Έξι ηθοποιοί υποδύονται τον θρυλικό Μπομπ Ντίλαν σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του. Ξεκίνημα με τον «Γούντι Γκάθρι», που είναι πιτσιρικάς και μαύρος. Συνέχεια με τον «Τζακ Ρόλινς», έναν τραγουδιστή της φολκ που ανακαλύπτει τον χριστιανισμό και θέτει την τέχνη του στην υπηρεσία του Θεού. Επόμενος Ντίλαν, ο «Τζουντ Κουίν», ένας ναρκομανής επαρμένος που γυρίζει την πλάτη του στο παρελθόν του και τον υποδύεται γυναίκα. Τέταρτος Ντίλαν είναι ο «Ρόμπι Κλαρκ», σταρ του σινεμά, που προσπαθεί να γευτεί την οικογενειακή ζωή. Ένας ακόμα Ντίλαν είναι ο «Μπίλι δε Κιντ», ένας Ντίλαν που προσπαθεί να χαθεί από τη δημοσιότητα. Τέλος, έχουμε και τον «Αρθούρο Ριμπό», ο οποίος δίνει ψεύτικες συνεντεύξεις. Ποιητής, προφήτης, παράνομος, υποκριτής, σταρ που ηλεκτρίζει, μάρτυρας του ροκ ν’ρολ, αναγεννημένος χριστιανός -επτά διαφορετικές ταυτότητες, επτά ζωτικά όργανα στο σώμα μίας και μόνης ζωής, τόσο έντονης και πλούσιας όσο και η εποχή την οποία ενέπνευσε.

Σκηνοθεσία:

Todd Haynes

Κύριοι Ρόλοι:

Cate Blanchett … Jude Quinn

Christian Bale … Jack Rollins/πάστορας John

Ben Whishaw … Arthur Rimbaud

Heath Ledger … Robbie Clark

Richard Gere … Billy the Kid

Marcus Carl Franklin … Woody

Charlotte Gainsbourg … Claire Clark

David Cross … Allen Ginsberg

Julianne Moore … Alice Fabian

Bruce Greenwood … Keenan Jones/Pat Garrett

Michelle Williams … Coco Rivington

Mark Camacho … Norman

Richie Havens … Arvin

Don Francks … ‘Hobo’ Joe

Alison Folland … Grace

Yolonda Ross … Angela Reeves

Peter Friedman … Morris Bernstein

Kristen Hager … Mona/Polly

Kris Kristofferson … ο αφηγητής (φωνή)

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Todd Haynes, Oren Moverman

Στόρι: Todd Haynes

Παραγωγή: John Goldwyn, John Sloss, James D. Stern, Christine Vachon

Φωτογραφία: Edward Lachman

Μοντάζ: Jay Rabinowitz

Σκηνικά: Judy Becker

Κοστούμια: John Dunn

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: I’m Not There
  • Ελληνικός Τίτλος: I’m Not There

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου (Cate Blanchett).
  • Χρυσή Σφαίρα δεύτερου γυναικείου ρόλου (Cate Blanchett).
  • Υποψήφιο για Bafta δεύτερου γυναικείου ρόλου (Cate Blanchett).
  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας. Μέγα βραβείο επιτροπής και γυναικείας ερμηνείας (Cate Blanchett).

Παραλειπόμενα

  • Ο Todd Haynes και η παραγωγός του, Christine Vachon, προσέγγισαν τον ατζέντη του Bob Dylan, ζητώντας άδεια για χρήση της μουσικής του αλλά και για τη μυθοπλαστική χρήση στοιχείων της ζωής του. Εκείνος τους πρότεινε να γράψουν μια σελίδα με τη σύνοψη του φιλμ και να τη στείλουν στον ίδιο τον Dylan. Τους συμβούλεψε όμως να μη χρησιμοποιήσουν πομπώδεις και κλισέ εκφράσεις όπως τη λέξη “διάνοια” ή το “η φωνή της γενιάς του”. Η σελίδα εντέλει που έστειλαν ξεκινούσε με ένα απόσπασμα από τον Arthur Rimbaud, με τον Dylan να συμφωνεί και να παραχωρεί την άδεια. Από αυτό όμως το σημείο χρειάστηκαν να περάσουν 6 χρόνια για να ξεκινήσει η παραγωγή, μια και δεν βρίσκονταν χρηματοδότηση.
  • Στον αρχικό σχεδιασμό υπήρχε ακόμα μια εκδοχή του αμερικανού τραγουδοποιού, βασισμένη στον Charlie Chaplin. Αποσύρθηκε όμως πριν την έναρξη των γυρισμάτων.
  • Ο τίτλος προέρχεται από τη συλλογή πάνω από 100 τραγουδιών με τίτλο Basement Tape, που ηχογράφησε ο Bob Dylan το 1967. Το I’m Not There, που εμπεριέχεται εκεί, δεν είχε επίσημα κυκλοφορήσει ποτέ πριν βρεθεί στο σάουντρακ της ταινίας.
  • Για οικονομικούς λόγους όλη η ταινία γυρίστηκε στον Καναδά, κι ενώ ο σκηνοθέτης εξέτασε πρώτα την περίπτωση της Ρουμανίας.
  • Για τον ρόλο του Τζουντ πέρασαν από οντισιόν οι Vera Farmiga, Anne Heche και Maggie Gyllenhaal.
  • Ο Kris Kristofferson δεν είναι τυχαία ο αφηγητής της ταινίας, μια και συμπρωταγωνιστούσε με τον Dylan στο Η Μεγάλη Μονομαχία (Pat Garrett & Billy the Kid) του 1973.
  • Έσχατη συμμετοχή σε ταινία που πρόλαβε εν ζωή ο Heath Ledger. Ο ρόλος πήγε σε αυτόν μετά την -για ιατρικούς λόγους- αναγκαία αποχώρηση του Colin Farrell.
  • Οι κριτικές δεν βοήθησαν εμπορικά την ταινία, μια και με μπάτζετ 20 εκατομμυρίων δολαρίων, οι εισπράξεις κόλλησαν στα 11,7.
  • Ο Dylan σχολίασε την ταινία σε μια συνέντευξη του στο Rolling Stone, λέγοντας ότι τη βρήκε πολύ καλή, και ότι πίστευε ότι ο σκηνοθέτης δεν έδινε δεκάρα εάν την καταλάβει το κοινό ή όχι.
  • Todd Haynes και Bob Dylan δεν συναντήθηκαν ποτέ από κοντά.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Στο φιλμ ακούγονται πολλά τραγούδια του Dylan, τόσο με τη δική του φωνή όσο κι ερμηνευμένα από άλλους καλλιτέχνες. Στο σάουντρακ συμπεριλήφθηκε όμως μόνο ένα με τη φωνή του Dylan, κι αυτό είναι το ομότιτλο. Ανάμεσα στα γκρουπ που διασκευάζουν τραγούδια του, είναι και οι: Sonic Youth, Calexico, Richie Havens, Mira Billotte και Mason Jennings. Σε έναν αριθμό κομματιών συμμετέχει μια μπάντα ειδικά διαμορφωμένη για το σάουντρακ, οι The Million Dollar Bashers, οι οποίοι αποτελούνται από μέλη των Sonic Youth, Wilco, Television, τον κιθαρίστα Smokey Hormel, τον κιμπορντίστα John Medeski και τον μπασίστα του Dylan, τον Tony Garnier.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 1/2/2008

Ό,τι δεν έκανε ο Oliver Stone για τους Doors, ό,τι δεν έκανε ο Anton Corbijn στο Control, ό,τι δεν έκανε κανείς ως τώρα σε μουσική βιογραφία γενικά, το κάνει ο Todd Haynes και το κάνει τόσο καλά, που αν μπεις στον κόπο να τον ακολουθήσεις (γιατί θέλει κόπο), θα ζήσεις μια μαγική περιήγηση μέσα σε ένα από τα πλέον επαναστατικά πνεύματα των 1960. Η βιογραφία του Bob Dylan είναι μια ταινία που πρέπει να δεις πάνω από μία φορά. Είναι σαν ένα ποίημα που δεν κατάλαβες με την πρώτη, είναι σαν ένα τραγούδι που πρωτάκουσες μισοκοιμισμένος, είναι σαν μια όμορφη γυναίκα που προσπέρασες στον δρόμο, είναι σαν ένα ουράνιο τόξο που είδες την ώρα που σβήνει…

Το 1998, ο Todd Haynes πρωτοασχολήθηκε με τη μουσική πλάθοντας μια ευφυέστατη κρυμμένη βιογραφία των ηρώων του glam και υιοθετώντας μια διερευνητική αφήγηση, παρμένη από το μοτίβο του Πολίτη Κέιν. Το φάντασμα του Κέιν είναι και τώρα ζωντανό, αφού το I’m not There δεν είναι τίποτα άλλο από μια έρευνα, όπου τη θέση του ροδανθού την έχει πάρει η ψυχή του Dylan. Λες και θέλει να δει τον τραγουδοποιό από αριστοτελική σκοπιά, τον σπάει σε έξι κομμάτια, απλά για να κάνει το υποκείμενο αντικείμενο, κοιτώντας το από πολλά διαφορετικά σημεία. Πρώτα θα τον δει σαν Woody Guthrie (ο μαύρος μουσικός ήταν η μεγαλύτερη επιρροή του Dylan), σαν ένα παιδί διαφορετικό, με μεγάλα όνειρα και αγνό, ατόφιο ταλέντο. Μετά θα τον δει σαν Jack Rollins, νεαρό τραγουδοποιό της φολκ μουσικής, που το λιγότερο που τον ενδιαφέρει είναι η επιτυχία. Έπειτα είναι ο Robbie Clark, ένας καλλιτέχνης που δεν μπορεί να συνδυάσει την προσωπική του ζωή με αυτήν της νοοτροπίας του. Ύστερα είναι ο Jude Quinn, ένας καλλιτέχνης σε απόγειο, ένας ποιητής του λόγου που δέχεται βολές για την εμπορικοποίηση της τέχνης του. Και αφού περνάει και ως Arthur Rimbeau (τον γάλλο ποιητή του 19ου αιώνα, που κι αυτός επηρέασε τον λόγο του Dylan), επαναστάτης και διωκόμενος, καταλήγει σαν γερασμένος Billy the Kid (ο Dylan έπαιξε στο Pat Garret and Billy the Kid του Sam Peckinpah) σε μια σουρεαλιστική άποψη της Άγριας Δύσης.

Για όλες αυτές τις εκδοχές, ο Haynes επιφυλάσσει και διαφορετικό τρόπο προσέγγισης, τόσο οπτικό όσο και σεναριακό, αλλά και κοινή παράμετρο τις κυριότερες ιδιότητες του Dylan, την αντισυμβατικότητα, την επαναστατικότητα, την έντονη συνειδητοποίηση τού ποιος είναι και τη φιλοσοφική του έκφραση.

Ισορροπώντας συνεχώς σε λεπτό σκοινί το υλικό του, τολμάει να αμφισβητήσει το ίδιο το κοινό και την κριτική που θα τον κρίνουν, και φτιάχνει έναν κινηματογράφο τόσο πρωτοποριακό όσο και το 8 ½ του Fellini, που υπονοείται κατά κόρον σε πλάνα του. Αναζητάει ανοιχτά αυτιά και γρήγορες αντιλήψεις (αυτό άλλωστε δεν αναζητούσε και ο Bob Dylan;), λες και θέλει να αφυπνίσει φωνάζοντας μέσα στα αυτιά της κοιμισμένης γενιάς τού τότε. Είναι ταυτόχρονα και μοντέρνος, συστήνοντας με αυτόν τον δυναμικό τρόπο τη μουσική και τη νοοτροπία του Dylan στα σύγχρονα-γρήγορα μάτια.

Ας κάνουμε όμως μια σύνοψη πάνω σ’ αυτά. Το I’m not There είναι ένα αριστούργημα σύλληψης κι αφήγησης, που όσο κι αν πηγαίνει -ηθελημένα- να σε μπερδέψει, έχει αυτό που πρέπει για να σε μαγέψει. Δεν είναι μια εύκολη ταινία, αλλά μια πρόκληση από αυτές που συνήθιζε κι ο ίδιος ο Dylan. Το έντονο μοντάζ, η διαφορετική φωτογραφία σε κάθε ιστορία, το συνεχές άκουσμα τραγουδιών του Dylan, το φιλοσοφημένο σενάριο, οι πολλαπλοί ρόλοι… Ο αείμνηστος Heath Ledger κάνει την ερμηνεία της ζωής του (είμαι σίγουρος πως θα το είχε υπόψιν του), οι Richard Gere, Christian Bale, σαν παρουσίες, δεν ήταν ποτέ καλύτεροι, αλλά και οι τρεις είναι υπό τη σκιά της ερμηνείας της χρονιάς, αυτής της Cate Blanchett που είναι ψυχή και σώμα ο Dylan. Είναι μια ταινία-σκηνοθετική προσέγγιση που σίγουρα θα βρει συνεχιστές (ή μιμητές) και θα εκτιμηθεί καλύτερα στο μέλλον, όταν οι πολλαπλές θεάσεις θα τη δικαιώσουν. Το τοποθετώ στην καλύτερη πεντάδα των ταινιών αυτής της δεκαετίας, έτσι και σαν προσωπικό στοίχημα. Δείτε το μία φορά με μάτια ανοιχτά και μία, όπως θα έλεγε και ο Kubrick, με ορθόκλειστα…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

20 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *