της συνάντησης -η αυτοκτονία του Γιόνας- επιτείνει την κρίση του Τόμας, αναγκάζοντάς τον να αντικρίσει την απόλυτη απελπισία.

Σε αντίθεση με τη νευρωτική, εσωστρεφή πίστη του Τόμας, προβάλλει η φιγούρα της Μάρτα -μιας γυναίκας που τον αγαπά ανιδιοτελώς και επιθυμεί να γίνει σύντροφός του. Αν και άθεη, η Μάρτα εκφράζει μια ριζικά διαφορετική προσέγγιση: την αγάπη προς τον άνθρωπο, δίχως υπερφυσικές αναφορές. Συμμετέχει στη λειτουργία όχι από θρησκευτική πίστη, αλλά από αγάπη προς τον Τόμας. Για τον Μπέργκμαν, η ποιότητα της πίστης αποκαλύπτεται στη σχέση με τους άλλους ανθρώπους. Ο κλειστός, καταθλιπτικός πάστορας βιώνει μια απομονωμένη, νευρωτική πίστη. Η προσευχή της Μάρτα -«Αν μπορούσα, Θεέ μου, βοήθησέ με να οδηγήσω τον πάστορα έξω από την απάθειά του και έξω από τον ψεύτικο, κατασκευασμένο Θεό του… να εμπιστευτούμε ο ένας τον άλλον και να δείξουμε τρυφερότητα… να πιστέψουμε σε μια αλήθεια»- αποκαλύπτει την ουσία της ταινίας: την ανάγκη για ανθρώπινη σύνδεση και τρυφερότητα, ως προϋπόθεση για μια αληθινή, φωτεινότερη πίστη.

Αν και καταβεβλημένος, ο Τόμας τελεί τη λειτουργία και στη δεύτερη άδεια ενορία του, με τη «μη πιστή» Μάρτα ως τη μοναδική παρούσα. Ολοκληρώνει τη λειτουργία από επαγγελματικό και ιερατικό καθήκον, με μια ραγισμένη, βασανισμένη αλλά επίμονη πίστη. Η ταινία κλείνει με το ερώτημα «Αν μπορούσαμε να πιστέψουμε…», υποδηλώνοντας ότι η αληθινή πίστη -είτε στον Θεό είτε στην αγάπη- απαιτεί άνοιγμα, τρυφερότητα και σύνδεση με τον άλλον.

Ο Μπέργκμαν, μέσα από μια λιτή, σχεδόν εξαγνισμένη κινηματογραφική φόρμα, αναδεικνύει το βάρος μιας ύπαρξης χωρίς ελπίδα ή παρηγοριά. Η αγωνία, ο φόβος, η προσμονή για απαντήσεις που δεν έρχονται διατρέχουν την αφήγηση και συναντούν το ταπεινό, καθημερινό ανθρώπινο δράμα. Η στροφή της κάμερας στη σπαρακτική εξομολόγηση της Μάρτα σηματοδοτεί μια στιγμή υπαρξιακής γύμνιας, όπου η αγάπη προβάλλει ως «η πιο επίμονη ερώτηση προς το κενό». Ωστόσο, μέσα σ’ αυτό το λυκαυγές του μηδενός, η ελπίδα ίσως διασώζεται στη λεπτή συμφιλίωση με την αγάπη -ακόμη κι αν αυτή μείνει αναπάντητη. Αυτό σηματοδοτεί το εκπληκτικής εικαστικής σύλληψης σκοτεινό πλάνο του Σβεν Νίκβιστ, με τη Μάρτα σκυμμένη στο στασίδι σε στάση. Εκεί, στην τελευταία λειτουργία, υπό το βλέμμα ενός Θεού που δεν απαντά, γεννιέται η δυνατότητα ενός άλλου νοήματος: πως η βαθύτερη υπαρξιακή δοκιμασία δεν εκπληρώνεται στην αναζήτηση μιας θείας απάντησης, αλλά στην πεισματική, σχεδόν αμήχανη επιμονή να αγαπάς μέσα στη σιωπή. Με την πιθανή αποδοχή αυτής της αδολίευτης αγάπης, ίσως υπάρχει ελπίδα και για τον Τόμας.

Το «Χειμωνιάτικο Φως», βαθιά υπαρξιακό και θρησκευτικό έργο, αποτελεί ένα διεισδυτικό ψυχογράφημα της πίστης εν μέσω κρίσης και της ανθρώπινης ανάγκης για σύνδεση. Μέσα από την απεικόνιση μιας εκκλησιαστικής κοινότητας σε πλήρη παρακμή και την εσωτερική οδύσσεια του πάστορα Τόμας Έρικσον, ο Μπέργκμαν εξερευνά τη σιωπή του Θεού, την απουσία νοήματος και την πιθανότητα λύτρωσης μέσω της αγάπης. Η ταινία δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, αλλά αναδεικνύει με συγκλονιστικό τρόπο την αγωνία του ανθρώπου μπροστά στη σιωπή του Θεού και την παντοτινή αναζήτηση νοήματος και αγάπης σε έναν κόσμο που συχνά μοιάζει εγκαταλελειμμένος.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Γκαλερι φωτογραφιων

17 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *