Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Κοπεγχάγη, αρχές του 20ού αιώνα. Η Γερτρούδη (Nina Pens Rode), σύζυγος του επιφανούς μεγαλοδικηγόρου Γκούσταβ Κάνινγκ (Bendt Rothe), ανακοινώνει στον άντρα της την απόφασή της να χωρίσουν, καθώς νιώθει ότι δεν την αγαπά. Ακολουθεί η συνάντησή της με τον εραστή της, Έρλαντ Γιάνσον (Baard Owe), έναν νεαρό καλλιτέχνη της όπερας, στον οποίο προτείνει να ζήσουν μαζί. Εκείνος, ωστόσο, αποκαλύπτει πως για τον ίδιο η σχέση τους υπήρξε απλώς μια παροδική περιπέτεια, διαψεύδοντας τις προσδοκίες της.

Στην αδιάκοπη αναζήτηση της αυθεντικότητας, η Γερτρούδη έρχεται αντιμέτωπη και με το παρελθόν της, στο πρόσωπο του Γκάμπριελ Λίντμαν (Ebbe Rode), ενός καταξιωμένου ποιητή τον οποίο είχε εγκαταλείψει χρόνια πριν για να παντρευτεί τον Κάνινγκ. Παρά την επιθυμία του Γκάμπριελ να επανασυνδεθούν, εκείνη αρνείται κατηγορηματικά να αναβιώσει μια σχέση που θεωρεί οριστικά τελειωμένη. Αμετακίνητη παραμένει και όταν ο σύζυγός της τής ζητά να διατηρήσουν τουλάχιστον μια τυπική συζυγική σχέση.

Η αφήγηση μεταφέρεται πολλά χρόνια αργότερα. Η Γερτρούδη, ηλικιωμένη πια, ζει μόνη στην επαρχία. Ο Άξελ Νίγκρεν (Axel Strøbye), συγγραφέας και πιστός φίλος από τα παλιά, την επισκέπτεται στο γραφείο της. Εκείνη του διαβάζει το μοναδικό ποίημα που έγραψε ποτέ -έναν λιτό αλλά συγκλονιστικό απολογισμό ζωής:

«Κοίταξέ με. Είμαι ωραία; Όχι, αλλά αγάπησα.

Κοίταξέ με. Είμαι νέα; Όχι, αλλά αγάπησα.

Κοίταξέ με. Έζησα; Όχι, αλλά αγάπησα.

Υπέφερα πολύ και συχνά έκανα λάθη, αλλά αγάπησα.»

Η Γερτρούδη υπήρξε η τελευταία ταινία του θρυλικού δανού auteur Carl Theodor Dreyer και αποτελεί, αναμφίβολα, ένα από τα πιο άψογα και γοητευτικά έργα του. Βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Hjalmar Söderberg (1906), η ταινία διερευνά την έννοια της ελεύθερης βούλησης και το κατά πόσο είναι εφικτό για έναν άνθρωπο να βιώσει την αληθινή αγάπη, αμόλυντη από κοσμικούς συμβιβασμούς και ιδιοτελή κίνητρα. Αν και σήμερα θεωρείται από πολλούς το κορυφαίο επίτευγμα του Dreyer, κατά την πρώτη της προβολή το 1964 αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό, καθώς η αυστηρά στιλιζαρισμένη μορφή της χαρακτηρίστηκε από αρκετούς κριτικούς ως κουραστική θεατρικότητα.

Ωστόσο, η Γερτρούδη δεν είναι απλώς μια κινηματογραφική αφήγηση · είναι ένα φιλοσοφικό δοκίμιο σε εικόνες. Με ελάχιστη δράση και σχεδόν πλήρη απουσία εξωτερικής σύγκρουσης, το φιλμ στηρίζεται πρωτίστως στον λόγο της ηρωίδας, ο οποίος αποκτά βαρύτητα σχεδόν ιερατική. Οι ρήσεις της δεν λειτουργούν ως απλές συναισθηματικές εξομολογήσεις, αλλά ως δηλώσεις πίστης, ως ηθικά αξιώματα που καθορίζουν ολόκληρη την ύπαρξή της.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, η Γερτρούδη καθιστά σαφές ότι η αγάπη, για εκείνη, δεν είναι ένα τυχαίο συναίσθημα, αλλά μια υπαρξιακή αρχή. Όταν δηλώνει στον σύζυγό της ότι επιθυμεί τον χωρισμό επειδή «δεν την αγαπά», δεν αναφέρεται στην έλλειψη στοργής, αλλά στην απουσία απόλυτης αφοσίωσης. Ο γάμος της αποτυγχάνει όχι επειδή είναι δυστυχισμένος, αλλά επειδή αποδεικνύεται ανεπαρκής απέναντι στο ιδεώδες της: για τη Γερτρούδη, η αγάπη είτε είναι ολοκληρωτική είτε δεν υπάρχει.

Χαρακτηριστική είναι και η ρήση της προς τον Έρλαντ ότι «η ζωή είναι μια μακριά αλυσίδα ονείρων που γλιστρούν το ένα μέσα στο άλλο». Η φράση αυτή αποκαλύπτει την πλήρη απομάκρυνσή της από την υλική διάσταση της πραγματικότητας. Η αγάπη νοείται ως ποιητική εμπειρία και ως διαρκής υπέρβαση. Ο Έρλαντ, παρότι καλλιτέχνης, παραμένει δέσμιος των πρακτικών συμβιβασμών -κάτι που τον καθιστά ανίκανο να την ακολουθήσει στον κόσμο της.

Καθοριστική αποδεικνύεται και η σχέση της με τον Γκάμπριελ Λίντμαν. Το χειρόγραφο σημείωμα που ανακαλύπτει στο γραφείο του -«Η αγάπη της γυναίκας και το έργο του άντρα είναι θανάσιμοι εχθροί»- λειτουργεί ως καταλύτης για τη φιλοσοφική της αυτοεπιβεβαίωση. Η φράση αυτή συμπυκνώνει όλα όσα η Γερτρούδη απορρίπτει: την ιεράρχηση της καριέρας, της δημιουργίας και της κοινωνικής καταξίωσης πάνω από την αγάπη. Όταν ο Γκάμπριελ θρηνεί αργότερα ότι «η ζωή του καταστράφηκε από ένα κομμάτι χαρτί», η σιωπή της Γερτρούδης αποδεικνύεται εύγλωττη · το χαρτί δεν κατέστρεψε τίποτα, απλώς αποκάλυψε μια θεμελιώδη ασυμφωνία αξιών.

Στο λυκόφως της ζωής της, η ηρωίδα συνοψίζει την κοσμοθεωρία της μέσα από το ποίημά της. Απορρίπτει κάθε κοινωνικό κριτήριο επιτυχίας -ομορφιά, νεότητα, δράση- και το αντικαθιστά με ένα μόνο ρήμα: «αγάπησα», το οποίο επαναλαμβάνεται σαν προσευχή. Η επιλογή του επιτυμβίου Amor Omnia («Η αγάπη είναι τα πάντα») δεν αποτελεί ρομαντική κοινοτοπία, αλλά μια ριζική υπαρξιακή δήλωση.

Ο Dreyer, ωστόσο, δεν αγιογραφεί την ηρωίδα του. Η Γερτρούδη πεθαίνει μόνη, παγιδευμένη σε έναν κόσμο εσωτερικής τελειότητας. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν μια τέτοια στάση ζωής μπορεί να υπάρξει χωρίς το τίμημα της απόλυτης απομόνωσης. Η σκηνοθετική φόρμα -τα μακρά πλάνα, η σχεδόν πλήρης ακινησία και η απουσία οπτικής επαφής- μετατρέπει τους διαλόγους σε εσωτερικούς μονολόγους που απευθύνονται τελικά στον θεατή.

Η Γερτρούδη είναι ένα τραγικό ποίημα για την αδυναμία συμφιλίωσης του απόλυτου με την ανθρώπινη πραγματικότητα. Καθώς η ηρωίδα αποχαιρετά τον Άξελ, ζητώντας του να κόψει μια ανεμώνη από τον τάφο της την άνοιξη, η φράση της «πάρ’ το σαν μια λέξη αγάπης που ειπώθηκε στη σκέψη, αλλά ποτέ δυνατά» αντηχεί ως ο ύστατος χαιρετισμός ενός πνεύματος που αρνήθηκε να συμβιβαστεί με οτιδήποτε λιγότερο από το παν.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *