
Ο Πιο Μόνος Άνθρωπος στην Πόλη
- Wiener Blues: The Loneliest Man in Town
- The Loneliest Man in Town
- 2026
- Αυστρία
- Γερμανικά, Αγγλικά
- Βιογραφία, Δραμεντί, Μουσική, Ντοκιουντράμα, Σινεφίλ
- 03 Δεκεμβρίου 2026
Ο Αλ Κουκ, ένας ρομαντικός ηλικιωμένος μπλουζίστας στη Βιέννη, με πάθος για μια εποχή και ένα μακρινό στυλ που χάνονται πια, έρχεται αντιμέτωπος με την απειλή της κατεδάφισης στον βωμό του κέρδους της παλιάς πολυκατοικίας του που στέγασε όλες τις πολύτιμες αναμνήσεις της ζωής του και της οποίας πια εδώ και χρόνια ήταν ο μόνος ένοικος.
Σκηνοθεσία:
Tizza Covi
Rainer Frimmel
Κύριοι Ρόλοι:
Al Cook … Al Cook
Brigitte Meduna … Brigitte
Alfred Blechinger … Fredi
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Tizza Covi
Παραγωγή: Tizza Covi, Rainer Frimmel
Μουσική: Al Cook
Φωτογραφία: Rainer Frimmel
Μοντάζ: Emily Artmann, Tizza Covi
Σκηνικά: Christian Gschier, Lotte Lyon
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Wiener Blues: The Loneliest Man in Town
- Ελληνικός Τίτλος: Ο Πιο Μόνος Άνθρωπος στην Πόλη
- Διεθνής Τίτλος: The Loneliest Man in Town
Κύριες Διακρίσεις
- Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βερολίνου.
Παραλειπόμενα
- Ο πρωταγωνιστής Al Cook είναι το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Alois Koch, πραγματικού αυστριακού μουσικού των μπλουζ, ο οποίος έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στην αμερικανική μπλουζ παράδοση. Η αγάπη του για τα μπλουζ ξεκίνησε από την εφηβεία του, επηρεασμένος τόσο από τον Elvis Presley όσο και από θρυλικούς μουσικούς όπως οι Robert Johnson και Blind Lemon Jefferson. Η μουσική τους καθόρισε όχι μόνο την καλλιτεχνική του πορεία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη ζωή.
- Ο Al Cook δεν έχει ξανά υπάρξει ποτέ ως ηθοποιός. Οι σκηνοθέτες τον γνώριζαν προσωπικά εδώ και χρόνια και αποφάσισαν να αξιοποιήσουν την πραγματική του προσωπικότητα, τις συνήθειες και τις αναμνήσεις του ως βασικό υλικό της ταινίας.
- Ο Rainer Frimmel αποκάλυψε ότι ο Cook θα προτιμούσε αρχικά να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Μάλιστα, είχε ήδη γράψει μια αυτοβιογραφία περίπου 700ων σελίδων. Οι σκηνοθέτες, ωστόσο, τον έπεισαν ότι μια μυθοπλαστική προσέγγιση θα μπορούσε να μεταφέρει την ιστορία του σε ευρύτερο κοινό.
- Η ταινία δεν αποτελεί μια συμβατική βιογραφία, αλλά ένα υβρίδιο μυθοπλασίας και πραγματικότητας. Οι καταστάσεις και οι δραματουργικές εξελίξεις έχουν οργανωθεί κινηματογραφικά, αλλά ο κεντρικός χαρακτήρας και μεγάλο μέρος του υλικού προέρχονται από την πραγματική ζωή του Cook.
- Οι Tizza Covi και Rainer Frimmel έχουν αναπτύξει μια ιδιαίτερη κινηματογραφική μέθοδο, στην οποία χρησιμοποιούν συχνά πραγματικούς ανθρώπους αντί για επαγγελματίες ηθοποιούς. Η συγκεκριμένη προσέγγιση είχε ήδη αποδώσει καρπούς στα La Pivellina (2009), Mister Universo (2016) και Vera (2022).
- Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στη Βιέννη από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο του 2024 και διήρκεσαν συνολικά 40 ημέρες. Η ταινία ολοκληρώθηκε την άνοιξη του 2025, αρκετούς μήνες πριν από την παγκόσμια πρεμιέρα της.
- Η επιλογή της Βιέννης δεν ήταν απλώς πρακτική. Η πόλη αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας του Al Cook, ενώ οι χώροι που εμφανίζονται στην ταινία συνδέονται με την πραγματική του ζωή και τη μακρόχρονη μουσική του διαδρομή.
- Το διαμέρισμα του Al Cook ήταν ήδη γεμάτο με προσωπικά αντικείμενα, δίσκους βινυλίου, βιβλία, βιντεοκασέτες και μουσικά αναμνηστικά. Αντί να δημιουργηθεί ένα τεχνητό σκηνικό, οι δημιουργοί χρησιμοποίησαν αυτό τον πραγματικό χώρο ως ένα είδος ζωντανού μουσείου της ζωής του.
- Στην ταινία εμφανίζονται επίσης παλαιότερες βιντεοσκοπήσεις του Al Cook επί σκηνής. Πρόκειται για πραγματικό αρχειακό υλικό από την καριέρα του, το οποίο επιτρέπει στους θεατές να τον δουν στη νεότερη και πιο δραστήρια περίοδο της μουσικής του πορείας.
- Η φωτογραφία γυρίστηκε σε φιλμ 16mm, μια συνειδητή επιλογή που ενισχύει την αναλογική, νοσταλγική αίσθηση της ταινίας.
Κριτικός: Γιώργος Σπανός
Έκδοση Κειμένου: 12/8/2026
Ο 80χρονος μουσικός Al Cook, κατά κόσμον Alois Koch, είναι ένας Καουρισμακικός ήρωας: σοβαρός, αξιοπρεπής, πεισματικά ασυμβίβαστος, μοναχικός, βγαλμένος από μια άλλη, ρομαντικότερη εποχή. Δεν έχει φύγει ποτέ από την πόλη του, τη Βιέννη, η ψυχή του όμως βρίσκεται σε μια εξιδανικευμένη Αμερική που γνώρισε μόνο μέσα από τους δίσκους του, και συγκεκριμένα στα μπλουζ του αμερικανικού Νότου όπου είναι δοσμένη με πάθος όλη η ζωή του. Στο παρελθόν είχε γνωρίσει σημαντική αναγνώριση ως μπλουζίστας και ακόμα συνεχίζει να παίζει σε μικρά στέκια με λιγοστό αφοσιωμένο κοινό. Είναι ο τελευταίος ένοικος που έχει απομείνει στην πολυκατοικία του, όπου ζει μόνος στο παλιό διαμέρισμά του. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του, μοναδική παρέα έχει πια εδώ και χρόνια τους λατρεμένους του δίσκους με τις μουσικές του, τις αναμνήσεις του και το ανεκπλήρωτο νεανικό του όνειρο να ταξιδέψει στο Δέλτα του Μισισιπί για να βρεθεί στα ίδια μέρη όπου έζησαν οι μουσικοί ήρωές του. Από μικρός λάτρεψε τους συγκεκριμένους μουσικούς και ειδικά τον Elvis, έχει το ίδιο χτένισμα pompadour με εκείνον, το οποίο συντηρεί σχολαστικά με μεγάλες δόσεις λακ, κρατά το κομψό ντύσιμο μιας άλλης εποχής και η φυσιογνωμία του ομοιάζει υπερβολικά με αυτή του Robert Mitchum. Στο υπόγειο της πολυκατοικίας του ηχογραφεί τα μελαγχολικά τραγούδια του και φυλάει τους δίσκους του, τους πολύτιμους θησαυρούς του. Απολαμβάνει τη μοναχική καθημερινότητά του αργά, αγγίζει τα αντικείμενά του στοργικά. Μιλά τα γερμανικά με την παλιά κομψή βιεννέζικη διάλεκτο, η οποία πλέον στον καιρό της ομογενοποίησης τείνει να χαθεί, και τα αγγλικά με βαριά αμερικάνικη προφορά του Νότου, που έμαθε εντελώς μόνος του ακούγοντας ξανά και ξανά τους στίχους από τους δίσκους. Στην καριέρα του δεν έκανε την οποιαδήποτε υποχώρηση μπροστά στις μόδες, τη διασημότητα και το χρήμα, απορρίπτοντας σημαντικές ευκαιρίες προκειμένου να προστατεύσει την αυθεντικότητα της μουσικής του, όπως την εννοεί εκείνος. Τώρα, ο κυνικός κόσμος του κέρδους, στον οποίο ο Al αρνήθηκε να ενδώσει, που εκεί έξω θριαμβεύει και δεν έχει χώρο για ηλικιωμένους ρομαντικούς σαν τον ήρωά μας, του χτυπάει την πόρτα από την αρχή της ταινίας με τον πιο χυδαίο τρόπο: πρέπει σύντομα να εκκενώσει το διαμέρισμά του ώστε η παλιά πολυκατοικία του 19ου αιώνα, όπου έζησε όλη του τη ζωή, να κατεδαφιστεί. Το εκβιαστικό τελεσίγραφο τού το παραδίδουν δυο απολαυστικά σκιώδεις συνομήλικοί του τύποι, βγαλμένοι κι εκείνοι από το σύμπαν του Aki Kaurismaki, με κωμικό τρόπο που… ας πούμε ότι δεν του αφήνει πολλά περιθώρια. Αντιμέτωπος με την έξωση, ο Al νιώθει πια ξένος στην ίδια του την πόλη, καθώς η Βιέννη που γνώριζε λίγο λίγο εξαφανίζεται, παραδομένη στη λογική του gentrification. Και κάπως έτσι, έρχεται στη θέση να αναλογιστεί το παρελθόν του, να ξεδιαλέξει τις αναμνήσεις του, αλλά και να αποφασίσει το επόμενο βήμα.
Ο πρωταγωνιστής αυτού του πανέμορφου, «μικρού» διαμαντιού είναι ένας υπαρκτός άνθρωπος, που έναν καιρό υπήρξε και αρκετά διάσημος μουσικός στην πατρίδα του. Μάλιστα ο τίτλος της ταινίας είναι παρμένος από τραγούδι του ιδίου. Όπως εξηγούν οι δύο δημιουργοί, οι καταστάσεις της ταινίας, όπως η έξωση και όσα ακολουθούν, αποτελούν σεναριογραφημένη μυθοπλασία, ο χαρακτήρας όμως του Al Cook και η προσωπικότητά του, η ιστορία της ζωής του και τα τραγούδια του, το διαμέρισμά του και το παλιό αμόρε του, με το οποίο τα «έσπασαν» νέοι για τον πιο αστείο λόγο και τώρα ξαναβρέθηκαν στη δύση της ζωής τους, είναι όλα πέρα για πέρα αληθινά (κάτι που εντάσσει την κατά τα άλλα καθαρά αφηγηματική ταινία στην κατηγορία του docudrama). Η επιλογή αυτού του τόσο χαρισματικού πρωταγωνιστή είναι κομβικής σημασίας και η προσωπικότητά του είναι ουσιαστικά που υπαγορεύει τη φόρμα και τον καουρισμακικό τόνο της ταινίας που προαναφέραμε, καθιστώντας εξαιρετικά εύστοχη αυτή την απόφαση από τη μεριά των δημιουργών. Οι Covi και Frimmel, με εμφανή αγάπη και ευαισθησία για τον εύθραυστο πρωταγωνιστή τους και τον κόσμο του που χάνεται, κινηματογραφούν με τη ζεστασιά του αναλογικού φιλμ, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στους χώρους και στα αντικείμενα ως προεκτάσεις της ίδιας του της ύπαρξης, θησαυρούς και τεκμήρια μιας πλήρως βιωμένης ζωής. Αφηγούνται αυτήν τη λιτή ιστορία με deadpan χιούμορ και συγκίνηση σε ισορροπημένες ποσότητες και το αποτέλεσμα είναι ένα φιλμ γλυκόπικρο, μελαγχολικό αλλά και ανάλαφρο και εν τέλει ίσως και ελπιδοφόρο για τον ήρωά μας. Έτσι, η απόφαση των Covi και Frimmel να προτιμήσουν τη μυθοπλασία έναντι του καθαρού ντοκιμαντέρ, αφενός αποφεύγει την εξιδανίκευση, αφετέρου ανάγει την ταινία σε κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό πορτρέτο ενός ιδιόρρυθμου ηλικιωμένου μουσικού: σε ένα νοσταλγικό τελευταίο μπλουζ για δωμάτια, γεμάτα με αναμνήσεις μιας ζωής που αδειάζουν, για τα σπίτια που γκρεμίζονται και τις πόλεις που αλλάζουν, για μια εποχή και έναν τρόπο ζωής που χάνεται. Αλλά και για ανθρώπους αυθεντικούς και περήφανα πεισματάρηδες που, ακόμα και στα 80 τους, συνεχίζουν να κάνουν όνειρα.
Υπόδειγμα βαθιά ανθρώπινου σινεμά και, για εμένα, η συγκινητικότερη ταινία της χρονιάς.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Κριτικός: 
