
Κριτική από Κάννες 2025 | Sirat (2025)
Συντάκτης: Γιώργος Σπανός
Από το πρώτο δευτερόλεπτο, το εκστατικό, υπερβατικό “Sirât” σε πιάνει από τον λαιμό και δεν σε αφήνει ούτε μετά το τέλος της προβολής. Ταυτοχρόνως αγωνιώδες οδοιπορικό μέσα στην έρημο, αλλά και αλληγορικό μυστικιστικό-υπαρξιακό ταξίδι προς μια εσωτερική υπέρβαση, πρόκειται οπωσδήποτε για την καλύτερη και πιο προσιτή δημιουργία του αλαφροΐσκιωτου Oliver Laxe και για μία από τις εντυπωσιακότερες ταινίες της χρονιάς. Η θέαση σε αίθουσα σινεμά με το βέλτιστο δυνατό ηχοσύστημα είναι επιβεβλημένη (και σίγουρα τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την εμπειρία στο Grand Théâtre Lumière των Καννών).
Γιγαντιαία ηχεία έχουν στηθεί σαν συστάδες αρχαίων ογκόλιθων μέσα στην έρημο του Μαρόκου. Καλώδια συνδέονται και μπιτάτη ηλεκτρονική μουσική αρχίζει να παίζει στη διαπασών, αντηχώντας στα γύρω βουνά του Άτλαντα και δονώντας τα συθέμελα, και μαζί την κινηματογραφική αίθουσα. Δεκάδες ετερόκλητοι άνθρωποι, ιδρωμένοι, ατημέλητοι, με τα μάτια κλειστά χορεύουν μανιασμένα, διονυσιακά, σαν να μην υπάρχει αύριο. Τι ακριβώς αναζητούν; Εκτόνωση, ελευθερία, συλλογικότητα, έκσταση, διαφυγή; -λίγο αργότερα στην ταινία θα μάθουμε ότι εκεί έξω ετοιμάζεται να ξεσπάσει ένας απροσδιόριστος Μεγάλος Πόλεμος. «Ώστε έτσι λοιπόν μοιάζει το τέλος του κόσμου;» θα αναρωτηθεί κάποιος (μια αίσθηση όχι ξένη στους καιρούς μας)-. Εν τω μεταξύ, ένας πατέρας με τον γιό του γυρνούν ανάμεσα στους ηλιοκαμένους συμμετέχοντες, ρωτώντας για τη χαμένη κόρη που εξαφανίστηκε μήνες πριν σε κάποιο από αυτά τα rave πάρτι. Ένα γκρουπ από ravers τον πληροφορούν ότι ένα τελευταίο μυστικό πάρτι πρόκειται να διεξαχθεί κάπου βαθιά μέσα στην έρημο. Ίσως να βρίσκεται εκεί. Ξεκινούν όλοι μαζί, με τα βαν τους, η αυτοσχέδια οικογένεια των πέντε ravers-νομάδων και ο πατέρας με το παιδί, αναζητώντας το, μέσα από τις αχανείς άνυδρες εκτάσεις και τα κακοτράχαλα βουνά, με μόνο εφόδιο τη συντροφικότητα που αναπτύσσεται μεταξύ τους στο αφιλόξενο τοπίο.
Η ένταση, ο παλμός του “Sirât”, το σασπένς που χτίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια, σε συνδυασμό με τη διάσταση μυθικής παραβολής, είναι καθηλωτικά, ενώ η εξέλιξη αυτού του οδοιπορικού, από τη μέση και μετά, αιφνιδιάζει και σοκάρει κατ’ επανάληψη (κατά την προβολή στις Κάννες, η κριτικός στη διπλανή θέση ήταν εμφανώς αναστατωμένη!). Οι παραλληλισμοί με το “Mad Max” και το “Sorcerer” είναι απολύτως ταιριαστοί και ο Laxe επεδίωξε, όπως δήλωσε, να φτιάξει μια ταινία με το πρώτο της επίπεδο στο πνεύμα των Αμερικάνικων ταινιών των 70s. Βέβαια, η καρδιά του βρίσκεται στο καλλιτεχνικό σινεμά και την εικονογραφία των Kiarostami, Tarkovsky και Antonioni. Η κινηματογράφηση του είναι διαρκώς εντυπωσιακή, προσδίδοντας μια αίσθηση αρχέγονου δέους και προσφέροντας ανά στιγμές αυτή τη σπάνια αισθητική απογείωση που αποζητά κάθε σινεφίλ.
Από την αρχή, ο Laxe μάς έχει κάνει σαφές ότι όσα παρακολουθούμε συμβαίνουν σε δύο επίπεδα: το φυσικό και το υπαρξιακό/μεταφυσικό, το δεύτερο διακριτικό και ανοιχτό σε ερμηνείες. Στην Ισλαμική παράδοση (που μάλλον ασπάζεται και ο ίδιος), “Sirât” είναι μια γέφυρα, ένα επικίνδυνο και δύσβατο μονοπάτι πάνω από το χάσμα της Κόλασης, «λεπτότερο από τρίχα και πιο αιχμηρό από σπαθί», που ο καθένας πρέπει να διασχίσει αναμετρώμενος με τον εαυτό του για να φτάσει στον Παράδεισο. Η έρημος, σαν μια μεταιχμιακή ζώνη, γίνεται λοιπόν ο υλικός όσο και αλληγορικός χώρος της υπαρξιακής Οδύσσειας των «προσκυνητών», εντός της οποίας, κουβαλώντας τα τραύματά τους, θα βρεθούν αντιμέτωποι με την απώλεια και τις συνθήκες της ανθρώπινης κατάστασης, χωρίς να γνωρίζουν καν τι ακριβώς αναζητούν. «Τίποτα από αυτά δεν βγάζει νόημα, δεν έπρεπε να έχουμε έρθει εδώ! Πώς θα φύγουμε, πού βρισκόμαστε;» λέει κάποιος χαρακτήρας σε μια στιγμή απελπισίας.
Το ταξίδι ομορφαίνουν και κάνουν πιο υποφερτό η αλληλοκατανόηση, η συμπόνοια, η γενναιοδωρία (το “karam” είναι μέγιστη αρετή για το Ισλάμ), η συντροφικότητα, πέρα από εθνικές, γλωσσικές και πολιτισμικές διαφορές («φτιαχτήκαμε διαφορετικοί ώστε να γνωριστούμε» ανέφερε ο Laxe κατά τη βράβευσή του στις Κάννες, ακόμα μια όμορφη ιδέα από το Κοράνι). Πιο κυριολεκτικά, εννοείται ότι ταυτόχρονα το φιλμ είναι μια συναρπαστική αποτύπωση της ανθρώπινης ψυχολογίας αντιμέτωπης με ακραίες καταστάσεις.
Ενδεχομένως το τέλος να φαντάζει συγκριτικά μικρού «προφίλ» μετά από όλα αυτά. Κανείς δεν θα κατηγορούσε τον Laxe για υπερβολή αν έκλεινε την ταινία του κορυφώνοντάς την ακόμα πιο θεαματικά. Είναι όμως απόλυτα ταιριαστό στο πλαίσιό της: μια αυθεντικά υπερβατική στιγμή πέρα από κάθε φόβο και ελπίδα, που, ίσως, μόνο αυτός που τα έχει χάσει όλα, αλλά πρέπει να βρει το κουράγιο να συνεχίσει να βαδίζει μπροστά στο Μονοπάτι, μπορεί να βιώσει. Μια στιγμή εναρμόνισης με τους «ρυθμούς του Σύμπαντος» μπορεί να έλεγε ο Laxe, και στο τέλος αυτής της εκστατικής ταινίας-εμπειρίας είμαστε τόσο μαγεμένοι από αυτήν που το πιστεύουμε.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



