Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Οι μονές «κλαουσούρας» αποτελούν μία από τις πιο ριζικές μορφές αφιέρωσης στη θρησκευτική ζωή: αυστηρή απομόνωση, σιωπή, προσευχή, πλήρης αποκοπή από τον κόσμο. Δεν πρόκειται για μια ρομαντική ιδέα αλλά για μια συνειδητή επιλογή που απαιτεί πειθαρχία και αντοχή, μια απόφαση που μεταμορφώνει ολόκληρη την ύπαρξη. Τι συμβαίνει, όμως, όταν μια δεκαεπτάχρονη κοπέλα ανακοινώνει ότι θέλει να ακολουθήσει αυτό τον δρόμο; Το ερώτημα γίνεται εκρηκτικό, όχι μόνο θεολογικά αλλά και βαθιά ανθρώπινα.

Στο Μπιλμπάο, η Αϊνάρα, με το διαπεραστικό βλέμμα και την αφοπλιστική της ηρεμία, ζητά από τον πατέρα της την άδεια να συμμετάσχει σε μια δεκαπενθήμερη πνευματική απομόνωση για να επιβεβαιώσει την κλήση της. Η ερμηνεία της Blanca Soroa είναι καθηλωτική: λιγομίλητη, εσωστρεφής, με μια εσωτερική φλόγα που δεν χρειάζεται εξάρσεις για να γίνει αισθητή. Ο πατέρας της, ένας άνδρας βυθισμένος στα χρέη και στις προσωπικές του εκκρεμότητες, αντιμετωπίζει το αίτημα σχεδόν πρακτικά. Η οικονομική του κατάρρευση και η συναισθηματική του αμηχανία τον καθιστούν περισσότερο παθητικό παρά αυστηρό. Αντίθετα, η θεία Μαΐτε, δηλωμένη άθεη με τραύματα από το δικό της καθολικό παρελθόν, αντιδρά με οργή και φόβο. Η γιαγιά και ο θείος κινούνται ανάμεσα στην ανησυχία και στη δυσπιστία. Κανείς, ωστόσο, δεν μπορεί να διαπεράσει τη σιωπηλή αποφασιστικότητα της νεαρής.

Η Alauda Ruiz de Azúa, ήδη γνωστή από το Cinco Lobitos και τη σειρά Querer, επιστρέφει σε γνώριμο έδαφος: την οικογένεια ως πεδίο σύγκρουσης, αγάπης και ανομολόγητων επιθυμιών. Με δεξιοτεχνία υφαίνει χιούμορ, ένταση και τρυφερότητα, αποφεύγοντας τις εύκολες εξηγήσεις. Θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει την επιθυμία της Αϊνάρα ως φυγή: από το πένθος για τη μητέρα της, από τη σεξουαλική αφύπνιση, από τη νέα σύντροφο του πατέρα της. Η σκηνοθέτιδα όμως αρνείται να περιορίσει την επιλογή σε ψυχολογικό σύμπτωμα. Το «Μου μιλάει», που ψιθυρίζει η ηρωίδα, δεν γελοιοποιείται ούτε εξιδανικεύεται.

Η δραματουργία μετατρέπεται σταδιακά σε μάχη επιρροών. Ο πατέρας, αν και διστακτικός, θα ανακουφιζόταν από μια έγνοια λιγότερη. Η ηγουμένη θα ενίσχυε το κύρος της μονής. Η θεία θα ένιωθε ότι σώζει την ανιψιά της από έναν θεσμό που θεωρεί καταπιεστικό. Κάθε πρόσωπο διεκδικεί, πίσω από τα επιχειρήματά του, ένα κομμάτι εξουσίας. Η απόφαση της Αϊνάρα γίνεται καθρέφτης των φόβων και των ιδεολογιών τους. Έτσι, η ταινία αποκαλύπτει πως το ζήτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχει θεϊκό κάλεσμα, αλλά πώς οι άνθρωποι διαχειρίζονται την ελευθερία του άλλου.

Το ύφος ισορροπεί ανάμεσα στο καθημερινό και στο μυστικιστικό. Δεν πρόκειται για ταινία εποχής ούτε για αυστηρό θρησκευτικό δράμα. Η ζωή της Αϊνάρα είναι σύγχρονη: σχολείο, φίλοι, μουσική, οικογενειακά τραπέζια. Μέσα σε αυτό το οικείο περιβάλλον, η επιλογή της μοιάζει σχεδόν παράδοξη, κι όμως η σκηνοθεσία την εντάσσει οργανικά στην πραγματικότητα. Τα κάδρα, προσεκτικά και διαυγή, δεν εγκλωβίζουν τους χαρακτήρες αλλά τους παρακολουθούν με διακριτική απόσταση. Η μουσική του Nick Cave προσθέτει μια αιθέρια διάσταση, σαν υπόκωφος παλμός που στεφανώνει την εσωτερική της πορεία.

Ιδιαίτερα εύγλωττες είναι οι σκηνές όπου η οικογένεια παρακολουθεί τη δοκιμαστική της ένταξη πίσω από κάγκελα ή όταν η συζήτηση παγώνει απότομα στο άκουσμα της λέξης «Παναγία». Εκεί η ένταση δεν εκρήγνυται· συσσωρεύεται. Η κάμερα παραμένει στα πρόσωπα, στις σιωπές, στα βλέμματα που αποφεύγονται. Η ταινία δεν αναζητά κορυφώσεις αλλά μικρές μετατοπίσεις: μια παύση, ένα δάκρυ που δεν κυλά, ένα χαμόγελο που σβήνει.

Το φινάλε αποκτά ελαφρώς αυστηρότερο τόνο, χωρίς να προδίδει τη βασική της αρχή: την άρνηση της απόλυτης ετυμηγορίας. Δεν προσφέρει λύση ούτε επιβεβαίωση. Αντίθετα, αφήνει τον θεατή αντιμέτωπο με τις δικές του πεποιθήσεις. Είναι εύκολο να θεωρήσει κανείς την Αϊνάρα αφελή · εξίσου εύκολο να τη δει ως θαρραλέα. Η σκηνοθέτιδα επιλέγει να μη διαλέξει πλευρά.

Η δύναμη της ταινίας βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη λεπτότητα. Αγγίζει το ηθικό δίλημμα χωρίς διδακτισμό, αποδίδοντας δικαιοσύνη σε κάθε οπτική. Η εφηβεία παρουσιάζεται ως περίοδος απόλυτων βεβαιοτήτων που συνυπάρχουν με βαθιά σύγχυση. Η Αϊνάρα στέκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην επιθυμία και την αφοσίωση, ανάμεσα στον κόσμο και στην απόσυρση. Και εμείς, παρατηρητές, νιώθουμε την ταραχή που προκαλεί η απόφασή της.

Οι μονές «κλαουσούρας» δεν είναι απλώς τόποι εγκλεισμού, αλλά πεδία ριζικής επιλογής. Η ταινία δεν αναρωτιέται μόνο πού κρύβεται ο Θεός, αλλά πού κρύβεται ο άνθρωπος όταν καλείται να αποφασίσει για τον εαυτό του. Μέσα από τη διαδρομή της Αϊνάρα, αποκαλύπτεται ότι το ουσιαστικό ερώτημα δεν αφορά την ύπαρξη μιας θεϊκής φωνής, αλλά το αν είμαστε έτοιμοι να σεβαστούμε την ελευθερία εκείνου που ισχυρίζεται πως την ακούει.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *