Το 2003, και έπειτα από 30 χρόνια όπου υπηρέτησαν μαζί στον πόλεμο του Βιετνάμ, ο Λάρι «Ντοκ» Σέπερντ ενώνει ξανά δυνάμεις με τον Σαλ Νίλον και τον αιδεσιμότατο Ρίτσαρντ Μίλερ για ενός νέου είδους αποστολή: για να θάψουν τον γιο του Ντοκ, έναν νεαρό πεζοναύτη που σκοτώθηκε στον πόλεμο του Ιράκ. Ο Ντοκ αποφασίζει να μη γίνει η κηδεία στο στρατιωτικό νεκροταφείο Άρλινγκτον, και με τη βοήθεια από τα παλιά του φιλαράκια, παίρνει τη σωρό για ένα ταξίδι ως τις ανατολικές ακτές, στο σπίτι του στα προάστια του Νιου Χαμσάιρ. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, οι τρεις άντρες αναπολούν τα παλιά και ξεκαθαρίζουν μέσα τους αυτές τις ομαδικές μνήμες ενός πολέμου που συνεχίζει να καθορίζει τις ζωές τους.

Σκηνοθεσία:

Richard Linklater

Κύριοι Ρόλοι:

Steve Carell … Larry ‘Doc’ Shepherd

Bryan Cranston … Sal Nealon

Laurence Fishburne … Richard Mueller

J. Quinton Johnson … Charlie Washington

Cicely Tyson … Κα Hightower

Yul Vazquez … αντισυνταγματάρχης Wilits

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Richard Linklater, Darryl Ponicsan

Παραγωγή: Richard Linklater, Ginger Sledge, John Sloss

Μουσική: Graham Reynolds

Φωτογραφία: Shane F. Kelly

Μοντάζ: Sandra Adair

Σκηνικά: Bruce Curtis

Κοστούμια: Kari Perkins

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Last Flag Flying
  • Ελληνικός Τίτλος: Η Τελευταία Σημαία

Άμεσοι Σύνδεσμοι

  • Το Τελευταίο Απόσπασμα (1973)

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Last Flag Flying του Darryl Ponicsan.

Παραλειπόμενα

  • «Πνευματικό» σίκουελ του Τελευταίου Αποσπάσματος (1973) του Hal Ashby, μια και το βιβλίο του Ponicsan είναι συνέχεια του δικό του, The Last Detail. Σύμφωνα όμως με τον Linklater, οι δύο ταινίες δεν συνδέονται.
  • Ο Richard Linklater είχε προσπαθήσει και το 2006 να κάνει την ταινία, αλλά είχε αποφανθεί εντέλει ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Το βιβλίο είχε βγει έναν χρόνο πριν, και υπήρχαν παράλληλα σκέψεις να γίνει ταινία με τους Jack Nicholson, Randy Quaid και Morgan Freeman, αυτή τη φορά ως επίσημο σίκουελ του Τελευταίου Αποσπάσματος.
  • Για να επιτευχθεί μια κατήφεια στην εικόνα, χρησιμοποιήθηκε η κάμερα Panasonic VeriCam.
  • Ο Laurence Fishburne ήταν η μόνη επιλογή που είχε κατά νου ο σκηνοθέτης για τον Μίλερ.
  • Μέσα σε 32 ημέρες είχαν ολοκληρωθεί όλα τα γυρίσματα.

Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 12/6/2018

Είναι γεγονός ότι ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, ένας από τους πιο χαρισματικούς ανεξάρτητους Αμερικανούς σκηνοθέτες της γενιάς του, έχει μια δημιουργική μανία με το χρόνο και τις επιπτώσεις του. Από την υπέροχη τριλογία του «Πριν το Ξημέρωμα/Ηλιοβασίλεμα/Μεσάνυχτα» έως το αδίκως παραμελημένο «Όλοι Θέλουν από Λίγο», ο δημιουργός του φιλόδοξου κινηματογραφικού πειράματος του «Μεγαλώνοντας» μοιάζει να αναζητά στους χαρακτήρες του εκείνες τις στιγμές που έχουν αφήσει ή αναμένεται να αφήσουν ένα ανεξίτηλο σημάδι στις ζωές τους. Αντικρίζοντας παράλληλα τον χρόνο, όχι σαν έναν γιατρό που επουλώνει τις ανοιχτές πληγές, αλλά ως έναν συνεπιβάτη στο ταξίδι της ζωής με τον οποίο οι ήρωες του προσπαθούν διαρκώς να συνδιαλλαγούν. Άλλοτε το καταφέρνουν, προσδίδοντας στα γεγονότα μια γλυκά μελαγχολική απόχρωση, άλλοτε πάλι όχι. Τότε είναι λοιπόν που η ανάμνηση μετατρέπεται σε κάτι παραπάνω από αναδρομή στο παρελθόν. Γίνεται κομμάτι της καθημερινότητας, μέρος μιας διαχρονικής εξέλιξης μιας ιστορίας, που κάθε φορά αποκτά και διαφορετικούς πρωταγωνιστές.

Διασκευάζοντας την ομότιτλη νουβέλα του Ντάριλ Πόνισκαν, ο σκηνοθέτης περιγράφει την ιστορία του Λάρι «Ντοκ» Σέφερντ, ενός βετεράνου του Βιετνάμ, όπου τον Δεκέμβρη του 2003 ζητά από δύο πρώην συντρόφους του -που έχει να δει πάνω από τριάντα χρόνια- να τον συνοδεύσουν σε μια αμερικανική στρατιωτική βάση όπου πρόκειται να κηδέψει τον γιο του, ο οποίος σκοτώθηκε υπηρετώντας τη θητεία του στον πόλεμο του Ιράκ. Το δυσβάσταχτο αυτό καθήκον θα εξελιχθεί τελικά σε ένα εξιλεωτικό road trip στο οποίο οι τρεις διαφορετικοί πια άνθρωποι θα ανακαλύψουν όχι μόνο αυτά που τους ενώνουν, αλλά και όλα εκείνα από τα οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν, βλέποντας παράλληλα την ιστορία να επαναλαμβάνεται για ακόμη μια φορά. Όπως το βιβλίο αποτέλεσε το σίκουελ του προ τεσσαρακονταετίας μυθιστορήματος με τίτλο «Το Τελευταίο Απόσπασμα», έτσι και το φιλμ του Λινκλέιτερ επιχειρεί να συνδεθεί περισσότερο νοηματικά παρά κυριολεκτικά με το ομότιτλο δράμα του Χάλ Άσμπι του 1973, μεταφέροντας μια αίσθηση κινηματογραφικού déjà vu, κυρίως μέσω των μεστών ερμηνειών των τριών βασικών του χαρακτήρων. Λόρενς Φίσμπερν, Στιβ Καρέλ (εξαιρετικός ακόμη μια φορά στο δράμα, με το βουβό του πόνο να χαράζει πολύ βαθιά) και Μπράιαν Κράνστον αντηχούν τους τρεις πρωταγωνιστές της ταινίας των 70s, με τον τρίτο σχεδόν να αποτίει φόρο τιμής στον πεσιμιστικό κυνισμό και τις νευρώδεις εκρήξεις του Τζακ Νίκολσον. Η χημεία μεταξύ των τριών πρώην πεζοναυτών αποδεικνύεται και το βασικό καύσιμο της ταινίας, αφού καταφέρνουν να μεταπηδούν από το τραγικό στο αμήχανα κωμικό απροσποίητα, δίνοντας παράλληλα στην αφήγηση τη δυνατότητα να στοχάζεται μελαγχολικά πάνω στην απώλεια, την πίστη που τυφλώνει, τη ματαιότητα του θανάτου, την αίσθηση της εξαπάτησης που μπορεί να γεννήσει απροσδόκητες συμμαχίες. Είναι αλήθεια ότι κάποιες στιγμές το φιλμ εκτροχιάζεται προς το διδακτισμό, αποφασίζοντας να πατήσει φρένο σε αυτό που αρχικά μοιάζει ως ένα ανελέητο κατηγορώ απέναντι σε αυτούς που αποφάσισαν να παίξουν κάθε είδους παιχνίδια τις πλάτες όλων εκείνων που τελικά θα υποστούν τις τραγικές τους συνέπειες. Ωστόσο, δίνοντας ξεκάθαρα προτεραιότητα στο συναίσθημα, ο Λινκλέιτερ εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στους (σωματικά και ψυχικά) πληγωμένους ήρωες, γεμίζοντας το φιλμ του με μια ανεπιτήδευτη εκφραστικότητα και μια ζεστασιά που μοιάζει να αντιτίθεται στις σχεδόν «μεταλλικές» αποχρώσεις της κινηματογράφησης.

Κρατώντας σκόπιμα χαμηλούς τόνους, η «Τελευταία Σημαία» σκιαγραφεί ένα βαθιά συγκινητικό τελευταίο αντίο που αναζητά τη λύτρωση από κάθε αδικία στη συναισθηματική αλληλεγγύη, τη συντροφικότητα, την ανθρωπιά. Φέρνοντας στο νου το «Στην Κοιλάδα του Ηλά» του Πολ Χάγκις, το βραδυφλεγές αλλά εξαιρετικά ώριμο φιλμ του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, χωρίς να υπαινίσσεται ούτε στιγμή ότι δεν αντιλαμβάνεται ποιος είναι ο πραγματικός ένοχος, επιτρέπει στην στωικότητα του πόνου να υπερισχύσει τον παρορμητισμό της οργής. Τον πόνο εκείνο που πηγάζει από μια αδιανόητη απώλεια, αποτυπωμένο σε μια σπασμένη φωνή, σε ένα κενό βλέμμα ή ακόμη και σε ένα λυτρωτικό γέλιο, που τελικά κάνει την καρδιά σου να ραγίζει πολύ περισσότερο.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

10 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.