Στη ΡΙΒΙΕΡΑ, από την Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου έως και την Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου θα προβληθούν 8 από τις 9 ταινίες του Μπέλα Ταρ. Το ΣΑΤΑΝΤΑΝΓΚΟ θα προβληθεί σε μια μοναδική προβολή το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου, στο ΑΣΤΟΡ, ώρα έναρξης 17.30.

Όλες οι ταινίες είναι πλήρως ψηφιακά αποκατεστημένες

Οι ταινίες του αφιερώματος στον Ταρ είναι:

Το σύνολο των ταινιών μεγάλου μήκους του Μπέλα Ταρ

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΦΩΛΙΑ, ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, Ο ΑΟΥΤΣΑΪΝΤΕΡ, ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΑΛΜΑΝΑΚ, ΚΟΛΑΣΤΗΡΙΟ, ΣΑΤΑΝΤΑΝΓΚΟ, ΟΙ ΑΡΜΟΝΙΕΣ ΒΕΡΚΜΑΪΣΤΕΡ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ, ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΤΟΡΙΝΟ (Ελληνικά δικαιώματα όλων των ταινιών, AMARCORD)

Στη ΡΙΒΙΕΡΑ θα προβληθούν επίσης τα φιλμ

ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΕΝΑΣ ΠΥΡΓΟΣ – ΕΝΑ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΥ ΒΙΓΚ

Ντοκιμαντέρ – Σκηνοθεσία Άντρας Κέτσα (Ελληνικά δικαιώματα, Carousel Films)

Ο Μίχαλυ Βιγκ σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση για την  προσωπική του πορεία στην underground σκηνή της Ουγγαρίας, την  ταραγμένη οικογενειακή του ιστορία και τη σχέση του με τον Μπέλα Ταρ. Παρουσιάζεται άφθονο ανέκδοτο υλικό από τις περασμένες δεκαετίες.

ΚΑΠΟΤΕ ΗΜΟΥΝ  ΕΝΑΣ FILM-MAKER

Ντοκιμαντέρ – Σκηνοθεσία Ζαν Μαρκ Λεντούρ (Με τη συνεργασία της MPM Films)

Πρόκειται για το μοναδικό ντοκιμαντέρ που παρουσιάζει τον Ταρ εν ώρα εργασίας, συγκεκριμένα στα γυρίσματα του ΑΛΟΓΟΥ ΣΤΟ ΤΟΡΙΝΟ. Ο Ταρ μιλάει επίσης γενικότερα για το έργο του, όπως κι οι Μίχαλυ Βιγκ, Άγκνες Χράνιτσκι, Έρικα Μποκ.

ΛΥΚΟΦΩΣ

Μυθοπλασία – Σκηνοθεσία Γκιόργκι Φεχέρ (Με τη συνεργασία του NFI)

Ο Γκιόργκι Φεχέρ υπήρξε ο στενότερος φίλος του Ταρ και συνοδοιπόρος του από το 1987. Ο Φεχέρ είχε συνεργαστεί στο Κολαστήριο, στο Σαταντάνγκο και στις Αρμονίες Βερκμάιστερ. Ο Ταρ έκανε καλλιτεχνική διεύθυνση στο Λυκόφως, την  πρώτη από τις μόλις δυο ταινίες του Φεχέρ που πέθανε το 2002. Ο Ταρ συμπεριλάμβανε το Λυκόφως σε όλες τις λίστες με τα αγαπημένα του φιλμ όλων των εποχών.

Ο Μπέλα Ταρ υπήρξε ο τελευταίος μεγάλος εν ζωή auteur του παγκόσμιου σινεμά.

Είχε τερματίσει αυτοβούλως τη δημιουργική του πορεία το 2011, όταν παρουσίασε το ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΤΟΡΙΝΟ, δηλώνοντας πως είναι η τελευταία του ταινία.  Το 2011, ο Ταρ ήταν μόλις 55 ετών, στην κορυφή της καριέρας του, το όνομά του κυκλοφορούσε ως στάμπα σε T-shirt στο Λος Άντζελες και θα μπορούσε να βρει κεφάλαια για οποιοδήποτε σχέδιό του. Με μια χωρίς προηγούμενο  χειρονομία συνέπειας, εντιμότητας και αξιοπρέπειας, αρνήθηκε να επαναλαμβάνει τον εαυτό του και να δίνει στους πολυάριθμους φαν του τις εικόνες που περίμεναν, βάζοντας μια οριστική τελεία σε μια πορεία περίπου 35 χρόνων και 9 ταινιών μεγάλου μήκους.

Παρέμεινε σταθερά ασυμβίβαστος και ανυποχώρητος στα καλλιτεχνικά του οράματα από το πρώτο ως το τελευταίο καρέ. Στα 16 του, όταν γυρίζοντας ένα ερασιτεχνικό σούπερ 8 με μια ομάδα τσιγγάνων εργατών που ήθελε να ταξιδέψει στην Αυστρία για δουλειά, αποκλείστηκε από το καθεστώς από κάθε ακαδημαϊκό ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Στα 20 χρόνια του, όταν αφού καταπιάστηκε εις μάτην (εξ αιτίας της αδύναμης φτιαξιάς του) με χειρωνακτική εργασία στην ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, γύρισε την ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΦΩΛΙΑ, χωρίς να διαθέτει πτυχίο της κινηματογραφικής ακαδημίας και χωρίς καν να αναγνωρίζεται ως επαγγελματίας σκηνοθέτης από το κράτος αλλά και την  Ουγγρική κινηματογραφική κοινότητα. Σε όλες τις επόμενες δουλειές του, υπήρξε ένας αποσυνάγωγος του συστήματος εντός Ουγγαρίας του υπαρκτού σοσιαλισμού. Μετά την πτώση του Τείχους, όταν η λογοκρισία της αγοράς είχε αντικαταστήσει αυτή του καθεστώτος. Ο Ταρ γύριζε ταινία μόνον όταν είχε εξασφαλίσει ότι θα την κάνει με τους δικούς του όρους, αλλιώς δεν θα την  γύριζε ποτέ. Η ικανότητά του ως άτυπου παραγωγού (ήταν αυτός που γύριζε κι έβρισκε τα απαιτούμενα χρήματα, μεταξύ των άλλων), ήταν βασικός παράγοντας για την υλοποίηση των σχεδίων του. Παρέμεινε ένας αποσυνάγωγος του νέου κινηματογραφικού συστήματος ως το τέλος.

Με το πέρασμα του χρόνου κι από ταινία σε ταινία, ο Ταρ εξέλιξε το στυλ, την θεματική και την ποιητική του. Ξεκίνησε υιοθετώντας ένα ημι-ντοκιμαντερίστικο στυλ, επηρεασμένος από τη Σχολή της Βουδαπέστης και το σινεμά του Κασσαβέτη, επικεντρώνονταν στη μίζερη ζωή της εργατικής τάξης και του λούμπεν προλεταριάτου της σοσιαλιστικής Ουγγαρίας, επιθυμώντας, με τα δικά του λόγια «να ρίξει μια κλωτσιά στην πόρτα του κινηματογραφικού συστήματος και να τη σπάσει». Πολύ σύντομα κατανόησε ότι η ανθρώπινη κατάσταση δεν ήταν απλώς ένα κοινωνικό-πολιτικό ζήτημα, ότι ο άνθρωπος διέθετε και θα διαθέτει οντολογικά χαρακτηριστικά που καθορίζουν  τη συμπεριφορά, τις πράξεις και τη διάδρασή του με το κοινωνικό σύνολο, ανεξαρτήτως πολιτικού συστήματος και κοινωνικής τάξης. Και αργότερα, αντιλήφθηκε ότι αυτά τα χαρακτηριστικά καθόριζαν όχι μόνο την  ανθρώπινη κατάσταση αλλά ουσιαστικά ολόκληρη την κοσμική ισορροπία. «The shit is not social, is not ontological, it is cosmical».

Εν τω μεταξύ, από πολύ νωρίς, ο Ταρ είχε δημιουργήσει έναν «οικογενειακό» δημιουργικό πυρήνα σταθερών συνεργατών. Η σύντροφός του Άγκνες Χράνιτσκι, μόνιμη μοντέζ και συν-σκηνοθέτιδα, ο μουσικός Μίχαλυ Βιγκ, ο εικαστικός Γκιούλα Πάουερ. Σύντομα προστέθηκε ο φέρελπις, τότε συγγραφέας Λάσλο Κράσναχόρκαϊ και ο φίλος του σκηνοθέτης Γκιόργκι Φεχέρ, η Έρικα Μποκ (που έπαιξε σε όλες τις ταινίες του μετά το 1994), ο επαγγελματίας ηθοποιός Γιάνος Ντέρσι, μερικοί άλλοι φίλοι εκτός σινεμά που προσέρχονταν σε κάθε νέα παραγωγή και εσχάτως ο κινηματογραφιστής, Φρεντ Κέλεμεν.

Μετά το μεταιχμιακό ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΑΛΜΑΝΑΚ, ο Ταρ, με τη στήριξη και τη συνεργασία αυτής της παρέας, πέρασε στην τελική φάση της κινηματογραφικής του εξέλιξης, πρώτα με το ΚΟΛΑΣΤΗΡΙΟ, μόλις το 1987, μια δοκιμή συνεργασίας με τον Λάσλο Κράσναχόρκαϊ (κι ενώ οι δυο άντρες είχαν ήδη συνδεθεί με στενή φιλία). Ήταν το ΣΑΤΑΝΤΑΝΓΚΟ όμως αυτό που θα έκανε γνωστό επιτέλους τον Ταρ εκτός συνόρων, κυρίως χάρη στην επιμονή και την εκτίμηση του Ούλριχ Γκρέγκορ, διευθυντή του τμήματος Φόρουμ του Φεστιβάλ Βερολίνου.  Το 1994, το διεθνές κοινό αντιμετώπισε σχεδόν εμβρόντητο το μεγαλύτερο στοίχημα της Ιστορίας του Σινεμά, μια ταινία 7 ωρών και 19 λεπτών, προορισμένη να παίζεται ολόκληρη και όχι αποσπασματικά, μόνο στη μεγάλη οθόνη. Το όνομα του Ταρ κυκλοφόρησε για τα καλά στους κινηματογραφικούς κύκλους και πέρα από τον Ατλαντικό για να γίνει «must» με την επόμενη ταινία του, τις ΑΡΜΟΝΙΕΣ ΒΕΡΚΜΑΪΣΤΕΡ, το 2000. Σούζαν Σόνταγκ και Τζιμ Τζάρμους όπως και σύσσωμη η διεθνής κριτική χαιρέτησαν έναν μεγάλο οραματιστή, κινηματογραφιστές όπως ο Γκας Βαν Σαντ βίωσαν μια εμπειρία τύπου Αποστόλου Παύλου στον δρόμο προς τη Δαμασκό και άλλαξαν άρδην κινηματογραφικό στυλ, ο όρος Slow cinema άρχισε να γίνεται της μόδας.

Ο Ταρ έζησε για άλλη μια φορά την κτηνωδία της αγοράς το 2004, με τα γυρίσματα του ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ στην  Κορσική, της πρώτης συνεργασίας του με την  φανατική του θαυμάστρια Τίλντα Σουίντον. Η ήδη περιπετειώδης παραγωγή κλονίστηκε συθέμελα από την αυτοκτονία λόγω χρεών του Γάλλου μεγαλοπαραγωγού Ουμπέρ Μπασλάν, που είχε αναλάβει τη χρηματοδότηση. Η ταινία πέρασε στα χέρια των τραπεζών, ο Ταρ κάθε Σαββατοκύριακο ταξίδευε στο Παρίσι για να διαπραγματευθεί με οικονομικούς executives μέχρι η παραγωγή να ολοκληρωθεί το 2007. Το ταξίδι του Ταρ στον κινηματογράφο ολοκληρώθηκε ταιριαστά το 2011. Το ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΤΟΡΙΝΟ, μια ευθεία αναφορά στον Νίτσε, τον φιλόσοφο που επηρέασε περισσότερο τους Ταρ-Κράσναχόρκαϊ, μια ταινία για το τέλος του κόσμου, χωρίς κανένα απολύτως εφέ, με δύο μόλις χαρακτήρες.

15 χρόνια μετά το ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΤΟΡΙΝΟ, κλιπ από τις ταινίες του Ταρ (κυρίως αυτά με τη μουσική του Βιγκ), ενίοτε και ολόκληρες οι ταινίες, περιφέρονται σε λογής δωρεάν πλατφόρμες, όλες οι ταινίες βρίσκονται νόμιμα ή παράνομα σε ψηφιακή μορφή. Παρόλα αυτά, κάθε προβολή ταινίας του Ταρ παραμένει ένα σημαντικό κινηματογραφικό γεγονός. Η «συνταγή» του Ταρ βαζίζεται στην ατμόσφαιρα, τα πρόσωπα, τα σώματα, τους ήχους, την κίνηση κάμερας και κορμιών και, κυρίως, στον βιωμένο φιλμικό χρόνο. Αυτή η μοναδική αίσθηση του «αδειάσματος του χρόνου» μέσα στα έργα του, είναι δυνατή μόνο μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα, εκεί όπου μια ταινία διαρκεί ακριβώς τη διάρκειά της, ανεξαρτήτως διάθεσης ή διαθεσιμότητας του θεατή (κάπως σαν τις εκκλησιαστικές λειτουργίες των πιστών). Μόνο εκεί συντελείται το θαύμα, όπως είχε πρωτοβιωθεί από τους τυχερούς θεατές της «εισόδου του τραίνου στον σταθμό».

Ο Ταρ φιλμάρει το θαύμα της ανθρώπινης ύπαρξης «από κάτω». Βλέπει τον κόσμο από τη σκοπιά των πιο ταπεινών, πτωχών, απροσάρμοστων, δολοπλόκων, χαμερπών, μικροπρεπών, μίζερων υπάρξεων, αυτή για τον ίδιο είναι η πραγματική ανθρώπινη κατάσταση, ανεξαρτήτως προέλευσης του ανθρώπινου όντος. Αυτούς τους ήρωες πλησιάζει και προσεγγίζει με το μοναδικά τρυφερό κινηματογραφικό του άγγιγμα. Όλοι τους (κι όλοι μας) ζουν εντός μιας διαρκούς Αποκάλυψης, όπως λέει κι ο Κράσναχόρκαϊ «η αποκάλυψη συμβαίνει ήδη εδώ και πολύ καιρό και δεν θα τελειώσει ποτέ». Όλα τα ανθρώπινα, ακολουθούν τους νόμους της φύσης και τελικά τους συμπαντικούς νόμους. Ο Ταρ από το πρώτο καρέ της πρώτης του ταινίας, δείχνει την αλήθεια των πραγμάτων της ανθρώπινης ύπαρξης, όσο δυσοίωνη και ζοφερή κι αν δείχνει. Στο βάθος της απελπισίας και του ζόφου, ελλοχεύει η ελπίδα, όχι η αλλαγή, αλλά η ελπίδα της αλλαγής. Αυτό είναι το κέντρο του σινεμά του Ταρ, η λύτρωση για κάθε κινηματογραφικό ταξίδι από τα εννέα που δημιούργησε. Το τέλος του κόσμου έρχεται κάποια στιγμή, αλλά, μετά, μια νέα,  έστω και θεοσκότεινη μέρα ξαναρχίζει. «Πρέπει να ζήσουμε».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *