Ο Σάιμον Άξλερ είναι ένας γηραιός θεατρικός ηθοποιός που ξαφνικά νιώθει ότι έχει χάσει το χάρισμα του. Οι κακές κριτικές στην τελευταία του παράσταση τον φέρνουν σε απελπισία, και φτάνει να διώξει από κοντά του τη σύζυγο του. Με τη συμβουλή του γιατρού του, νοσηλεύεται κάποιες ημέρες σε ψυχιατρική κλινική, κι έπειτα διαμένει σε μια φάρμα έξω από τη Νέα Υόρκη, έχοντας μια πρόταση για νέο ρόλο, την οποία ακόμα φοβάται. Αυτό που φαίνεται ότι θα τον επαναφέρει, είναι η επαφή του με μια νεότερη γυναίκα.

Σκηνοθεσία:

Barry Levinson

Κύριοι Ρόλοι:

Al Pacino … Simon Axler

Greta Gerwig … Pegeen Mike Stapleford

Kyra Sedgwick … Louise Trenner

Dan Hedaya … Asa Stapleford

Dianne Wiest … Carol Stapleford

Charles Grodin … Jerry

Dylan Baker … Δρ Farr

Nina Arianda … Sybil

Billy Porter … Prince

Mary Louise Wilson … Κα Rutledge

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Buck Henry, Michal Zebede

Παραγωγή: Barry Levinson, Al Pacino, Jason Sosnoff

Μουσική: Marcelo Zarvos

Φωτογραφία: Adam Jandrup

Μοντάζ: Aaron Yanes

Σκηνικά: Sam Lisenco

Κοστούμια: Kim Wilcox

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: The Humbling
  • Ελληνικός Τίτλος: Η Ταπείνωση
  • Διεθνής Εναλλακτικός Τίτλος: The Last Act [Μεγ. Βρετανία]

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: The Humbling του Philip Roth.

Παραλειπόμενα

  • Ο Pacino ήταν αυτός που διάβασε το βιβλίο, κι άμεσα ζήτησε από τον Barry Levinson να το αναλάβει. Κι επειδή ο δημοφιλής σταρ δήλωσε πως συνδέθηκε με αυτό τον ρόλο, οι φήμες ήθελαν ο κεντρικός χαρακτήρας να παραπέμπει σε αυτοβιογραφία του.
  • Γυρίστηκε σε 20 ημέρες, αλλά όχι συνεχόμενες, πάντα ανάλογα με το πρόγραμμα του Pacino.
  • Ενώ είχε μπάτζετ μόλις 2 εκατομμυρίων δολαρίων, οι εισπράξεις κόλλησαν στις 400 χιλιάδες δολάρια.

Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 20/5/2015

Η ματαιοδοξία των γερασμένων ηθοποιών, η ανάγκη για επιβεβαίωση ακόμη, και κυρίως, στο τέλος της καριέρας τους, αλλά και η εσωτερική αναζήτηση του εαυτού, χαμένου τόσα χρόνια μέσα στους ρόλους και τους χαρακτήρες που υποδύονται, αποτελεί το θολωμένο επίκεντρο της ταινίας του Μπάρι Λέβινσον. Ο πολύς Αλ Πατσίνο (με τον οποίο ο σκηνοθέτης συναντήθηκε τελευταία φορά το 2010 στο εξαιρετικό, αλλά σχετικά άγνωστο «You Don`t Know Jack») δίνει μια κατανοητή, αν και χαμηλών τόνων παράσταση, ερμηνεύοντας τον Σάιμον Άξλερ, παλιά δόξα του Μπρόντγουεϊ, ο οποίος ύστερα από έναν επί σκηνής νευρικό κλονισμό αποσύρεται, στην αρχή σε κέντρο αποκατάστασης και στη συνέχεια στο σπίτι του, χτυπημένος από ψήγματα πρώιμης άνοιας, ένοχες σκέψεις και καταναγκαστικούς φόβους επίδοσης. Τα νερά έρχεται να ταράξει μια κακομαθημένη νεαρή κοπέλα με τα μισά του χρόνια, καταπίνοντάς τον σε ένα ιδιόρρυθμο σύμπλεγμα αμοιβαίας εκμετάλλευσης, εξωφρενικής ταύτισης και θλιβερής αμηχανίας.

Ο σκηνοθέτης, μαζί με τη συμβολή του βετεράνου σεναριογράφου Μπακ Χένρι, διασκευάζει το προτελευταίο μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ, σχηματίζοντας το πορτρέτο μιας πρώην διασημότητας και των πιο σκοτεινών της φόβων. Η υποτιθέμενη πραγματικότητα πολύ σύντομα αρχίζει να στοιχειώνεται από τις υπαρξιακές και «υποκριτικές» παραισθήσεις του βασικού χαρακτήρα, καθώς όλα τα γεγονότα φιλτράρονται μέσα από έναν ανεκδιήγητο, μπερδεμένο αφηγητή, που όμως το παρακάνει επεξηγώντας οτιδήποτε του συμβαίνει (στον διαδικτυακό του ψυχίατρο και κατά συνέπεια στον θεατή) χωρίς υπαινιγμούς ή καλοδεχούμενες παραληρηματικές ασυνάφειες. Οι κωμικοί παραλογισμοί κάνουν την εμφάνισή τους κυρίως στη δεύτερη πράξη, συνοδευμένοι από αυθεντικά αγχωτικά στοιχεία, εκφρασμένα πονηρά, κυρίως από τη μόνιμη εναλλαγή έκπληξης κι απογοήτευσης στο βλέμμα του Πατσίνο. Ως δράμα, πάντως, η ταινία διατηρεί την αφηγηματική της ροή, παρουσιάζοντας -πρώτιστα μέσω του πρωταγωνιστή της- χαρακτήρες εκκεντρικούς και μπερδεμένους, κομμάτια μιας αλήθειας ταπεινωμένης σε τέτοιον βαθμό, ώστε φτάνεις και ο ίδιος να αναρωτιέσαι εάν τελικά αποτελούν παρενέργειες κάποιας γεροντικής φαντασίωσης.

Ο Πατσίνο, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του ρημαγμένου σταρ, χαρίζει μια θολή αλλά ελκυστική ερμηνεία, βρίσκοντας συχνά τα τραγικωμικά του βήματα. Παρότι πολλές φορές μοιάζει προμελετημένη, βασισμένη ίσως στην κλασική ερμηνευτική μανιέρα που έχει υιοθετήσει ο μεγάλος σταρ τα τελευταία χρόνια (ό,τι κι αν κάνει, όποιον ρόλο κι αν υποδυθεί), εντούτοις δεν μπορεί με τίποτε να χαρακτηριστεί άστοχη, με τον γερασμένο ηθοποιό να αποπειράται και τελικά να εξομολογείται διστακτικά το άγχος, τη μοναξιά και τις νευρώσεις αυτών που εξαπατούν και προσποιούνται ως επάγγελμα. Ο Άξλερ ζει σε μια αιώνια σκηνή θεάτρου, παριστάνοντας χαρακτήρες και ψάχνοντας την ανταπόκριση του κοινού, ακόμη και σε ένα βογγητό πραγματικού πόνου. Στοιχειωμένος από τους ρόλους του παρελθόντος, βρίσκει μοναδική παρηγοριά στην απίθανη σχέση του με την Πιγκίν (συμπαγής, αλλά μη ενθουσιώδης η ερμηνεία της Γκρέτα Γκέργουϊν), μένοντας όμως πάντα αδρανής κι απορροφημένος από την ονειροπόληση μιας εξιδανικευμένης, σχεδόν κινηματογραφικής ιστορίας αγάπης. Της αγάπης που μάλλον είναι αδύνατο να έρθει, αλλά του χαρίζει, παρόλα αυτά, μια από τις κρυφές κι ανύποπτα συγκινησιακά φορτισμένες σκηνές του φιλμ, όταν σχεδόν ειρωνικά ψελλίζει δυο μικρές σαιξπηρικές φράσεις για το μεγαλείο και το χάος του συναισθήματος.

Θα ήταν αδιανόητο πάντως να μην γίνουν, σκόπιμα ή όχι, οι δυστυχώς άνισες συγκρίσεις με το υπέροχο «Birdman» του Ινιάριτου, μιας από τις σημαντικότερες ταινίες της χρονιάς που πέρασε, με την υπόθεση αλλά και τις επιμέρους σεκάνς (κυρίως της εισαγωγής) να πλησιάζουν επικίνδυνα. Πρόκειται, το δίχως άλλο, για την πιο ατυχή σύμπτωση του φιλμ, δίνοντας μοιραία την αίσθηση ότι όλα αυτά κάπου (και κυρίως πολύ πρόσφατα) τα έχουμε ξαναδεί. Έκτος αυτού, η ασυντόνιστη αναζήτηση και η τελική συμβιβαστική λύση ως προς το είδος που αντιπροσωπεύει (λίγο καυστική κωμωδία γουντιαλενικού σύμπαντος και λίγο ενδοσκοπικό δράμα-πνευματικό παιδί του ίδιου του Ινιάριτου), το καθιστούν σε στιγμές δυσκίνητο και μπερδεμένο. Παρόλες όμως τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, την αμήχανη ροή και κυρίως τη βαριά σκιά που αφήνει επάνω του ο οσκαρικός θεματικός του ανταγωνιστής, η «Ταπείνωση» αναβλύζει σε στιγμές χαρακτηριστικά πυκνής κι ανορθόδοξης κωμωδίας. Κυρίως όμως μέσω του μεγάλου του πρωταγωνιστή, πετυχαίνει να συγκινήσει με ένα δωρικό φινάλε, στο οποίο φαντασία και πραγματικότητα συγκλίνουν σε έναν βαθύτατο στοχασμό πάνω στη θνητότητα και την υποκρισία, όμοιο με τον τελευταίο υποβλητικό βρυχηθμό ενός γέρικου κι ευάλωτου λιονταριού.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

14 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.