
Η Αυτοκρατορία του Φωτός
- Empire of Light
- 2022
- Μ. Βρετανία
- Αγγλικά
- Αισθηματική, Δραματική, Εποχής
- 02 Φεβρουαρίου 2023
Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980, μιας περιόδου έντονης πολιτικής αναταραχής αλλά και δημιουργικής άνθισης της βρετανικής μουσικής και κουλτούρας. Η ιστορία ακολουθεί δύο υπαλλήλους της βρετανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας, τη Χίλαρι και τον Στίβεν, οι οποίοι βρίσκουν καταφύγιο ο ένας στον άλλον.
Σκηνοθεσία:
Κύριοι Ρόλοι:
Olivia Colman … Hilary Small
Micheal Ward … Stephen Murray
Colin Firth … Donald Ellis
Toby Jones … Norman
Tom Brooke … Neil
Tanya Moodie … Delia Murray
Hannah Onslow … Janine
Crystal Clarke … Ruby
Ron Cook … Κος Cooper
Monica Dolan … Rosemary Bates
Sara Stewart … Brenda Ellis
Justin Edwards … Jim Booth
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Sam Mendes
Παραγωγή: Pippa Harris, Sam Mendes
Μουσική: Trent Reznor, Atticus Ross
Φωτογραφία: Roger Deakins
Μοντάζ: Lee Smith
Σκηνικά: Mark Tildesley
Κοστούμια: Alexandra Byrne
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Empire of Light
- Ελληνικός Τίτλος: Η Αυτοκρατορία του Φωτός
Κύριες Διακρίσεις
- Υποψήφιο για Όσκαρ φωτογραφίας.
- Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα πρώτου γυναικείου ρόλου (Olivia Colman) σε δράμα.
- Υποψήφιο για Bafta καλύτερης βρετανικής ταινίας, δεύτερου αντρικού ρόλου (Micheal Ward) και φωτογραφίας.
Παραλειπόμενα
- Μόλις δεύτερο κινηματογραφικό σενάριο για τον Sam Mendes (μετά το 1917), αλλά πρώτο που υπογράφει μόνος του.
Κριτικός: Ορέστης Μαλτέζος
Έκδοση Κειμένου: 31/1/2023
Το κύριο αντικείμενο συζήτησης γύρω από την “Αυτοκρατορία του Φωτός” είναι ο κινηματογράφος Empire, στον οποίο εκτυλίσσεται η πλοκή της, ένα μεγαλειώδες παλάτι που δεσπόζει σε μια παράκτια περιοχή της Αγγλίας το 1980, που από τότε είχε αρχίσει να χάνει την αίγλη του λαμπρού παρελθόντος του. Στην πραγματικότητα, το Empire δουλεύει μόνο σε νοηματικό επίπεδο, παρά τις σεναριακές και σκηνοθετικές προσπάθειες να στρέψουν το ενδιαφέρον στην κινηματογραφική μαγεία. Και αυτή είναι μόνο η αρχή των προβλημάτων.
Όποια βαθιά καλλιτεχνική ανάγκη θέλησε να καλύψει ο Sam Mendes υπογράφοντας για πρώτη φορά ολομόναχος ένα κινηματογραφικό σενάριο, ελπίζω να ολοκληρώθηκε εδώ. Δεν είναι ότι ο ικανότατος δημιουργός απέτυχε ξαφνικά να αναγνωρίσει μια ενδιαφέρουσα ιστορία για να αφηγηθεί, απλώς ο ρόλος του ως σεναριογράφος τύφλωσε τον ρόλο του ως σκηνοθέτη. Ο Mendes μοιάζει να υπερεκτιμά το υλικό που δημιούργησε, μην μπορώντας να πάρει την απαραίτητη απόσταση ώστε να το ζυγίσει σωστά όταν φτάνει η ώρα να πιάσει την κάμερα στα χέρια του.
Έχοντας ως πρωταγωνίστρια την Olivia Colman σε έναν ρόλο πλούσιο σε ερμηνευτικές ευκαιρίες, η ταινία λειτουργεί άψογα στις σκηνές όπου ασχολείται αποκλειστικά μαζί της. Επηρεασμένος από τη δική του μητέρα που επίσης έπασχε από ψυχική ασθένεια, ο Mendes σκιαγραφεί ικανοποιητικά τη ζωή αυτής της γυναίκας και η εξαίσια Colman συμπληρώνει όπου χρειάζεται τα κενά. Πάντα σε συνδυασμό με τη φωτογραφία του Roger Deakins, που φανερώνει την ψυχική της εξασθένιση μέσα από σφιχτά κοντινά αλλά και τις λαμπρές καλές τις στιγμές φωτισμένες με σκονισμένες αχτίδες φωτός.
Δεν ισχύει το ίδιο όταν ο Mendes αποφασίζει να ασχοληθεί με τον ρατσισμό απέναντι στους μαύρους, παρουσιάζοντας με άβολη σοβαρότητα ένα θέμα που προσεγγίζει απολύτως επιφανειακά. Παρά τις ξεκάθαρα καλές του προθέσεις, δεν συνειδητοποιεί ότι το να δείχνεις με δυσάρεστες γραφικές λεπτομέρειες έναν ξυλοδαρμό όταν το μόνο που έχεις να συνεισφέρεις σαν νόημα είναι πως ο ρατσισμός είναι παράλογος, δεν σε κάνει να δείχνεις σοφός επειδή προσπάθησες να μπεις στη θέση του θύματος, σε κάνει να δείχνεις ανεπαρκής.
Κι αν ο Micheal Ward δίνει τον καλύτερο εαυτό του στον ρόλο του φιλόδοξου μετανάστη, το υπόλοιπο καστ κινείται μάλλον στον αυτόματο πιλότο σε μια σειρά από προσχηματικούς ρόλους, είτε πρόκειται για τον Colin Firth είτε για τον Toby Jones, που εξαρχής η παρουσία του ως βετεράνος μηχανικός προβολής προμηνύει ότι κάποια στιγμή θα δώσει έναν μονόλογο-φόρο τιμής στη μαγεία του φιλμ, που όμως αποδυναμώνεται λόγω της αυτόνομης λειτουργίας του.
Από την άλλη, η ερωτική ιστορία των δύο πρωταγωνιστών, παρότι δεν βασίζεται στη μεγάλη διαφορά ηλικίας των δύο χαρακτήρων για να βγάλει δραματουργικό υλικό, πάσχει από τον σεβασμό που προσπαθεί να δείξει ο Mendes, αποκτώντας ένα έντονο μελοδραματικό ύφος που κάνει το αποτέλεσμα υπερβολικά γλυκερό. Ενδιαφέρον παρουσιάζει παρόλα αυτά το γεγονός ότι τόσο η Colman όσο και ο Ward αλληλοεπιδρούν με μεγάλη χημεία ξεπερνώντας τις αδυναμίες της σκηνοθεσίας.
Παρά τα ατού που έχει στα χέρια του ο Sam Mendes, που συνοψίζονται στο τρίπτυχο τοποθεσία-φωτογραφία-ερμηνείες, αδυνατεί να αναπτύξει αλλά και να συνδυάσει δραματουργικά τις λειψής ανάπτυξης θεματικές του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η “Αυτοκρατορία του Φωτός” συνιστά μια δυσάρεστη παρακολούθηση. Κινείται σε υψηλότερο επίπεδο από πολλές παρόμοιες ταινίες που δεν υποστηρίζονται από μια ηθοποιό του βεληνεκούς της Colman, αλλά αυτό που μένει είναι η απογοήτευση από την αστοχία του δημιουργού της.
Βαθμολογία:
![]()
![]()

Κριτικός: 
