
Ο Βασίλης, ένας σκηνοθέτης στα 35, γεμάτος ψυχαναγκασμούς και σε καθοδική επαγγελματική πορεία, βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να μαζέψει χρήματα για μια ταινία που δεν θέλει να κάνει, ένα έπος εποχής με ερωτικό τρίγωνο. Πρέπει μέσα σε μία εβδομάδα να παίξει σε μια διαφήμιση κινέζικης μπύρας, να κινηματογραφήσει ένα φιλανθρωπικό γκαλά στα βόρεια προάστια και να σκηνοθετήσει μια ξεπεσμένη πρώην ηθοποιό σταρ της τηλεόρασης που θέλει να επανέλθει στο προσκήνιο ερμηνεύοντας τις Τρεις Αδελφές του Τσέχωφ σε μονόλογο. Παράλληλα, ο Βασίλης πρέπει να διαχειριστεί την εξουσιαστική παραγωγό του, την παθητικά επιθετική μητέρα του, τις ανασφάλειες της κοπέλας του, τον καρκίνο που ίσως του χτυπά την πόρτα, την τεράστια συλλογή από έργα τέχνης που άφησε πίσω ο συλλέκτης πατέρας του και κυρίως τον κακό (πολύ κακό) του εαυτό.
Σκηνοθεσία:
Βασίλης Χριστοφιλάκης
Κύριοι Ρόλοι:
Βασίλης Χριστοφιλάκης … Βασίλης/Billy David
Κίττυ Παιταζόγλου … Γκόλντι
Νικολίτσα Ντρίζη … Έλενα
Ελένη Ουζουνίδου … Δήμητρα
Κωνσταντίνα Μιχαήλ … Κωνσταντίνα Γαβριήλ
Ελίνα Ριζου … Μπέτυ
Λένα Δροσάκη … Ιωάννα
Ζήσης Ρούμπος … ο υπάλληλος καταστήματος
Άλκηστις Πουλοπούλου … η συγγραφέας
Νίκος Μαγδαληνός … πρόεδρος ΕΚΚ
Δημοσθένης Φίλιππας … Πέτρος
Κατερίνα Βανέζη … μέντιουμ
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Βασίλης Χριστοφιλάκης
Παραγωγή: Βασίλης Χριστοφιλάκης, Ελένη Πετρίτση
Μουσική: Κωνσταντίνος Ευαγγελίδης
Φωτογραφία: Παύλος Μαυρικίδης
Μοντάζ: Γιώργος Αλεφάντης
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Too Much Info Clouding Over My Head
- Διεθνής Τίτλος: Too Much Info Clouding Over My Head
Κύριες Διακρίσεις
- Καλύτερο ντεμπούτο και βραβείο FIPRESCI στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
- Ειδικό βραβείο στο φεστιβάλ της Κύπρου.
- Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενης ηθοποιού (Ελένη Ουζουνίδου) στο φεστιβάλ Αθηνών.
Παραλειπόμενα
- Πρωτόλεια μεγάλου μήκους ταινία για τον Βασίλη Χριστοφιλάκη, αλλά και πρώτη του ερμηνευτική παρουσία στη μεγάλη οθόνη.
- Όλη σχεδόν η ταινία γυρίστηκε στο Παγκράτι, την περιοχή που θεωρείται η πρωτεύουσα των χίπστερ της Αθήνας.
- Δεν υπάρχει πουθενά αυτοσχεδιασμός, παρά την ανεξάρτητη φύση του φιλμ, ενώ ο Χριστοφιλάκης δεν λείπει από κανένα πλάνο.
- Με μόλις 426 κομμένα εισιτήρια, βρέθηκε στη 18η θέση ανάμεσα στις ελληνικές παραγωγές της σαιζόν. Προβλήθηκε σε μόλις 3 αίθουσες για δύο εβδομάδες.
Κριτικός: Σταύρος Γανωτής
Έκδοση Κειμένου: 14/6/2024
Το πρώτο φιλμ του Βασίλη Χριστοφιλάκη εμπεριέχει όλη αυτή τη λάμψη που πρέπει να έχουν οι ταινίες πρωτοεμφανιζόμενων δημιουργών. Και εάν διερωτάστε το πού βρίσκω τη λάμψη μέσα σε ένα ασπρόμαυρο b-movie, αυτό έγκειται στην αυθεντικότητα ενός δημιουργού που δεν κάνει καμία χάρη σε κανέναν. Πάμε λοιπόν να πούμε δύο πράγματα για το νέο «no budget story».
Η λογική εδώ είναι μεν γουντιαλενική, αλλά ο Βασίλης δεν είναι Αμερικάνος και ούτε συμπεριφέρεται ως ένας τέτοιος. Είναι ο άμοιρος Έλληνας που θέλει να αποφύγει μια ζωή στη σκιά του «αφεντικού του μαγαζιού» και τα δίνει όλα για να πραγματοποιήσει τα όνειρα του. Φυσικά, όπως συμβαίνει πολύ συχνά, η επαφή του με το «γνώθι σαυτόν» είναι κάτι στο οποίο δεν έκανε την παραμικρή στάση για να το αφουγκραστεί, ενώ έχει κηρύξει πόλεμο σε όλα τα κακώς κείμενα της κοινωνίας, πέραν φυσικά των δικών του ελαττωμάτων. Η κλασικότατη φράση «πρώτα διορθώνουμε τον εαυτό μας εάν θέλουν να διορθώσουμε τους άλλους» ανήκει σε ένα κεφάλαιο σχολικού βιβλίου, από αυτά που συνήθως δεν είναι στα «sos», άρα και κανείς εδώ γύρω σχεδόν ποτέ δεν διαβάζει…
Ο δημιουργός όμως Βασίλης έχει τη μαγκιά να σατιρίσει πρωτίστως το άλτερ έγκο του στην ταινία, πριν «αλλάξει τα φώτα» και στους γύρω του. Δικαιωματικά λοιπόν αποδεχόμαστε την τόσο πιπεράτη κριτική επί όσων αφορούν το κινηματογραφικό-καλλιτεχνικό γίγνεσθαι στη χώρα μας, τα οποία δεν χρειάζεται να είσαι στην πιάτσα για να τα αποδεχτείς, μια κι έχεις «φάει στα μάπα» την επαλήθευση της εν λόγω κριτικής επί των αιθουσών μας. Ως προς αυτό, φυσικά και είναι σουρεάλ το ότι ο Βασίλης δεν πέφτει πάνω σε καμία νορμάλ περίπτωση, παρότι -αλίμονο- υπάρχουν αρκετές στη χώρα μας- αλλά κι αυτό μπορεί να κριθεί στο ότι ο ίδιος τραβάει τις κουλές περιπτώσεις όντας άτομο χαμηλής αξιοπιστίας-ιδιοσυγκρασίας. Άλλωστε κωμωδία βλέπουμε, όχι άρθρο σε κινηματογραφικό περιοδικό.
Εξίσου εύστοχα είναι τα ερωτήματα που θέτονται ως προς το γιατί κάποιος επιλέγει να εκφραστεί (;) μέσω της τέχνης. Μήπως το εκφραστεί, που είναι το υγειές, είναι απλά γραμμένο στην ταμπέλα του (συχνότατη -όπως παρατηρεί και η ταινία- η αυτο-ανακήρυξη σε καλλιτέχνη), και εντέλει ισχύει κάτι άλλο; Μήπως να «αναδειχτεί», να «ξεχωρίσει», να «εκδικηθεί», να «αποκτήσει έλεγχο-εξουσία ανάμεσα στους συνανθρώπους του»; Γιατί μπορεί όλα αυτά να προκύπτουν πράγματι όταν κάποιο καλλιτέχνημα σε φέρνει ψηλά στην επικαιρότητα, αλλά εάν αυτά έχουν εξαρχής πάρει τη θέση της απλούστατης «έκφρασης», μόνο ποιοτικός καλλιτέχνης δεν θα μπορέσεις να γίνεις…
Η εύστοχη πλάκα είναι πανταχού παρούσα καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, και σε ένα ύφος που δεν είναι ό,τι πιο πρωτότυπο στο παγκόσμιο σινεμά, αλλά πλέον καλοδεχούμενο όταν -αυτή τη φορά- αφορά δικές μας παραστάσεις. Τα πάντα βγάζουν γέλιο, ενώ ούτε η ειρωνεία που κρύβεται σε κάθε ατάκα δεν φανερώνει εγωπάθεια, μια και δεν μένει στο απυρόβλητο ούτε ο «κριτικός επί των πάντων». Είναι μοντέρνο, είναι το διαφορετικό που αναζητά για την ψυχαγωγία το ελληνικό σινεμά, είναι ένα φιλμ που πρέπει να ψαχτούν εκεί στην ακαδημία των Ίρις που το άφησαν έξω από κάθε κατηγορία τους. Η επαλήθευση που λέγαμε…
Βαθμολογία:
![]()
![]()

Κριτικός: 
