Κατά τη διάρκεια περιοδείας προώθησης του βιβλίου του στη Νέα Υόρκη, ο Μαξ Ζορν συναντά ξανά μετά από 17 χρόνια ένα πρόσωπο που γνωρίζει πολύ καλά. Είναι η Ρεμπέκα, μια εκπατρισμένη γερμανο-αμερικανή, με την οποία ήταν ερωτευμένος. Το Μοντόκ, το άκρο του Λονγκ Άιλαντ, ήταν το καταφύγιο του πάθους τους. Ο Μαξ δεν σκόπευε να τη συναντήσει ποτέ ξανά, αλλά μόλις έμαθε ότι βρίσκονταν στην πόλη, προσπάθησε να έρθει σε επικοινωνία. Αυτή αποφασίζει να το πάει ξανά στο Μοντόκ, ένα μέρος ελπίδας και θλίψης παράλληλα.

Σκηνοθεσία:

Volker Schlondorff

Κύριοι Ρόλοι:

Stellan Skarsgard … Max Zorn

Nina Hoss … Rebecca

Niels Arestrup … Walter

Susanne Wolff … Clara

Bronagh Gallagher … Rachel

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Volker Schlondorff, Colm Toibin

Παραγωγή: Sidonie Dumas, Rainer Kolmel, Volker Schlondorff, Regina Ziegler

Μουσική: Michael Bartlett, Caoimhin O’Raghallaigh, Max Richter

Φωτογραφία: Jerome Almeras

Μοντάζ: Herve Schneid

Σκηνικά: Sebastian Soukup

Κοστούμια: Majie Potschke, Angela Wendt

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Return to Montauk

Ελληνικός Τίτλος: Επιστροφή στο Μόντοκ

Διεθνής Εναλλακτικός Τίτλος: Montauk Revisited

Εναλλακτικός Τίτλος: Ruckkehr Nach Montauk

Σεναριακή Πηγή

  • Διήγημα: Montauk του Max Frisch.

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βερολίνου.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 8/8/2017

Ό,τι κι αν έκανε κατά τη διάρκεια της πολυετούς καριέρας του ο Volker Schlondorff θα επισκιαζόταν πάντα από το επίτευγμα του βραβευμένου με Χρυσό Φοίνικα και Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας “Die Blechtrommel”. Έχοντας φτάσει αισίως πάνω από τα εβδομήντα έτη ύπαρξης, μια ηλικία ανασκόπησης και αυτοκριτικής για τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, φαντάζει ταιριαστό εδώ να υπογράφει στη σκηνοθεσία και το σενάριο ένα φιλμ, που συμμετείχε και στο φετινό διαγωνιστικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Βερολίνου, για το παρελθόν ως σφάλμα, ως πληγή. Αφιερώνει μάλιστα το έργο του στη μνήμη του ελβετού συγγραφέα Max Frisch (του οποίου το μυθιστόρημα “Homo Faber” διασκεύασε κινηματογραφικά το 1991, έτος του θανάτου του, με τον προσφάτως εκλιπόντα Sam Shepard και τη Julie Delpy) που είχε συγγράψει το 1975 μια βιωματική νουβέλα (διόλου συμπτωματικά επίσης βασισμένο σε πραγματικά περιστατικά της ζωής του είναι το βιβλίο που προωθεί ο ήρωας του Skarsgard που λειτουργεί ως alter ego του Frisch εδώ) που τιτλοφορείτο “Montauk”, ο γερμανός δημιουργός ωστόσο θα αποφύγει την άμεση διασκευή για έναν πιο έμμεσο φόρο τιμής.

Το αποτέλεσμα είναι μεν συμπαθές, με κάποιες στιγμές αφοπλιστικής συναισθηματικής ειλικρίνειας χάρη κυρίως στη Nina Hoss, αλλά λίγο, χωρίς μεγάλες κορυφώσεις. Επικρατεί μια αίσθηση στασιμότητας που επιβεβαιώνεται και στο φινάλε, καθώς τελικά οι καταστάσεις τελειώνουν όπως ξεκίνησαν. Η φωτογραφία του έμπειρου και συνεργαζόμενου σε παραγωγές πολλών διαφορετικών χωρών Jerome Almeras παραδίδει αρκετές όμορφες, καρτποσταλικές σχεδόν εικόνες που βοηθούν να «σπάσει» κάπως η κακώς εννοούμενη θεατρικότητα του σεναρίου. Η χημεία μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών είναι απρόσμενα λειτουργική, ακόμη και όταν το σενάριο δεν πετυχαίνει πλήρως να πείσει για το ανεκπλήρωτο πάθος μεταξύ των χαρακτήρων τους (όπως επιτυχία του κάστινγκ είναι και το παράταιρο του ζεύγους Stellan Skarsgard και Bronagh Gallagher ώστε να υπογραμμιστεί ακόμη περισσότερο το ευκταίο για την ιστορία σμίξιμο του πρώτου με τη Hoss). Η υποπλοκή που αφορά τον εξαιρετικό καρατερίστα Niels Arestrup φαντάζει ελαφρώς περιττή, ακόμη κι αν δίνει την ευκαιρία στον ίδιο να κλέψει χαμηλότονα την παράσταση στις σκηνές στις οποίες ερμηνεύει.

Αυτό όμως που καθηλώνει αποφασιστικά το “Return to Montauk” σε χλιαρές θερμοκρασίες παρά τις προσπάθειες που γίνονται με την ελεγειακή και μελαγχολική ατμόσφαιρα που περιβάλλει τις σκέψεις και τις δράσεις του χαρακτήρα του Zorn όπως και τη διάθεση για τη μη εξιδανίκευση του ποιου του, καθώς ο Max αποτυπώνεται συχνά ως οπορτουνιστικός, όπως μαρτυρούν και οι ιδεολογικές του μεταστροφές που αναφέρονται σε μια ραδιοφωνική εκπομπή με καλεσμένο τον ίδιο, αλλά κι επιπόλαιος κι εγωιστής, καθώς είναι διατεθειμένος να ακολουθήσει μια παρόρμηση ανεξαρτήτως των επιπτώσεων που μπορεί να έχει αυτή στα άτομα που τον περιτριγυρίζουν, είναι η πλήρως αποστειρωμένη και συμβατική σκηνοθεσία του ίδιου του Schlondorff, που είναι σαν να επιθυμεί να πάει με τα νερά των γερασμένων και απογοητευμένων ηρώων του, έχοντας όμως σαν αποτέλεσμα μια ξεψυχισμένη γραφή που φλερτάρει ανά αρκετές στιγμές με το ανιαρό. Δε βοηθάει επίσης η κάπως αποστασιοποιημένη ματιά που εμποδίζει το θεατή από το να γίνει κοινωνός στο δράμα των πρωταγωνιστών. Σε γενικές γραμμές, υπάρχουν εδώ ψήγματα μιας βαθύτερης προβληματικής για τις διαπροσωπικές σχέσεις, για τη σύνδεση μεταξύ ζωής και τέχνης, για την αναπόφευκτη φθορά του χρόνου και τις χαμένες ευκαιρίες, αλλά το μαχαίρι στην πραγματικότητα δεν μπαίνει ποτέ βαθιά μέσα στο κόκαλο.

Η τελική εντύπωση που μένει είναι αυτή των φιλότιμων προθέσεων του δημιουργικού μυαλού πίσω από το πόνημα αυτό, ενώ υπάρχουν διάσπαρτα και κάποια άλλα θετικά στοιχεία όπως δύο καλές ερμηνείες που εκπέμπουν σε διαφορετικά κύματα κι όμως καταφέρνουν να συντονιστούν και να αλληλεπιδράσουν πειστικά μεταξύ τους και κάποιες όμορφες, υπνωτιστικές λήψεις. Σαν σύνολο όμως το “Return to Montauk” παραμένει προσγειωμένο, με την κακή έννοια.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

10 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.