Η στοχαστική και ιμπρεσιονιστική αφήγηση της ανόδου και της πτώσης μιας αμερικανικής οικογένειας στη διάρκεια δύο δεκαετιών, όπως τη βιώνει ένα μοναχοπαίδι.

Σκηνοθεσία:

Ricky D’Ambrose

Κύριοι Ρόλοι:

Robert Levey II … Jesse Damrosch (12 ετών)

William Bednar-Carter … Jesse Damrosch (17 ετών)

Henry Glendon Walter V … Jesse Damrosch (9 ετών)

Brian d’Arcy James … Richard Damrosch

Monica Barbaro … Lydia Damrosch

Mark Zeisler … Nick Orkin

Geraldine Singer … Flora Orkin

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Ricky D’Ambrose

Παραγωγή: Graham Swon

Φωτογραφία: Barton Cortright

Μοντάζ: Ricky D’Ambrose

Σκηνικά: Grace Sloan

Κοστούμια: Deanna Manno, Nell Simon

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: The Cathedral
  • Ελληνικός Τίτλος: Ο Καθεδρικός

Κύριες Διακρίσεις

  • Ειδικό βραβείο ξένου τύπου στο φεστιβάλ Βενετίας.

Παραλειπόμενα

  • Πρόκειται για ημι-αυτοβιογραφία του δημιουργού Ricky D’Ambrose.
  • Παρά τις πολύ υψηλές κριτικές, το φιλμ πήρε ουσιαστικά διανομή μόνο μέσα από την πλατφόρμα του Mubi.

Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 14/12/2023

Ο Ρίκι Ντ’Αμπρόουζ φιλοτεχνεί το κινηματογραφικό πορτρέτο μιας ευρείας οικογένειας υπό σταδιακή διάλυση μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που μεγαλώνει σε συγκρουσιακές συνθήκες. Παράλληλα, χαρτογραφεί ορισμένα από τα ορόσημα των δεκαετιών που περνούν από τη ζωή του νεαρού, εξερευνώντας ελεύθερα το αποτύπωμα που αφήνουν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του και τη σύνδεσή τους με τα βιώματά του, άλλες φορές ευθεία (όπως στην περίπτωση της έξαρσης του AIDS) και άλλες πιο αφαιρετική (στα όρια του ανύπαρκτου).

Ο «Καθεδρικός» μοιάζει με πειραματικό χωνευτήρι κινηματογραφικών αναφορών, οι οποίες, όμως, εμφανίζονται αποψιλωμένες από τις ελκυστικές ιδιομορφίες τους. Στο αυτοβιογραφικών αποχρώσεων κείμενό του διαβάζουμε τις παραπομπές στο σινεμά του Τέρενς Ντέιβις σε μια πιο κλινική εκδοχή, δίχως τη λυρικότητα που χαρακτηρίζει την κινηματογραφική κληρονομιά του σπουδαίου Βρετανού. Η σφυρηλάτηση του χαρακτήρα του νεαρού πρωταγωνιστή ως μελλοντικού δημιουργού θυμίζει Τζοάνα Χογκ, πλην όμως η κάμερα του Ντ’Αμπρόουζ προτιμά να μένει συχνά έξω από τα δωμάτια που κυοφορούν τη σύγκρουση που μετατρέπεται σε κινηματογραφική ύλη. Ως ταινία ενηλικίωσης ενός παιδιού που ψάχνει τη θέση του στον κόσμο προσπαθώντας να αποδράσει από τις ανισορροπίες της δυσλειτουργικής οικογένειάς του φέρνει στον νου το «Boyhood» του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, αλλά στέκεται μακριά από την αισθητική ευαισθησία του τελευταίου και χωρίς κατ’ ανάγκη να εκφράζει την αγάπη για τους χαρακτήρες με όλα τα στραβά τους.

Τα κάδρα της ταινίας είναι φροντισμένα, δείγματα μιας αποτελεσματικής ανά διαστήματα mise-en-scène, η οποία πάντως σκοντάφτει σε ένα στιλιζάρισμα που οδηγεί σε υπερβολικά ψυχρό αφηγηματικό ύφος. Δυσπρόσιτο για το κοινό, ερμητικά αυτοαναφορικό για τον δημιουργό, σαν όλη η ταινία να λαμβάνει χώρα σε ένα νοητικό μέρος που κρατάει κρυμμένα πολλά από όσα υπόσχεται να φανερώσει στην πορεία. Η ένταση, βέβαια, εμφανίζεται σποραδικά στο κείμενο της ταινίας υπό διαφορετικές μορφές, αλλού υπόκωφη, αλλού πιο δυναμική, ποτέ πάντως ιδιαίτερα μαγνητική. Η συμπαγής αισθητική σίγουρα προσμετράται στα θετικά, όπως και ορισμένες ευφυείς αντιπαραβολές και χαρακτηρολογικές εξελίξεις που ξεχωρίζουν στο αφηγηματικό μωσαϊκό του Ρίκι Ντ’Αμπρόουζ, μαζί με τις ταξικές απολήξεις της ιστορίας.

Από την άλλη, η λογοτεχνικότητα που προσδίδει το voice over εγκαταλείπεται όσο προχωράει το φιλμ και αδυνατεί να γεφυρώσει την απόμακρη προσέγγιση του δημιουργού με την παιδική οπτική γωνία που συγχέει γεγονότα και κρίσεις σε μια καταδικασμένη προσπάθεια να ερμηνεύσει τον αντιφατικό κόσμο των ενηλίκων. Η επίγευση της ταινίας, πάντως, παρά τις φανερές αδυναμίες, γεννά την υπόσχεση ενός δημιουργού που γνωρίζει πώς να χειριστεί το μέσο και δεν αποκλείεται να διαγράψει σημαντική πορεία στον χώρο του arthouse.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *