
Έμφυτο Ελάττωμα
- Inherent Vice
- 2014
- ΗΠΑ
- Αγγλικά, Ιαπωνικά
- Αστυνομική, Εποχής, Μαύρη Κωμωδία, Μυστηρίου, Νουάρ
- 26 Φεβρουαρίου 2015
Λος Άντζελες, δεκαετία του 1970. Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Λάρι «Ντοκ» Σπορτέλο δέχεται την επίσκεψη της πρώην κοπέλας του, Σάσα Φέι Χέπγουορθ, που τώρα έχει σχέση με το πετυχημένο μεσίτη Μίκι Γούλφμαν. Αυτή του ζητά βοήθεια, επειδή η σύζυγος του Μίκι κι ο ερωμένος της θέλουν να τον κλείσουν σε κλινική. Οι έρευνες του Ντοκ ξεκινούν, αλλά όλα περιπλέκονται με την εξαφάνιση της Σάσα και του Μίκι.
Σκηνοθεσία:
Κύριοι Ρόλοι:
Joaquin Phoenix … Larry ‘Doc’ Sportello
Josh Brolin … ντετέκτιβ Christian F. ‘Bigfoot’ Bjornsen
Owen Wilson … Coy Harlingen
Katherine Waterston … Shasta Fay Hepworth
Reese Witherspoon … αντιεισαγγελέας Penny Kimball
Benicio Del Toro … Sauncho Smilax
Jena Malone … Hope Harlingen
Joanna Newsom … Sortilege
Maya Rudolph … Petunia Leeway
Michael Kenneth Williams … Tariq Khalil
Hong Chau … Jade
Jeannie Berlin … θεία Reet
Martin Short … Δρ Rudy Blatnoyd
Martin Donovan … Crocker Fenway
Eric Roberts … Michael Z. ‘Mickey’ Wolfmann
Peter McRobbie … Adrian Prussia
Jillian Bell … Chlorinda
Serena Scott Thomas … Sloane Wolfmann
Jefferson Mays … Δρ Threeply
Sam Jaeger … πράκτορας Flatweed
Timothy Simons … πράκτορας Borderline
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Paul Thomas Anderson
Παραγωγή: Paul Thomas Anderson, Daniel Lupi, JoAnne Sellar
Μουσική: Jonny Greenwood
Φωτογραφία: Robert Elswit
Μοντάζ: Leslie Jones
Σκηνικά: David Crank
Κοστούμια: Mark Bridges
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Inherent Vice
- Ελληνικός Τίτλος: Έμφυτο Ελάττωμα
Σεναριακή Πηγή
- Μυθιστόρημα: Inherent Vice του Thomas Pynchon.
Κύριες Διακρίσεις
- Υποψήφιο για Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου και κοστουμιών.
- Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα πρώτου αντρικού ρόλου (Joaquin Phoenix) σε κωμωδία/μιούζικαλ.
Παραλειπόμενα
- Η διασκευή από το πρώτο βιβλίο του Thomas Pynchon που μεταφέρεται στην οθόνη σχεδιάζονταν από το 2010. Ήταν μια περίοδος που είχε μπει στο ράφι το The Master, με τον Anderson να κάνει μια πρώτη διασκευή του βιβλίου των 384ων σελίδων φράση προς φράση. Αυτό του φάνηκε ευκολότερο από το να κάνει μια απευθείας διαφορετική προσέγγιση. Ακολούθως πρόσθεσε την αφήγηση από τη Σορτιλιέζ, ενώ το φινάλε άλλαξε τελείως.
- Ο Anderson άντλησε έμπνευση από κλασικά νουάρ, αλλά και το κωμικό δίδυμο των Cheech & Chong. Μαζί, δανείστηκε στοιχεία από το ανεξάρτητο κόμικ Fabulous Furry Freak Brothers.
- Αρχικά τον ρόλο του Ντοκ τον είχε στα χέρια του ο Robert Downey Jr., επιλέγοντας τον αντί να εμφανιστεί στο Οζ: Μέγας και Παντοδύναμος. Ο σκηνοθέτης όμως κατέληξε στον Joaquin Phoenix. Ο Downey Jr. τότε δήλωσε πως ο σκηνοθέτης θεώρησε πως αυτός ήταν πολύ γέρος για τον ρόλο, κι ενώ αρχικά ειπώθηκε πως ο διάσημος ηθοποιός ήταν αυτός που έκανε πίσω.
- Η Charlize Theron ήταν υποψήφια για τον ρόλο της Σάσα.
- Ενώ είχε αναφερθεί σε ρεπορτάζ ότι ο Thomas Pynchon θα έκανε ένα γκεστ-πέρασμα από την ταινία, αυτό δεν συνέβη. Ο Brolin μάλιστα το είχε επιβεβαιώσει, λέγοντας ότι ο συγγραφέας βρέθηκε στο πλατό, απλά κανείς δεν τον αναγνώρισε (υπάρχουν ελάχιστες φωτογραφίες του διαθέσιμες, κι αυτές από τα νεαρά του χρόνια). Ήταν ο Anderson που έθεσε τέλος στη συγκεκριμένη φιλολογία, δηλώνοντας σεβασμό προς τη γνωστή θέση του Pynchon να μην κάνει δημόσιες εμφανίσεις.
- Τα γυρίσματα περιφράχθηκαν ως ένα “οργανωμένο χάος”, με τον Anderson να μην έχει μεν έναν σαφή καθημερινό προορισμό, αλλά το καστ δεν αισθάνθηκε ποτέ κάποια ανασφάλεια.
- Παρά τις θετικές κριτικές, τα έσοδα των 14,7 εκατομμυρίων δολαρίων ήταν λίγα μπροστά στο μπάτζετ των 20.
Μουσικά Παραλειπόμενα
- Στην ταινία ακούγεται ένα ανέκδοτο κομμάτι των Radiohead, το Spooks, ερμηνευμένο από τον Jonny Greenwood (ο κιθαρίστας των Radiohead, που υπογράφει και τη μουσική της ταινίας) και μέλη των Supergrass.
Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος
Έκδοση Κειμένου: 26/2/2015
Όταν μπαίνεις στη σκοτεινή αίθουσα για να δεις μια ταινία του Paul Thomas Anderson, έχεις κάποια προαπαιτούμενα. Παρέλαση διάσημων σε ρόλους που δεν τους περίμενες, υπέροχη μουσική και αξιομνημόνευτοι χαρακτήρες. Τα στοιχεία αυτά όχι μόνο δεν λείπουν από το Έμφυτο Ελάττωμα, αλλά υπάρχουν σε αφθονία.
Ο ιδιοφυής Αμερικανός, θέλοντας για μία ακόμη φορά να μετατρέψει τον εγκέφαλό μας σε πουρέ πατάτας, μας μεταφέρει στην Καλιφόρνια της ψυχεδελικής εποχής του 1970. Η κάμερά του ακολουθεί τον Larry «Doc» Sportello (Joaquin Phoenix), έναν χίπη ιδιωτικό ντετέκτιβ που η γεμάτη ναρκωτικά καθημερινότητά του ταράζεται από την απρόσμενη επίσκεψη μιας πρώην ερωμένης του. Η τολμηρή κορασίδα, που ακούει στο όνομα Shasta Fay Hepworth (Katherine Waterston), του ζητάει κάτι που αναμφιβόλως θα τον φέρει σε άβολη θέση: τη βοήθεια του για να αποτρέψει το σχέδιο της γυναίκας του τωρινού εραστή της, ο οποίος τυγχάνει δισεκατομμυριούχος μεσίτης, να τον κλείσει σε ψυχιατρική κλινική. Όταν, όμως, εκτός του μεσίτη, εξαφανίζεται και η Shasta, τα πράγματα μπαίνουν σε ιδιαιτέρως αλλόκοτη τροχιά, καθώς εμπλέκονται ένας βαθύτατα καταπιεσμένος και εμμονικός αστυνομικός (Josh Brolin), μια εγωπαθής βοηθός εισαγγελέα (Reese Witherspoon), ένας μαύρος συμμορίτης (Michael K. Williams) ο οποίος έκανε μπίζνες εντός της φυλακής με έναν νεοναζί, και μια σειρά άλλων ιδιόρρυθμων προσωπικοτήτων που με κάποιον παρανοϊκό τρόπο συνδέονται με τη βασική ιστορία και προκαλούν ουκ ολίγες στιγμές γέλιου.
Η προσπάθεια να ακολουθήσει κανείς τη βασική ιστορία είναι μάταιη. Η πλοκή είναι σκοπίμως πολυδαίδαλη και χαοτική ώστε να φέρνει τον θεατή σε κατάσταση νάρκωσης, μια και στόχος της ταινίας είναι να μοιάζει με παραίσθηση ενός εξαρτημένου από ναρκωτικά ατόμου. Η φωνή της αφηγήτριας διευκολύνει ελαφρώς τα πράγματα, εξηγώντας καίρια σημεία της σκέψης του πρωταγωνιστή, αν και σε κάποιες φορές καθίσταται κάπως επιτηδευμένη. Αυτό όμως που προσφέρει η ταινία στον θεατή είναι η ευκαιρία να χαθεί μέσα στην αλλοφροσύνη των 1970 χωρίς να πάρει LSD και να γίνει για λίγο κοινωνός του χάους που κυριάρχησε στην αυτοαποκαλούμενη Γη των Ευκαιριών. Ναρκωτικά, ψευδαίσθηση απόλυτης ελευθερίας και ισοπεδωτική αποπολιτικοποίηση των πολιτών, οι οποίοι δίνουν περισσότερο την αίσθηση αγέλης παρά κοινωνίας. Είναι γνωστό ότι ο Paul Thomas Anderson είναι μάστορας στην αναπαράσταση εποχής, γιατί ενδιαφέρεται περισσότερο να μεταδώσει το κλίμα παρά να φτιάξει ένα ακριβές αλλά άψυχο αντίγραφο. Παρόλο που εν προκειμένω η πολιτική κριτική είναι λιγότερο εμφανής συγκριτικά με προγενέστερα έργα του και ίσως δεν κατέχει την πρωτεύουσα θέση, είναι εξίσου δηκτική.
Στη βάση της, η ταινία είναι μια κοενικής αισθητικής παρωδία φιλμ νουάρ εμπλουτισμένη με εξαιρετικά πρωτότυπες ιδέες από σκηνοθετικής σκοπιάς, που καταφέρνουν να της δώσουν το επιθυμητό ονειρικό προφίλ. Ο ρυθμός είναι αργός, με αποτέλεσμα να κουράζει σε κάποια σημεία, αν και είναι αμφίβολο το κατά πόσο θα ταίριαζε μια πιο περιπετειώδης δομή. Η χρήση της μουσικής είναι εντυπωσιακά εύστοχη, καθώς τόσο οι μελωδίες του Jonny Greenwood, όσο και το ελαφρύ ροκ πλαισιώνουν κάθε σκηνή με τον καταλληλότερο τρόπο και υποβάλλουν τον θεατή, χωρίς να τον εξαναγκάζουν να αισθανθεί κάτι που δεν πηγάζει αυθεντικά από μέσα του.
Σε επίπεδο ερμηνειών, ο Joaquin Phoenix ως απολαυστικά δυσλειτουργικός ντετέκτιβ είναι για μία ακόμα φορά εξαιρετικός. Ανταποκρίνεται στις κωμικές απαιτήσεις του ρόλου, πετυχαίνει με ακρίβεια την απαιτούμενη αμηχανία μπροστά σε διλήμματα κι αναπάντεχες εξελίξεις της ιστορίας και, όπως ήταν αναμενόμενο, πείθει απολύτως ως χίπης. Οι πάμπολλοι δεύτεροι ρόλοι παραμένουν στατικοί και κάπως grotesque, αλλά όχι πληκτικοί, βοηθώντας έτσι την ανάπτυξη του πρωταγωνιστή. Ξεχωρίζει ο Josh Brolin ως ο αστυνομικός που συγκροτεί ένα έξυπνο αντιθετικό ζεύγος με τον Doc, χωρίς βέβαια να χρειάζεται να ξεφύγει από την επαναλαμβανόμενη μανιέρα του. Σπουδαία απόδοση του χαρακτήρα της επιτυγχάνει η Katherine Waterston, η οποία ώρες-ώρες θαρρείς πως σε κοιτάει μέσα από το πανί, ενώ η Reese Witherspoon αποδεικνύει για μία ακόμα φορά τη σπάνια χημεία που διαθέτει με τον προ δεκαετίας συμπρωταγωνιστή της στο Walk the Line.
Συμπερασματικά, η ταινία είναι ένα acid-trip και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπιστεί. Δεν πρόκειται να απογοητεύσει τους φανατικούς του σκηνοθέτη, αλλά ούτε και ξεχωρίζει στην ήδη πλούσια φιλμογραφία του. Κατέχει όλα τα φόντα για να αποκτήσει στο μέλλον το cult-status που της αρμόζει, αλλά δεν αποκλείεται να αποξενώσει τον μέσο θεατή λόγω της ιδιορρυθμίας της. Συνιστάται ακρόαση τουλάχιστον επί μισή ώρα stoner μουσικής πριν τη θέαση και άλλη τόση έπειτα από αυτήν. Αλλά μην περιμένετε να μπορείτε να συνεννοηθείτε με τους συνανθρώπους σας για κάποια ώρα μετά το τέλος…
Βαθμολογία:
![]()
![]()
Κριτικός: Βασίλης Καγιογλίδης
Έκδοση Κειμένου: 26/2/2015
O Paul Thomas Anderson, λησμονώντας τις μεγάλες μέρες του Boogie Nights, μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το «πλούσιο», ψυχεδελικό και νοσταλγικό μυθιστόρημα του Thomas Pynchon και καταφέρνει να αποτυπώσει στο σελιλόιντ μία δεκαετία έντονη και συνάμα ξεχασμένη, που στιγματίστηκε από την συνεχή και θορυβώδη προσπάθεια της ανθρωπότητας στην αναζήτηση για έκφραση και ζωή. Με πρόσχημα το νουάρ, ο Anderson καταφέρνει, να οσμιστεί όχι μόνο το πνεύμα του συγγραφέα αλλά και αυτό μιας ολόκληρης εποχής και να αποτυπώσει μέσα από το «φωτογραφικό» φακό του όλες τις τάσεις αυτής. Τη σεξουαλική εκτροπή, τα επίπλαστα πρότυπα, τους χίπις και τους cool ανθρώπους. Την ακατάπαυστη ανάγκη για απόλαυση, την ανεξέλεγκτη διακίνηση κάθε είδους ναρκωτικών ουσιών αλλά και τη συγκρότηση και διαμάχη νεοσύστατων συμμοριών για πρωτοκαθεδρία. Την πολιτική και οικονομική διαφθορά αλλά κυρίως τον φρενήρη αγώνα του ανθρώπου για το όνειρο μίας ήρεμης, άνετης και πλούσιας ζωής, που του το πρόσφεραν σε ένα δελεαστικό πακέτο προσιτής τιμής, με περιτύλιγμα μεγάλα συναρπαστικά κτίρια που δίνουν την ψευδαίσθηση της εξίσωσης με τους οικονομικά ευκατάστατους.
Ο Anderson δεν αποτινάσσει ποτέ τη λογοτεχνική φύση του σεναρίου του, αντ` αυτού την αναδεικνύει και τη χρησιμοποιεί ως όχημα, παρόλο που το άχρωμο voice over λειτουργεί ως τροχοπέδη στην τελειοποίηση του όλου εγχειρήματος. Μένει πιστός στο λόγο του συγγραφέα και ως φανατικός ονειροπόλος αμερικανός επιστρέφει στο παρελθόν με μία ακατάπαυστη δίψα να μιλήσει για την χώρα του, μία χώρα γεμάτη εμμονές και ψευδαισθήσεις. Πέρα όμως από το φόρο τιμής που αποτίει σε μία εποχή που καθόρισε την ταυτότητα ενός λαού, δε θα ξεχάσει να αναφερθεί στους αθεράπευτα ρομαντικούς και να τους αποθεώσει. Το φιλμ του είναι έντονο και πολυθεματικό αλλά ταυτόχρονα και ξεκάθαρο ως προς του θεματικό του κομμάτι. Μοιάζει ωστόσο να απευθύνεται σε συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων και κυρίως ηλικιών, πολύ δε περισσότερο σε σινεφίλ θεατές. Μοιάζει να οδηγείται στα όρια και από τα όρια, και να κινδυνεύει μέσα στην αμετροέπεια -ή την πληθώρα- χαρακτήρων αλλά και στις ακροβασίες του δημιουργού που δεν υπολογίζει στον ενθουσιασμό το κόστος. Εντούτοις αναβλύζει ομορφιάς και έχει την ικανότητα να προσελκύσει ακόμα και τους πιο επιφυλακτικούς. Το Inherent Vice θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μία κινηματογραφική ορτανσία, ένα κινηματογραφικό άνθος, που ο ιδιοκτήτης του προσέφερε μπόλικο νερό και θρεπτικά συστατικά για να ανθίσει το γρηγορότερο. Κι αφού απήλαυσε συγκινημένος το μικρό του θαύμα, το άφησε να χαθεί στη λήθη.
Βαθμολογία:
![]()
![]()







