Παρίσι, 1964. Ο Αλμπέρτο Τζιακομέτι, διάσημος ζωγράφος και γλύπτης, πέφτει πάνω σε έναν παλιό φίλο, τον αμερικανό κριτικό Τζέιμς Λορντ, και τον παρακαλεί να ποζάρει για ένα πορτρέτο επειδή το πρόσωπο του είναι ενδιαφέρον. Θα πάρει μονάχα καμιά-δυο μέρες στο ατελιέ. Ο Λορντ κολακεύεται με την πρόσκληση και καθώς οι ημέρες περνούν και γίνονται βδομάδες και μήνες, χωρίς να φαίνεται να υπάρχει τέλος στον ορίζοντα, αντιλαμβάνεται ότι στην ουσία έχει απαχθεί ολόκληρη του η ζωή από αυτή την εκκεντρική διάνοια.

Σκηνοθεσία:

Stanley Tucci

Κύριοι Ρόλοι:

Geoffrey Rush … Alberto Giacometti

Armie Hammer … James Lord

Clemence Poesy … Caroline

Tony Shalhoub … Diego Giacometti

James Faulkner … Pierre Matisse

Sylvie Testud … Annette Giacometti

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Stanley Tucci

Παραγωγή: Nik Bower, Gail Egan, Ilann Girard

Μουσική: Evan Lurie

Φωτογραφία: Danny Cohen

Μοντάζ: Camilla Toniolo

Σκηνικά: James Merifield

Κοστούμια: Liza Bracey

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Final Portrait

Ελληνικός Τίτλος: Η Τελευταία Πινελιά

Σεναριακή Πηγή

  • Βιβλίο: A Giacometti Portrait του James Lord.

Παραλειπόμενα

  • Επειδή δεν υπήρχαν τα απαραίτητα χρήματα στην παραγωγή, το Λονδίνο αντικαθιστά το Παρίσι, με τα ψηφιακά εφέ να κάνουν τις απαραίτητες προσαρμογές. Σύμφωνα με τον Tucci, είναι φτηνότερο για μια μικρή παραγωγή να χρησιμοποιήσει το CGI, παρά να ταξιδέψει.
  • Τα γυρίσματα τελείωσαν μέσα σε μιάμιση βδομάδα.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 28/10/2017

Ο γνωστός ηθοποιός Στάνλεϊ Τούτσι επιδίδεται σε κινηματογραφικά μαθήματα ζωγραφικής και παρότι τα χρώματα της παλέτας του φαντάζουν ιδανικά, εντούτοις το ολοκληρωμένο αποτέλεσμα δείχνει να στερείται πειθούς, μοιάζοντας με μια επιτηδευμένα αντισυμβατική και τελικά ανέμπνευστη απομίμηση μαζικής παραγωγής.

Στα πλαίσια της επίσημης πρεμιέρας της πέμπτης κατά σειρά σκηνοθετικής προσπάθειας του αξιόλογου ηθοποιού Στάνλεϊ Τούτσι («Ο Διάβολος Φοράει Πράντα») πριν από περίπου εννέα μήνες, στο 67ο Φεστιβάλ κινηματογράφου του Βερολίνου, ο Αυστραλός πρωταγωνιστής του ημι-βιογραφικού «H Τελευταία Πινελιά» και χαρακτηρισμένος ως «σημαία της εθνικής υπερηφάνειας της χώρας του» Τζέφρι Ρας, πρόσθεσε ένα ακόμη βραβείο στην αξιοσημείωτη συλλογή του παραλαμβάνοντας την «Κάμερα της Μπερλινάλε», μια φιλμική διάκριση που ισχύει από το 1986 και παραδίδεται από ένα απ’ τα σημαντικότερα Φεστιβάλ στον κόσμο σε «προσωπικότητες στις οποίες αισθάνεται ότι χρωστά ευγνωμοσύνη», όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο πρόεδρός του. Ο σπουδαίος ηθοποιός, βραβευμένος με Όσκαρ ερμηνείας για τον «Σολίστα» του Σκοτ Χικς, πρωταγωνιστής του «Λόγου του Βασιλιά», του «Τέλειου Χτυπήματος» και πολλών άλλων σημαντικών ταινιών και θεατρικών παραστάσεων, όντας ιδιαίτερα ευδιάθετος και προσιτός, παρέλαβε το ίσως λιγότερο λαμπερό από τα βραβεία που έχει κερδίσει μέχρι τώρα, μέσα σε χαλασμό από επευφημίες, χειροκροτούμενος θερμά και από τους συμπρωταγωνιστές του, Άρμι Χάμερ (ο οποίος πρωταγωνιστεί επίσης και στο «Call me by your name» του Λούκα Γκουαντανίνο, ένα από τα πολυαναμενόμενα φιλμ της φετινής χρονιάς) και Κλεμάνς Ποεζί («Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου»), όπως φυσικά και από τον ίδιο τον Τούτσι.

Γυρνώντας πίσω στο φιλμ, του οποίο ο γνωστός ηθοποιός (και λιγότερο γνωστός ως σκηνοθέτης) υπογράφει και το σενάριο, επιχειρεί να σκιαγραφήσει με αδρές γραμμές την πολύπλοκη προσωπικότητα αλλά και το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του Ελβετού (με ιταλικές ρίζες) γλύπτη και ζωγράφου Αλμπέρτο Τζιακομέτι, λίγα μόλις χρόνια πριν από το θάνατό του, στο Παρίσι του 1964. Η πλοκή εξελίσσεται γύρω από τον ίδιο και το (όπως αποδείχτηκε) «τελευταίο θύμα του», τον Τζέιμς Λόρντ, έναν Αμερικάνο κριτικό και μεγάλο θαυμαστή του, το πορτρέτο του οποίου ξεκινά να σχεδιάσει αλλά αδυνατεί να ολοκληρώσει. Το σενάριο βασισμένο στα απομνημονεύματα του ίδιου του Λόρντ, εντοπίζει στα κωμικοτραγικά ξεσπάσματα του κεντρικού του χαρακτήρα μια ενδιαφέρουσα (αν και στερεοτυπική πια) ισορροπία ανάμεσα στη δημιουργικότητα και την καλλιτεχνική ανεπάρκεια, την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και το αστείρευτο ταλέντο ενός δημιουργού που έπλαθε ανθρωπόμορφες φιγούρες στις οποίες τελικά θεωρούσε ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να δώσει το τελικό άγγιγμα, γιατί άλλωστε «ένα έργο έχει αρχή αλλά δεν έχει ποτέ τέλος». Ο Τούτσι συνθέτει εικόνες με τον καλλιτέχνη επί το έργον, αφήνοντας την κάμερα να περιπλανηθεί στο ακατάστατο ατελιέ γεμάτο αριστουργήματα, περιφρονημένα κυρίως από τον ίδιο τον δημιουργό τους, καθώς οι λίγες ώρες οι οποίες θα χρειαζόντουσαν για την ολοκλήρωση του πορτρέτου μετατρέπονται σε μέρες και αυτές σε βδομάδες, οδηγώντας σε απόγνωση τόσο τον ζωγράφο, όσο και το μοντέλο του.

Το δομικό πρόβλημα ωστόσο του συγκεκριμένου φιλμ εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στη σεναριακή του αδυναμία, παρότι οι πρωταγωνιστές του κάνουν ό,τι μπορούν για να διατηρήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον. Σταδιακά το όποιο χιούμορ μοιάζει να εξατμίζεται, οι παράλληλες πλοκές (ιδίως αυτή της εμμονής του Τζιακομέτι με μια νεαρή πόρνη, ερμηνευμένη με επιτηδευμένη ελαφρότητα από την Ποεζί) δεν μπορούν να προσδώσουν την απαραίτητη πνοή στην ασύμμετρη πλοκή και η υποτιθέμενη ανίχνευση της ταλαιπωρημένης ψυχολογικής και καλλιτεχνικής ταυτότητας του κεντρικού χαρακτήρα μοιάζει τελικά να κρατά παράδοξα αποστάσεις από το αντικείμενο μελέτης της, παρουσιάζοντας μια προσωπικότητα στα όρια της καρικατούρας που επαναλαμβάνει την ανικανοποίητη στάση της και την αβεβαιότητα απέναντι σε οτιδήποτε δημιουργεί μέσω συνεχόμενων εκρήξεων θυμού, άσκοπων περιπάτων στα τοπικά νεκροταφεία και καταστροφικής κατανάλωσης αλκοόλ και τσιγάρων. Μέσα σε όλα αυτά, τελείως ανούσια μοιάζει και η μονταρισμένη σεκάνς της βόλτας με το αυτοκίνητο που φαίνεται να αποτίει φόρο τιμής στη γαλλική nouvelle vauge που ως ρεύμα κυριαρχούσε στην κινηματογραφική σκηνή του Παρισιού περίπου εκείνη την εποχή.

Συμπεραίνοντας, παρότι οι προθέσεις για τη δημιουργία μιας αντισυμβατικής biopic που εστιάζει περισσότερο στο συναισθηματικό αντίκτυπο της τέχνης στην ιδιοσυγκρασία αυτού που την υπηρετεί μοιάζουν αγνές, το συνολικό κινηματογραφικό αποτύπωμα που αφήνει αυτή η -εν μέρει- αληθινή ιστορία μοιάζει ρηχό, σχεδόν ανεπαίσθητο, καταφέρνοντας να ξεμείνει στο τέλος από ιδέες και συναισθήματα. Και δυστυχώς όχι υπερβολικά και αβάσιμα (όπως διαρκώς μουρμουρίζει ο πρωταγωνιστής της), αλλά στ’ αλήθεια.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.