Ένα εγκαταλελειμμένο και ανώνυμο Εβραιόπουλο, του οποίου η οικογένεια έχει πιθανότατα εξολοθρευτεί, βολοδέρνει από μαρτύριο σε μαρτύριο, στο ανελέητο χρονικό μιας αποκτηνωμένης και βάρβαρης εποχής. Το αγόρι πασχίζει να επιβιώσει στα αποκαΐδια της ρημαγμένης Ευρώπης, την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κι ενώ όλα γύρω αντανακλούν σε μια ανθρώπινη κόλαση, ανταλλάσσοντας ματιές με την άβυσσο, προτού αφεθεί να γλιστρήσει μια απειροελάχιστη αχτίδα ελπίδας.

Σκηνοθεσία:

Vaclav Marhoul

Κύριοι Ρόλοι:

Petr Kotlar … Joska

Nina Sunevic … Marta

Ala Sakalova … Olga

Udo Kier … Miller

Stellan Skarsgard … Hans

Harvey Keitel … ιερέας

Julian Sands … Garbos

Barry Pepper … Mitka

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Vaclav Marhoul

Παραγωγή: Aleksandr Kushaev, Vaclav Marhoul

Φωτογραφία: Vladimir Smutny

Μοντάζ: Ludek Hudec

Σκηνικά: Jan Vlasak

Κοστούμια: Helena Rovna

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Nabarvene Ptace
  • Ελληνικός Τίτλος: Το Βαμμένο Πουλί
  • Διεθνής Τίτλος: The Painted Bird

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: The Painted Bird του Jerzy Kosinski.

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας. Βραβείο UNICEF.
  • Υποψήφιο για καλύτερη ταινία στα Ευρωπαϊκά Βραβεία.
  • Επίσημη πρόταση της Τσεχίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ. Έφτασε ως τις 10 επιλαχούσες.

Παραλειπόμενα

  • Πρώτη ταινία που ακούγεται η πανσλαβική γλώσσα, μια κατασκευασμένη διάλεκτος που βγήκε για να βοηθάει στην επικοινωνία όλων των σλαβόφωνων λαών. Ο Marhoul δήλωσε πως τη χρησιμοποίησε ακριβώς λόγω της κατανόησης της από όλους τους σλαβικούς λαούς.
  • Η ταινία γυρίστηκε σε επτά φάσεις, με την πρώτη να ξεκινάει τον Μάιο του 2017, και η τελευταία να είναι τον Φεβρουάριο του 2019.
  • Η Πολωνία αρνήθηκε να συμμετάσχει στην παραγωγή, ακόμα κι αν το μυθιστόρημα του Jerzy Kosinski είναι πολωνικό. Ο λόγος ήταν ότι το εν λόγω βιβλίο έχει κακή φήμη στη χώρα, σε σημείο που ήταν κι απαγορευμένο για κάποιες δεκαετίες, ενώ κάποια στιγμή αποκαλύφθηκε ότι δεν έχει σχέση με αληθινά βιώματα του συγγραφέα όπως υποστήριζε ο ίδιος. Μάλιστα, πολλά από όσα γράφονται είναι όμοια με βιώματα του Roman Polanski, που πράγματι επιβίωσε στον πόλεμο μοναχός.
  • Ο Marhoul εξασφάλισε τα δικαιώματα του βιβλίου το 2012, περίπου δύο δεκαετίες μετά τον θάνατο του Jerzy Kosinski. Όσο ήταν εν ζωή ο συγγραφέας, επέμενε ότι δεν έπρεπε ποτέ να γίνει κινηματογραφική μεταφορά.

Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 4/3/2020

Ο «ξένος» σε καιρό πλήρους ηθικής κατάπτωσης είναι το πρώτο θύμα του κτήνους που θεριεύει. Η σχηματοποιημένη εκδοχή του αλλότριου που φέρει οποιαδήποτε ετερότητα σε σχέση με τη μαζικοποιημένη κυρίαρχη όψη του πλήθους ως προς το χρώμα του δέρματος ή λιγότερο εμφανή χαρακτηριστικά που άπτονται του δικαιώματος αυτοκαθορισμού (θρησκευτικού, σεξουαλικού, πολιτικού) γίνεται το επίκεντρο όλων των αιτιάσεων για οποιοδήποτε δεινό, κάτι περισσότερο από αποδιοπομπαίος τράγος. Ο αναίτιος αποδέκτης ενός ολότυφλου μίσους που δεν χρειάζεται καν μια πρόχειρη αιτιολόγηση. Μίας κτηνωδίας απαλλαγμένης από τη χρεία προσχημάτων.

Μια αφηρημένη εκδοχή ενός τέτοιου ξένου σώματος είναι το νεαρό αγόρι στο «Βαμμένο Πουλί». Ένα αγόρι δίχως όνομα, δίχως σαφή προσδιορισμό της ετερομορφίας του σε σχέση με το εξαντλητικά ομοιογενές σύνολο των χωρικών που συναντά στην περιδιάβαση του στη βουκολική ύπαιθρο της επίσης ανώνυμης ανατολικοευρωπαϊκής χώρας. Είναι ο καιρός του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, της οργιώδους εξαχρείωσης, της αποτύπωσης μιας ολοσχερούς ήττας του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και των αξιών του.

Η χώρα του παιδιού, στην οποία επίσημη γλώσσα είναι μία πανσλαβική διάλεκτος και όχι κάποια γνωστή συγκεκριμένη σλαβική, μοιάζει βγαλμένη από τον πιο μακρύ μεσαίωνα, έχει μοιράσει το απόλυτο συγχωροχάρτι στους εκφραστές του μίσους, και ταυτόχρονα έχει ήδη αρχίσει να κατασκευάζει το άλλοθι τους για το μέλλον (δεν θα είναι άλλη από την παραμορφωτική συνθήκη του πολέμου και την άγνοια για τα πεπραγμένα των αρχών, αυτή που η ιστορία υπέδειξε ως πανάκεια για τους απανταχού, δια πράξεως ή παραλείψεως, εγκληματίες).

Μπροστά στα αποτελέσματα της επώασης μιας ανθρωποφάγου μήνιος, μέχρι και η θεία χάρις ωχριά: πόσο μάλλον η ευμετάβλητη αθωότητα ενός παιδιού που μεγαλώνει στην καρδιά του σκότους, αποξενωμένο από κάθε έννοια στοργής. Ο νεαρός πρωταγωνιστής του Μαρχούλ, όπως προέκυψε από τις σελίδες του έργου του Γέρζι Κοζίνσκι και απέκτησε σάρκα και οστά από τον συνταρακτικό Πετρ Κότλαρ, είναι η συλλογική ματαίωση της αθωότητας ενός ολόκληρου πολιτισμού. Ένας άνθρωπος που από τα μικράτα του θα αναγκαστεί, δίχως ποτέ να του δοθεί οποιαδήποτε επιλογή επ’ αυτού, να διανύσει εφιαλτικά όλη τη διαδρομή προς την απάνθρωπη αποκτήνωση.

Σταδιακά, θα απωλέσει το δικαίωμα να εκπλήσσεται αντικρίζοντας το πρόσωπο του τέρατος. Η τα πάντα πληρούσα φρίκη έχει αντικαταστήσει κάθε ελπίδα, η κόλαση έχει θριαμβεύσει επί του παραδείσου και έχει φέρει το βασίλειό της στη γη. Οι απανωτές πληγές θα στερήσουν από το παιδί την πίστη σε μια εναλλακτική πραγματικότητα, όπου η θηριωδία με όλες τις μορφές της δεν θα είναι καθημερινό συναπάντημα, αλλά δυστοπία. Το βλέμμα του θα πετρώσει, γιατί δεν θα έχει πουθενά να στραφεί: μέχρι και ο ουρανός στο «Βαμμένο Πουλί» είναι μολυβένιος, πνιγηρός, σαν στέγαστρο ενός υπαίθριου θεάτρου φρικωδίας.

Χωριό με το χωριό που προσπερνά, δυνάστη με τον δυνάστη που συναντά, ο μικρός βιώνει τη συντριβή της μάταιης διαφυγής. Κάθε του στάση αποκαλύπτει μία ακόμα στρώση ανθρώπινης διαστροφής, μία έκφραση της εξουσιαστικής διάθεσης που άπαντες θεωρούν ότι να απευθύνουν στον νεαρό δικαιούνται δυνάμει κάποιου νοσηρού φυσικού δικαίου. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, όσες συναναστροφές δεν κατατείνουν στον πλήρη εξευτελισμό του (ένας γερμανός στρατιώτης με την ελάχιστη ανθρωπιά μέσα του, έναν καθολικός ιερέας σε κρίση πίστεως, ένας σοβιετικός ελεύθερος σκοπευτής), εκπέμπουν ένα αχνό φως που είναι ανίκανο να νικήσει το έρεβος των καιρών.

Το μόνο που μπορεί να χαρίσει στην ελπίδα το ηλεκτροσόκ που θα την επαναφέρει από τον κόσμο των νεκρών, είναι η ίδια η επιβίωση, διότι «ἐλπίδες ἐν ζωοῖσιν, ἀνέλπιστοι δέ θανόντες». Στο «Βαμμένο Πουλί», το μέλλον κάθε άλλο παρά ελπίδα προμηνύει, η άφιξη των σοβιετικών δυνάμεων δεν είναι στρωμένη με ροδοπέταλα, ούτε σημαίνει την ελευθερία, αφού η σήψη είναι κοινωνική, βαθιά ριζωμένη στους ανεπίσημους θεσμούς, όχι ξενόφερτη. Ωστόσο, μόνη η επιβίωση φέρει μαζί της υποχρεωτικά και την τελευταία ρανίδα ελπίδας, επειδή αποτελεί πράξη αντίστασης σε ένα καθεστώς απόλυτης κυριαρχίας του θανάτου.

Ο Βάκλαβ Μαρχούλ δεν παρουσιάζει την απόλυτη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης: κάτι τέτοιο θεωρείται εκ των προτέρων αδύνατο, δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε φιλμ, είναι πέραν της ανθρώπινης λογικής. Περιγράφει όμως διεξοδικά την κοινωνική όψη του ολέθρου, και για να το επιτύχει φιλοτεχνεί ένα φιλμ αυστηρής όψης, δωρικού ρυθμού, εξαντλητικό για τον θεατή. Επιμένει στη γραφική απεικόνιση της βίας, με τρόπο ωμό αλλά και ψυχρό, κλινικό, στα διδάγματα του Χάνεκε (θαρρεί κανείς ότι το «Βαμμένο Πουλί» έπεται της «Λευκής Κορδέλας»). Αναφέρεται βέβαια και στον Ταρκόφσκι, ενώ συγγενεύει σαφώς και με το «Έλα να Δεις» του Έλεμ Κλίμοφ.

Διαθέτει δε και την απαιτητικότητα ενός έργου του Μπέλα Ταρ, υπό την έννοια ότι εμφορείται από μια εξαντλητική αίσθηση επαναληψιμότητας. Πρόκειται αναμφιβόλως για δύσκολο θέαμα, ικανό να προκαλέσει οξείες αντιδράσεις στους θεατές με δυσανεξία στη στυγνή βία (όπως έγινε στο φεστιβάλ της Βενετίας). Εγείρει όμως το θυμικό των υπολοίπων με τρόπο αξιοσημείωτο, συνιστά μια μείξη κλασικού και μοντέρνου κινηματογράφου, μια κινηματογραφική σύμπραξη δυστοπίας και βιωμένης φρίκης. Πέραν της πασίδηλης αρτιότητας στην κατασκευή και της καθηλωτικής ασπρόμαυρης φωτογραφίας, το «Βαμμένο Πουλί» αποτελεί μια μελέτη της κτηνωδίας μέσα από τα παιδικά μάτια μιας ρημαγμένης ύπαρξης. Μια αναμέτρηση με το τέρας του σύγχρονου μεσαίωνα όπως εμφανίστηκε στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το οποίο δεν φέρει στρατιωτική περιβολή, αλλά ρούχα της καθημερινότητας.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

15 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.