
Αναρέν, Τέξας, 1951. Ο Σόνι κι ο Ντουέιν είναι κολλητοί φίλοι. Περνώντας το δύσκολο στάδιο προς την ενηλικίωση, ασχολούνται με αυτά που γνωρίζουν καλύτερα: σινεμά, μπάσκετ και κορίτσια. Η κοπέλα του Ντουέιν είναι η Τζάσεϊ, μια κοπέλα που την θέλουν όλοι στο σχολείο και το γνωρίζει. Όμως, η πόλη αργοπεθαίνει καθώς την εγκαταλείπουν οι κάτοικοι της αναζητώντας την τύχη του σε κάποια μεγαλύτερη πόλη. Οι δύο νέοι θα διχαστούν ανάμεσα στο κάλεσμα μιας μεγαλύτερης τύχης και το να μείνουν στο Αναρέν όπου τους περιμένουν μόνο ένα μπιλιαρδάδικο και το σινεμά.
Σκηνοθεσία:
Peter Bogdanovich
Κύριοι Ρόλοι:
Timothy Bottoms … Sonny Crawford
Jeff Bridges … Duane Jackson
Cybill Shepherd … Jacy Farrow
Ben Johnson … Sam
Cloris Leachman … Ruth Popper
Ellen Burstyn … Lois Farrow
Eileen Brennan … Genevieve
Clu Gulager … Abilene
Sam Bottoms … Billy
Randy Quaid … Lester Marlow
John Hillerman … δάσκαλος
Jessie Lee Fulton … Δις Mosey
Noble Willingham … Chester
Frank Marshall … Tommy Logan
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Larry McMurtry, Peter Bogdanovich
Παραγωγή: Stephen J. Friedman, Bob Rafelson
Φωτογραφία: Robert Surtees
Μοντάζ: Peter Bogdanovich, Donn Cambern
Σκηνικά: Polly Platt
Κοστούμια: Polly Platt
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: The Last Picture Show
- Ελληνικός Τίτλος: Η Τελευταία Παράσταση
Άμεσοι Σύνδεσμοι
- Τέξασβιλ (1990)
Σεναριακή Πηγή
- Μυθιστόρημα: The Last Picture Show του Larry McMurtry.
Κύριες Διακρίσεις
- Όσκαρ δεύτερου αντρικού ρόλου (Ben Johnson) και δεύτερου γυναικείου ρόλου (Cloris Leachman). Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, δεύτερο αντρικό ρόλο (Jeff Bridges), δεύτερο γυναικείο ρόλο (Ellen Burstyn), διασκευασμένο σενάριο και φωτογραφία.
- Χρυσή Σφαίρα δεύτερου αντρικού ρόλου (Ben Johnson). Υποψήφιο για καλύτερη ταινία (δράμα), σκηνοθεσία, δεύτερο γυναικείο ρόλο (Ellen Burstyn και Cloris Leachman) και νέο αστέρι (Cybill Shepherd).
- Βραβείο Bafta δεύτερου αντρικού ρόλου (Ben Johnson), δεύτερου γυναικείου ρόλου (Cloris Leachman) και σεναρίου. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία και δεύτερο γυναικείο ρόλο (Eileen Brennan).
Παραλειπόμενα
- Όπως είχε αφηγηθεί ο Peter Bogdanovich, περιμένοντας στην ουρά ενός φαρμακείου, έπεσε το μάτι του στο ράφι με τα βιβλία, κι εκεί εντόπισε τον τίτλο The Last Picture Show που του φάνηκε πολύ ενδιαφέρον. Επεξεργαζόμενος το συγκεκριμένο βιβλίο, είδε πως αφορούσε “παιδιά που μεγάλωναν στο Τέξας”, χάνοντας το ενδιαφέρον του και βάζοντας το βιβλίο πίσω στη θέση του. Λίγες όμως εβδομάδες μετά, ο ηθοποιός Sal Mineo έδωσε μια κόπια του στην Polly Platt, τη σύζυγο και συνεργάτιδα του Bogdanovich, και δήλωσε λύπη που ήταν ήδη πολύ μεγάλος για να μπορέσει να παίξει σε μια κινηματογραφική του διασκευή. Σε δείπνο με τον παραγωγό Bert Schneider που ρωτούσε τον σκηνοθέτη ποια θα ήθελε να είναι η δεύτερη του ταινία, εκείνος δεν είχε απάντηση. Η σύζυγος του όμως είχε διαβάσει το βιβλίο και το έθεσε προς συζήτηση. Ο παραγωγός έδειξε ένα ενδιαφέρον, και η Platt ακολούθως έπεισε τον σύζυγο της να ξεπεράσει τους ενδοιασμούς του.
- Ο Stephen J. Friedman δεν είχε καμία σχέση με τη δημιουργία ταινιών και ήταν απλά δικηγόρος της Columbia Pictures. Θέλοντας όμως να εισχωρήσει στην έβδομη τέχνη, αγόρασε τα δικαιώματα του ημι-αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος του 1966, με τον Bogdanovich να τον προσλαμβάνει ως παραγωγό.
- Ο Bogdanovich φιλοξενούσε σπίτι του τον Orson Welles, και συζήτησε μαζί του το ενδεχόμενο να κάνει το φιλμ ασπρόμαυρο, κάτι ασυνήθιστο για εκείνη την εποχή. Αμφότεροι συμφώνησαν ότι θα βοηθούσε αισθητικά.
- Τα γυρίσματα έλαβαν χώρα στη μικρή πόλη Άρτσερ Σίτι, γενέτειρα του συγγραφέα Larry McMurtry, αν και στο βιβλίο του την αναφέρει ως Θαλία. Ο Bogdanovich προτίμησε το όνομα Αναρέν, που ήταν μια “πόλη φάντασμα” 13 χιλιόμετρα νότια της Άρτσερ. Η συγγένεια του ονόματος αυτού με την Αμπιλέν στο Κόκκινο Ποτάμι (1948) του Howard Hawks ήταν εσκεμμένη, και δεν είναι επίσης τυχαίο που αυτή την ταινία παρακολουθούν στο φινάλε οι ήρωες της Τελευταίας Παράστασης.
- Με το πέρας των γυρισμάτων, ο Bogdanovich πήρε το υλικό και το μόνταρε μοναχός του στο Λος Άντζελες. Δεν θέλησε όμως στους τίτλους να μπει και ως μοντέρ, θεωρώντας αρκετή την αναφορά του στη σκηνοθεσία και το σενάριο. Όταν όμως η συνδικαλιστική ένωση των μοντέρ τού ζήτησε ένα όνομα, εκείνος πρότεινε τον Donn Cambern, ο οποίος εργάζονταν στο μοντάζ άλλης ταινίας σε διπλανή αίθουσα, και είχε βοηθήσει τον Bogdanovich πάνω σε γραφειοκρατική αγγαρεία. Από την άλλη, ο Cambern είχε αφηγηθεί μια εντελώς διαφορετική ιστορία, χωρίς να έχει ξεκαθαριστεί ποιανού ήταν η αληθινή. Είπε πως ναι μεν ο Bogdanovich είχε κάνει ένα αρχικό μοντάζ, που το είχε δείξει σε φίλους, όπως ο Jack Nicholson και ο Bob Rafelson, και τον ίδιο. Αλλά ενώ υπήρχε η αίσθηση πως ήταν σπουδαία ταινία, χρειάζονταν καλύτερο μοντάζ. Ο Cambern λέει εδώ ότι ο Bogdanovich τού ανέθεσε αυτή την τελική μορφή, στην οποία ο μοντέρ έβαλε την προσωπική του σφραγίδα σε πολλά σημεία.
- Για τη Cybill Shepherd, αυτό ήταν το κινηματογραφικό της ντεμπούτο.
- Η ταινία δεν τα πήγε καλά μόνο στις κριτικές, αλλά αρίστευσε και στα ταμεία. Με κόστος 1,3 εκατομμύρια δολάρια, εισέπραξε 29,1.
- Ο Larry McMurtry είχε γράψει το 1987 ένα μυθιστόρημα που συνέχιζε την ιστορία των ίδιων ηρώων, τουλάχιστον των περισσότερων από αυτούς. Ο Bogdanovich θα το διασκευάσει και αυτό, το Τέξασβιλ, το 1992, με τους Jeff Bridges, Timothy Bottoms, Cybill Shepherd, Cloris Leachman, Randy Quaid και Eileen Brennan να επαναλαμβάνουν τους ρόλους τους. Παρότι όμως το καστ ήταν πλέον αστέρια πρώτου μεγέθους και όχι άσημοι νεαροί ηθοποιοί, η ταινία αποτέλεσε μια παταγώδη αποτυχία.
- Ο Bogdanovich παρουσίασε το 1992 ένα director’s cut, που διαρκεί 127 λεπτά. Το επιπλέον υλικό είχε κοπεί επειδή η Columbia είχε θέσει ως όριο μια διάρκεια 119 λεπτών.
Μουσικά Παραλειπόμενα
- Ο σκηνοθέτης δεν θέλησε να γραφτεί νέα μουσική για το φιλμ, χρησιμοποιώντας τραγούδια που είχαν ήδη κυκλοφορήσει την εποχή που τοποθετούνταν η ταινία. Ανάμεσα τους αρκετά από τον Hank Williams Sr., με το σύνολο να αφορά κάντρι ακούσματα.
Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης
Έκδοση Κειμένου: 20/8/2025
Χρισμένος ως ένα από τα «χρυσά αγόρια» του Νέου Χόλιγουντ, ο Peter Bogdanovich υπήρξε ένας νέο-κλασικιστής σκηνοθέτης, του οποίου οι ταινίες θυμίζουν έντονα το ύφος των John Ford και Howard Hawks. Η νοσταλγία αποτελεί ένα από τα επαναλαμβανόμενα θέματα στο έργο του, το οποίο πηγάζει από το υπόβαθρό του ως σινεφίλ ιστορικός, μέσα από τις μελέτες, τις συνεντεύξεις και τις φιλίες που ανέπτυξε με σημαντικούς δημιουργούς της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ.
Η ταινία «The Last Picture Show» (1971) του Bogdanovich αποτελεί ένα από τα πλέον καθοριστικά έργα του Νέου Χόλιγουντ, καθώς συνδυάζει την προσωπική κινηματογραφική ματιά του σκηνοθέτη με την πεζογραφική βάση του Larry McMurtry, δημιουργώντας ένα πολυδιάστατο πορτρέτο της αμερικανικής επαρχίας στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Στην καρδιά της ταινίας βρίσκεται η μικρή πόλη Anarene του Τέξας, ένας τόπος που παρακμάζει αργά αλλά αναπόφευκτα, συμπαρασύροντας μαζί του τις ελπίδες και τις ζωές των κατοίκων του.
Η Anarene παρουσιάζεται ως ένας τόπος στασιμότητας, όπου η νεολαία παγιδεύεται ανάμεσα στην πλήξη, την επιθυμία για διαφυγή και την αίσθηση ενός μέλλοντος που δεν θα έρθει ποτέ. Το κλείσιμο του τοπικού κινηματογράφου, του τελευταίου χώρου συλλογικής ψυχαγωγίας και φαντασίας, λειτουργεί ως ισχυρό σύμβολο · δεν σηματοδοτεί μόνο την πολιτιστική εξαφάνιση μιας κοινότητας, αλλά και το τέλος ενός ολόκληρου τρόπου ζωής. Έτσι, η ταινία δεν περιορίζεται απλά σε μια ιστορία ενηλικίωσης, αλλά εξελίσσεται σε έναν στοχασμό πάνω στη φθορά του αμερικανικού ονείρου.
Ο Bogdanovich, γνήσιος σινεφίλ και κληρονόμος της παράδοσης του κλασικού Χόλιγουντ, επενδύει το έργο με μια νοσταλγία όχι ειδυλλιακή, αλλά με ένα βλέμμα που συνδυάζει τη γοητεία με τη φθορά. Οι χαρακτήρες βιώνουν τον έρωτα, τη φιλία και τη σεξουαλική αφύπνιση όχι ως ευκαιρίες λύτρωσης, αλλά ως πηγές απογοήτευσης, ματαίωσης και μοναξιάς. Στην ταινία η νοσταλγία συνυπάρχει με την αποκάλυψη των σκοτεινών όψεων της ανθρώπινης εμπειρίας: μοιχεία, αποξένωση, θάνατος, απώλεια.
Η ταινία χτίζει ένα μωσαϊκό μορφών που ενσαρκώνουν διαφορετικές εκδοχές της απώλειας:
Ο Sam το «Λιοντάρι» (Ben Johnson) ενσαρκώνει την πατρική φιγούρα, τον τελευταίο φορέα σοφίας και ελπίδας, του οποίου ο θάνατος επισημοποιεί το τέλος ενός κόσμου.
Η Lois (Ellen Burstyn) εκφράζει την πικρή συνειδητοποίηση μιας γυναίκας που πρόδωσε τον εαυτό της για κοινωνική αποδοχή.
Η Jacy (Cybill Shepherd) αναδεικνύεται ως η προσωποποίηση μιας νέας γενιάς που χρησιμοποιεί τη γοητεία ως κοινωνικό κεφάλαιο, αναπαράγοντας όμως την κενότητα των προγενεστέρων.
Η Ruth (Cloris Leachman) συγκεντρώνει όλη τη δραματικότητα της μοναξιάς, προσφέροντας στην ταινία την πιο αυθεντική στιγμή τρυφερότητας.
Οι Sonny (Timothy Bottoms) και Duane (Jeff Bridges), φορείς της νεανικής ανησυχίας, βιώνουν τις πρώτες εμπειρίες ζωής με την αίσθηση ενός αναπόδραστου αδιεξόδου.
Μέσα από αυτούς τους χαρακτήρες, η Anarene αποκτά ψυχή, αποτυπώνοντας το ψυχολογικό και κοινωνικό αδιέξοδο μιας ολόκληρης εποχής.
Η επιλογή του ασπρόμαυρου φιλμ, σε συνδυασμό με την ατμοσφαιρική φωτογραφία του Robert Surtees, χαρίζει στην ταινία μια κλασική, ελεγειακή όψη που ενισχύει τη μελαγχολία του θέματος. Οι εικόνες του ανέμου, της σκόνης και των άδειων δρόμων λειτουργούν ως εικαστικά μοτίβα παρακμής, ενώ το soundtrack με τραγούδια του Hank Williams αναδεικνύει τη μελαγχολία της καθημερινότητας. Ο Bogdanovich αποφεύγει τον φορμαλισμό και την υπερβολή, επιλέγοντας μια απέριττη αφήγηση που φωτίζει την ψυχική ένδεια με ωμή ειλικρίνεια.
Κεντρικό φιλοσοφικό στίγμα της ταινίας αποτελεί η αναφορά στον ρομαντικό ποιητή John Keats: «Η ομορφιά είναι αλήθεια, η αλήθεια ομορφιά -αυτό είναι όλο που γνωρίζουμε στη γη, και όλο που πρέπει να ξέρουμε». Η φράση αποκτά κινηματογραφική υπόσταση, αποκαλύπτοντας ότι η ομορφιά, ακόμη και όταν συνοδεύεται από πόνο και ματαίωση, παραμένει ο δρόμος προς την αλήθεια. Το «τελευταίο σινεμά» της πόλης δεν είναι μόνο ένας χώρος προβολών · είναι το σύμβολο μιας συλλογικής ονειροπόλησης, της ανάγκης του ανθρώπου να βρει καταφύγιο σε κάτι που υπερβαίνει τη μίζερη πραγματικότητα.
Το «The Last Picture Show» δεν αποτελεί απλώς την καλλιτεχνική εκτόξευση του Bogdanovich, ούτε μόνο έναν σταθμό του Νέου Χόλιγουντ. Είναι ένα έργο που ενώνει το προσωπικό με το συλλογικό · από τη μία μια ιστορία ενηλικίωσης γεμάτη αγωνία, από την άλλη μια κριτική αποτύπωση της φθοράς μιας Αμερικής που χάνει την αθωότητά της. Η ταινία κατορθώνει να αγγίξει το πανανθρώπινο, καθώς δεν αποφεύγει τη σκληρή πραγματικότητα του τέλους, της απώλειας και της μοναξιάς, αλλά ταυτόχρονα βρίσκει μέσα σε αυτά την ομορφιά της ύπαρξης και την αλήθεια της ανθρώπινης εμπειρίας.
Χάρη στην αρτιότητα της γραφής και των ερμηνειών, το φιλμ εξακολουθεί να κατέχει περίοπτη θέση στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως φόρος τιμής στο παρελθόν και ως διαχρονική αναζήτηση νοήματος μέσα στις αντιφάσεις της ζωής.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Κριτικός: 

