Φθινόπωρο κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Βρισκόμαστε σε ένα εσθονικό χωριό στην Αμπχαζία, περιτριγυρισμένο από δασώδης λόφους, τη θάλασσα, τις μανταρινιές… τον πόλεμο των Αμπχαζών στη Γεωργία. Δύο χωρικοί, ο γηραιός Ίβο και ο γείτονας του, Μάρκους, είναι οι μόνοι που δεν έχουν φύγει. Ο Μάρκους θέλει να κάνει τη συγκομιδή από τις πορτοκαλιές του, παρότι ο Ίβο θεωρεί ότι εν καιρώ πολέμου αυτό δεν είναι αρμοστό. Όταν οι μάχες αρχίζουν να γίνονται τόσο κοντά που τις βλέπουν με τα μάτια τους, ο Ίβο ανακαλύπτει έναν τραυματισμένο Καυκάσιο, τον Αχμέτ. Παρά τους κινδύνους, τον παίρνει σπίτι του. Κι ο Μάρκους όμως θάβοντας τους γεωργιανούς νεκρούς, βρίσκει και περιμαζεύει έναν επιζώντα. Πλέον, ο πόλεμος για τους δύο γείτονες έχει μεταφερθεί μέσα στα ίδια τους τα σπίτια, με εχθρούς κι από τις δύο παρατάξεις.

Σκηνοθεσία:

Zaza Urushadze

Κύριοι Ρόλοι:

Lembit Ulfsak … Ivo

Giorgi Nakashidze … Ahmed

Elmo Nüganen … Margus

Misha Meskhi … Nika

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Zaza Urushadze

Παραγωγή: Zaza Urushadze

Μουσική: Niaz Diasamidze

Φωτογραφία: Rein Kotov

Μοντάζ: Alexander Kuranov

Σκηνικά: Tea Telia

Κοστούμια: Simon Matchabeli

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Mandariinid

Ελληνικός Τίτλος: Μανταρίνια

Διεθνής Τίτλος: Tangerines

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας (Εσθονία).
  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.

Παραλειπόμενα

  • Η ταινία είναι αφιερωμένη στον Levan Abashidze. Ήταν ένας διάσημος στη χώρα του γεωργιανός ηθοποιός, που πέθανε στον πόλεμο της Αμπχαζίας.
  • Πρώτη εσθονική ταινία που φτάνει στα Όσκαρ.
  • Το σενάριο γράφτηκε μέσα σε 2 βδομάδες.
  • Δεν εμφανίζεται ποτέ καμία γυναίκα, ούτε εξ αποστάσεως.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 25/3/2015

Το αντιπολεμικό σινεμά, όπως πληρέστερα όλων έχει διδάξει ο αμερικανικός κινηματογράφος, κρύβει πολλές παγίδες για τον δημιουργό, καθώς κινδυνεύει αυτός να ολισθήσει σε προπαγανδιστικούς συναισθηματισμούς ή σε ωραιοποιημένη παρουσίαση φρικαλεοτήτων και να χάσει ως εκ τούτου την ουσία του έργου του. Η ρεαλιστική προσέγγιση και δη απεικόνιση λοιπόν του σπαραγμού είναι το μεγάλο στοίχημα και ταυτόχρονα το κύριο ζητούμενο.

Η ιστορία της ταινίας εκτυλίσσεται το 1992 στην πολυτάραχη περιοχή της de facto αυτόνομης Αμπχαζίας, στο παρευξείνιο άκρο της Γεωργίας, που φλέγεται από πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ γεωργιανών και ντόπιων αυτονομιστών, οι οποίοι συνεπικουρούνται τα μέγιστα από ρώσους στρατιώτες. Στην περιοχή υπήρχαν και κάποια Εσθονικά χωριά, τα οποία εγκαταλείφθηκαν με την έναρξη του πολέμου. Ο πρωταγωνιστής, ονόματι Ivo, είναι ένας Εσθονός, ο οποίος αρνείται να εγκαταλείψει τη γη του και παραμένει στο σπίτι του παρά τις εκκλήσεις των στρατιωτών να φύγει για την Εσθονία. Μόνος συγκάτοικός του πια στο χωριό είναι ο φίλος του, Margus, ο οποίος δηλώνει ότι θα αποχωρήσει μόλις τελειώσει τη συγκομιδή της τελευταίας πλούσιας σοδειάς μανταρινιών από το αγρόκτημά του.

Μετά από μια σύρραξη που έλαβε χώρα δίπλα από το σπίτι του Ivo, μοναδικοί επιζώντες και βαριά τραυματισμένοι είναι ο τσετσένος μισθοφόρος Ahmet και ο γεωργιανός Niko. Ο Ivo αποφασίζει να τους περιθάλψει αμφότερους στο σπίτι του, παρότι είναι ορκισμένοι εχθροί. Ο καιρός που περνούν εκεί και η ευγνωμοσύνη τους για τον ηθικά στιβαρό «οικοδεσπότη» τους οδηγεί σταδιακά σε μια πολύπλευρη αμφισβήτηση του τυφλού μίσους που κυριαρχούσε μέσα τους.

Το μεγαλύτερο κατόρθωμα του Urushadze σε αυτό το φιλμ είναι η απόδοση της οδύνης του πολέμου χωρίς υπερβολές ή εξωραϊσμούς. Χρησιμοποιώντας μια σειρά από θεματικά μοτίβα ως φόντο, όπως τον ταξικό αντίκτυπο του πολέμου ή τη μαζική χειραγώγηση των πολιτών προς το φανατισμό, επικεντρώνεται στο διαρκή αγώνα να παραμείνει κανείς άνθρωπος μέσα στο απάνθρωπο πλαίσιο της πολεμικής τραγωδίας. O κεντρικός χαρακτήρας δεν παρουσιάζεται ως μεσσίας, αλλά περισσότερο ως ένας άνθρωπος που έχει αντιληφθεί τη ματαιότητα της πολεμικής φρίκης και προσπαθεί να περισώσει τα ψήγματα ανθρωπιάς που αφήνει στο ολέθριο πέρασμά της η κτηνωδία του πολέμου. Επιλύει δημιουργικά το συγκρουσιακό καθεστώς που δημιουργούν οι συστεγαζόμενοι στρατιώτες, χωρίς να τους υπαγορεύει την πορεία προς τη συμφιλίωση, υπενθυμίζοντας τους όμως ότι ίσως υπάρχει κάτι βαθύτερα ενωτικό κάτω από τις φυλετικές, εθνικές, θρησκευτικές ή ηλικιακές διαφορές.

Με δεσπόζουσα την εξαιρετική φωτογραφία αλλά και το επαναλαμβανόμενο σπαρακτικό μουσικό θέμα, ο γεωργιανός σκηνοθέτης παραθέτει ένα έργο τεχνικά άρτιο. Η ρεαλιστική σκιαγράφηση των χαρακτήρων επιτρέπει στο θεατή να τους κατανοήσει σε βάθος, χωρίς να φορτώνεται με δακρύβρεχτους λόγους για το παρελθόν τους, καθοδηγούμενος μόνο από τα βλέμματά τους και την αμείωτη δραματική ένταση που κάνει το σκηνικό να φαντάζει αβίωτο, όπως άλλωστε είναι σε συνθήκες πολέμου. Η επιλογή του σκηνοθέτη να επικεντρωθεί στην ψυχογραφία και όχι στη μανιφεστική καταγγελία είναι αυτή που τον αθωώνει και για το φλερτ με την πολιτική ορθότητα, καθώς ο θεατής, ολοκληρώνοντας την ταινία, δεν έχει παρακολουθήσει ένα «κατηγορώ» προς τους εμπλεκόμενους του συγκεκριμένου πολέμου, αλλά μια πολυεπίπεδη ανάλυση των αφόρητων συνεπειών του στην ανθρώπινη ψυχή.

Ο Francois Truffaut φέρεται να είχε δηλώσει κάποτε ότι δεν μπορεί κανείς να γυρίσει ένα πραγματικά αντιπολεμικό φιλμ, γιατί ό,τι και να κάνει θα εξευγενίσει τελικά τη φρίκη του πολέμου. Ταινίες σαν το Tangerines, που φέρνουν στο νου διαμάντια του βαλκανικού κινηματογράφου, μας θυμίζουν ότι όταν ο δημιουργός αποφεύγει αγιοποιήσεις, θυματοποιήσεις και κανιβαλισμούς επί της πληγωμένης συλλογικής μνήμης, αλλά χρησιμοποιεί την πολεμική θηριωδία ως καμβά και συνάμα καταλύτη της δραματικής ιστορίας του, μπορεί να μεγαλουργήσει.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

10 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.