Ο σπουδαιότερος πράκτορας προστασίας έχει έναν νέο πελάτη: έναν επί πληρωμή εκτελεστή. Οι δυο τους βρίσκονται στην αντίθετα πλευρά της σφαίρας για πολλά χρόνια. Τώρα, όμως, πρέπει να γίνουν ομάδα και έχουν μονάχα 24 ώρες για να φτάσουν στη Χάγη και να ρίξουν, για τα καλά, έναν δολοφονικό δικτάτορα.

Σκηνοθεσία:

Patrick Hughes

Κύριοι Ρόλοι:

Ryan Reynolds … Michael Bryce

Samuel L. Jackson … Darius Kincaid

Gary Oldman … Vladislav Dukhovich

Salma Hayek … Sonia Kincaid

Elodie Yung … Amelia Roussel

Yuri Kolokolnikov … Ivan

Joaquim de Almeida … Jean Foucher

Sam Hazeldine … Garrett

Richard E. Grant … Κος Seifert

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Tom O’Connor

Παραγωγή: Mark Gill, Matthew O’Toole, John Thompson, Les Weldon

Μουσική: Atli Orvarsson

Φωτογραφία: Jules O’Loughlin

Μοντάζ: Jake Roberts

Σκηνικά: Russell De Rozario

Κοστούμια: Stephanie Collie

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: The Hitman’s Bodyguard
  • Ελληνικός Τίτλος: Ο Σωματοφύλακας του Εκτελεστή

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Παραλειπόμενα

  • Κι όμως, το αρχικό σενάριο προορίζονταν για δραματική ταινία. Λίγες βδομάδες όμως πριν ξεκινήσει η παραγωγή, υπέστη φρενήρη αναθεώρηση για να γίνει κωμικό.
  • Προορίζονταν να σκηνοθετηθεί από τον Jeff Wadlow, αλλά το άφησε για να τελειώσει το True Memoirs of an International Assassin.
  • Ο Patrick Hughes κρατάει έναν μικρό ρόλο πράκτορα της Ιντερπόλ. Αλλά και ο σχεδιαστής παραγωγής Russell De Rozario εμφανίζεται ως οδηγός φορτηγού.

Κριτικός: Νίκος Ρέντζος

Έκδοση Κειμένου: 1/9/2017

Το καλοκαίρι είναι η εποχή που ο κινηματογράφος μας βρίσκει χαλαρούς και ανοιχτούς σε προτάσεις χαμηλότερων προδιαγραφών, εννοώντας με αυτό, με άπλα λόγια, ότι βλέπουμε και καμιά συμβατική κωμωδιούλα και καμιά περιπέτεια από τις γνωστές του Χόλιγουντ. Σε αυτή την κατηγορία μπαίνει και το The Hitman’s Bodyguard, το οποίο παίρνει δύο γνωστούς ηθοποιούς που επί το πλείστον έχουν βρει μια συγκεκριμένη μανιέρα και τη χρησιμοποιούν σε κάθε ταινία τους, τους αφήνει σχετικά ελεύθερους και παραδίδει μια κωμωδία δράσης που μας προετοίμαζε για κάτι πιο αστείο από αυτό που τελικά είναι.

Ο Ράιαν Ρέινολντς υποδύεται τον Μάικλ Μπράις, σωματοφύλακα που έπεσε “από τα ψηλά στα χαμηλά κι απ’ τα πολλά στα λίγα” μετά από τη δολοφονία ενός Ιάπωνα επιχειρηματία και έμπορο όπλων, του οποίου είχε αναλάβει την προστασία. Τα ακριβά αυτοκίνητα και το πολυτελές σπίτι αποτελούν παρελθόν για τον Μπράιαν που αναλαμβάνει μικροδουλειές πια. Τα πάντα όμως μπορούν να αλλάξουν αν καταφέρει να φέρει σε πέρας μια νέα δουλειά. Ο Ντάριους Κίνκεϊντ, περίφημος εκτελεστής, είναι ο μόνος που μπορεί να καταθέσει στο δικαστήριο της Χάγης για τα αιματηρά εγκλήματα του δικτάτορα της Λευκορωσίας, Βλάντισλαβ Ντούκοβιτς. Ο Κίνκειντ δέχεται να καταθέσει με αντάλλαγμα την απελευθέρωση της συζύγου του, η οποία βρίσκεται φυλακισμένη. Τη μεταφορά του Κίνκειντ αναλαμβάνει η Ιντερπόλ και υπεύθυνη είναι η αστυνομικός Αμέλια Ρουσέλ, πρώην σύντροφος του Μπράις. Η επιχείρηση στραβώνει, το όχημα που μεταφέρει τον Κίνκειντ δέχεται επίθεση και η Ρουσέλ ξεφεύγει με τον Κίνκειντ. Η υποψία για κάποιον προδότη μέσα από την Ιντερπόλ οδηγεί τη Ρουσέλ να επικοινωνήσει με τον Μπράις, έχοντάς του εμπιστοσύνη και να του αναθέσει τη μεταφορά του Κίνκειντ. Αν επιτύχει θα μπει ξανά στα μεγάλα κόλπα. Από εκεί και πέρα το φιλμ παίρνει τη ρότα του και βασίζεται στους Ρέινολντς και Τζάκσον, αφήνοντας τους να κάνουν τα δικά τους.

Αν σας αρέσουν οι δύο ηθοποιοί και μπορείτε να δείτε ένα φιλμ στο οποίο φαίνεται στην ουσία να παίζουν τον εαυτό τους, τότε έχει καλώς. Θα διασκεδάσετε, θα περάσει η ώρα σας χαλαρά και όλα καλά. Υπάρχει όμως η πιθανότητα παρότι σας αρέσουν και οι δύο να περιμένατε κάτι περισσότερο, από αυτή τη κινηματογραφική τους συνύπαρξη. Ε, αυτό δεν έρχεται. Εμφανίζεται σε μικρά σημεία, στα οποία όντως γελάς αλλά το γενικότερο πλαίσιο της ταινίας είναι αυτό της συμβατικής Αμερικανικής κωμικής περιπέτειας. Πιστολίδι, εκρήξεις, αστειάκια γιατί είμαστε και πολύ χαλαροί γενικά και τακτοποιούμε κι έναν ξένο δικτάτορα στο φινάλε.

Στη σκηνοθεσία βρίσκουμε τον Αυστραλό, Πάτρικ Χιούζ, ο οποίος παρότι με την πρώτη μεγάλου μήκους δουλειά του το 2010, Red Hill, είχε τραβήξει αρκετά βλέμματα πάνω του, έχει κάνει δύο δουλειές στο Χόλιγουντ που κινούνται σε ρηχά νερά. Το τρίτο μέρος των Αναλώσιμων, όπως και το φιλμ για το οποίο μιλάμε εδώ, έχουν την σκηνοθετική του υπογραφή αλλά και τα δύο είναι φιλμς που δε μπορούν να ξεφύγουν από τα τετριμμένα. Ούτε η δράση, ούτε οι κωμικές στιγμές έχουν κάτι το ιδιαίτερο.

Κατά πάσα πιθανότητα το μόνο που ζητάτε από φιλμ σαν το συγκεκριμένο είναι απλώς να περάσετε την ώρα σας χαλαρά, οπότε και η βαθιά ανάλυση δεν έχει ιδιαίτερο νόημα. Έτσι μένουμε σε όσα είπαμε με την ελπίδα ότι πήρατε μια γεύση του τι θα δείτε. Ρέινολντς – Τζάκσον να τρολάρει ο ένας τον άλλον, λίγο ξύλο και κυνηγητά και κάτι ξέχασα νομίζω… Μα φυσικά! Αυτό που ξέχασα να αναφέρω, το οποίο είναι ίσως από τα καλύτερα σημεία της ταινίας, είναι η Σάλμα Χάγεκ, στο ρόλο της συζύγου του Τζάκσον, η οποία εμφανίζεται σε τρεις – τέσσερις σκηνές και τα “χώνει” ασύστολα!

Βαθμολογία:


Κριτικός:  Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 30/3/2018

Να και μια ταινία που δεν έχει τα φόντα να διεκδικήσει την οποιαδήποτε καλλιτεχνική αξία, αλλά θα τη συστήναμε να τη δείτε. Κι αυτό όχι επειδή ο Πάτρικ Χιουζ του «The Expendables 3» έγινε ξαφνικά σκηνοθέτης περιωπής, αλλά επειδή γελάς. Δεν είναι δυνατόν βασικά να μη γελάσεις με κάποια πράγματι πετυχημένα γκαγκ, που ενσωματώνονται πονηρά στη δράση, δίνοντας νόημα ύπαρξης στο φιλμ. Η ειρωνεία είναι ότι ο Χιουζ προσδίδει μεγάλη σημασία χρονικά στον τομέα της δράσης, μειώνοντας τον όγκο του ατού του έργου του, του χιούμορ δηλαδή, κατά πολύ. Και είναι κρίμα, επειδή αυτό το «μετά-Φονικό Όπλο» δίδυμο των Ράιαν Ρέινολντς-Σάμιουελ Τζάκσον δίνει ρεσιτάλ κωμωδίας όταν του δίνεται η ευκαιρία. Ειδικά ο δεύτερος, καιρό είχε να ερμηνεύσει τόσο έξυπνες σκηνές αυτοπαρωδίας. Φυσικά, με τη λήξη της θέασης, δυστυχώς λήγει και η όποια αξία του έργου.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

14 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.