Η απελπισμένα ρομαντική Γκέρτρουντ ζει σε ένα περιβάλλον καλλιτεχνών και μουσικών στις αρχές του 20ού αιώνα, όπου αναζητά μια ιδανική έννοια αγάπης που πάντα θα της διαφεύγει. Εγκαταλείπει τον διακεκριμένο σύζυγό της και αγκαλιάζει μια σχέση με έναν νεαρό πιανίστα, ο οποίος δεν ανταποκρίνεται στην επιθυμία της για διαρκή στοργή. Όταν ένας παλιός εραστής επιστρέφει στη ζωή της, ακολουθούν νέες απογοητεύσεις και η Γκέρτρουντ πρέπει να προσπαθήσει να αποδεχτεί την πραγματικότητα.

Σκηνοθεσία:

Carl Theodor Dreyer

Κύριοι Ρόλοι:

Nina Pens Rode … Gertrud Kanning

Bendt Rothe … Gustav Kanning

Ebbe Rode … Gabriel Lidman

Baard Owe … Erland Jansson

Axel Strobye … Axel Nygren

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Carl Theodor Dreyer

Παραγωγή: Jorgen Nielsen

Μουσική: Jorgen Jersild

Φωτογραφία: Henning Bendtsen

Μοντάζ: Edith Schlussel

Σκηνικά: Kai Rasch

Κοστούμια: Berit Nykjaer, M.G. Rasmussen

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Gertrud
  • Ελληνικός Τίτλος: Γερτρούδη

Σεναριακή Πηγή

  • Θεατρικό: Gertrud του Hjalmar Soderberg.

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο καλύτερης ταινίας στα Bodil, εθνικά βραβεία της Δανίας.
  • Βραβείο FIPRESCI στο φεστιβάλ Βενετίας.
  • Επίσημη πρόταση της Δανίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.

Παραλειπόμενα

  • Εδώ έκλεισε η σπουδαία πορεία του Carl Theodor Dreyer στην έβδομη τέχνη, κι ενώ είχε να κάνει ταινία από το 1955.
  • Σύμφωνα με τον δημιουργό, τόσο αυτό όσο και το Doctor Glas, πάλι του Hjalmar Soderberg, είχε σκοπό να τα μεταφέρει στο σινεμά εντός της δεκαετίας του 1940, χωρίς να το πετύχει. Όταν όμως το 1962 ο Dreyer διάβασε μια μονογραφία του Sten Rein που ανέλυσε το θεατρικό, συνειδητοποίησε πως ήταν ένα έργο που ο διάλογος ήταν πιο σημαντικός από την εικόνα, και άμεσα ξεκίνησε να γράφει το σενάριο. Σε αυτό συντόμευσε την τρίτη πράξη και πρόσθεσε έναν επίλογο. Ο επίλογος αυτός ήταν εμπνευσμένος απευθείας από τη ζωή της Maria von Platen, που ήταν και η έμπνευση για την κεντρική ηρωίδα του Soderberg.
  • Τα εσωτερικά γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε νορβηγικά στούντιο και κάποια εξωτερικά στο πάρκο του πύργου του Βάλο στη Δανία. Συνολικά διήρκησαν τρεις μήνες, αλλά το μοντάζ ήταν έτοιμο μέσα σε μόλις τρεις ημέρες.
  • Πιστός στην αρχές της σχολής του Καμερσπίλε, ο σκηνοθέτης έβαλε σε χρήση μακρόσυρτες λήψεις δύο ή περισσότερων ηθοποιών που συνομιλούν μεταξύ τους.
  • Η πρεμιέρα έγινε στο Παρίσι, σε μια αίθουσα όμως με κακό εξοπλισμό, με αποτέλεσμα βλάβες κατά τη διάρκεια της προβολής, σκηνές σε λάθος σειρά, αλλά και κακούς υπότιτλους. Το κοινό αντέδρασε αρνητικά, κάτι όμως που επαναλήφθηκε και στη δίχως προβλήματα προβολή στο φεστιβάλ των Καννών (προβλήθηκε εκτός συναγωνισμού). Αντίθετα η προβολή σε αυτό της Βενετίας βρήκε κάποιους να αποχωρούν από νωρίς, μα και κάποιους που παρέμειναν ως το φινάλε και καταχειροκρότησαν τον -φανερά συγκινημένο- Dreyer. Οι αρχικά ανάμεικτες αυτές αντιδράσεις ξεκίνησαν από τη δεκαετία του 1960 να αναστρέφονται, με δημιουργούς όπως ο Jean-Luc Godard και αργότερα ο Lars von Trier να τοποθετούν το φιλμ στην κορυφή της λίστας τους. Πλέον η διεθνής κριτική το αναφέρει συχνά ως ένα από τα κορυφαία του σινεμά.

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου7/1/2026

Κοπεγχάγη, αρχές του 20ού αιώνα. Η Γερτρούδη (Nina Pens Rode), σύζυγος του επιφανούς μεγαλοδικηγόρου Γκούσταβ Κάνινγκ (Bendt Rothe), ανακοινώνει στον άντρα της την απόφασή της να χωρίσουν, καθώς νιώθει ότι δεν την αγαπά. Ακολουθεί η συνάντησή της με τον εραστή της, Έρλαντ Γιάνσον (Baard Owe), έναν νεαρό καλλιτέχνη της όπερας, στον οποίο προτείνει να ζήσουν μαζί. Εκείνος, ωστόσο, αποκαλύπτει πως για τον ίδιο η σχέση τους υπήρξε απλώς μια παροδική περιπέτεια, διαψεύδοντας τις προσδοκίες της.

Στην αδιάκοπη αναζήτηση της αυθεντικότητας, η Γερτρούδη έρχεται αντιμέτωπη και με το παρελθόν της, στο πρόσωπο του Γκάμπριελ Λίντμαν (Ebbe Rode), ενός καταξιωμένου ποιητή τον οποίο είχε εγκαταλείψει χρόνια πριν για να παντρευτεί τον Κάνινγκ. Παρά την επιθυμία του Γκάμπριελ να επανασυνδεθούν, εκείνη αρνείται κατηγορηματικά να αναβιώσει μια σχέση που θεωρεί οριστικά τελειωμένη. Αμετακίνητη παραμένει και όταν ο σύζυγός της τής ζητά να διατηρήσουν τουλάχιστον μια τυπική συζυγική σχέση.

Η αφήγηση μεταφέρεται πολλά χρόνια αργότερα. Η Γερτρούδη, ηλικιωμένη πια, ζει μόνη στην επαρχία. Ο Άξελ Νίγκρεν (Axel Strøbye), συγγραφέας και πιστός φίλος από τα παλιά, την επισκέπτεται στο γραφείο της. Εκείνη του διαβάζει το μοναδικό ποίημα που έγραψε ποτέ -έναν λιτό αλλά συγκλονιστικό απολογισμό ζωής:

«Κοίταξέ με. Είμαι ωραία; Όχι, αλλά αγάπησα.

Κοίταξέ με. Είμαι νέα; Όχι, αλλά αγάπησα.

Κοίταξέ με. Έζησα; Όχι, αλλά αγάπησα.

Υπέφερα πολύ και συχνά έκανα λάθη, αλλά αγάπησα.»

Η Γερτρούδη υπήρξε η τελευταία ταινία του θρυλικού δανού auteur Carl Theodor Dreyer και αποτελεί, αναμφίβολα, ένα από τα πιο άψογα και γοητευτικά έργα του. Βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Hjalmar Söderberg (1906), η ταινία διερευνά την έννοια της ελεύθερης βούλησης και το κατά πόσο είναι εφικτό για έναν άνθρωπο να βιώσει την αληθινή αγάπη, αμόλυντη από κοσμικούς συμβιβασμούς και ιδιοτελή κίνητρα. Αν και σήμερα θεωρείται από πολλούς το κορυφαίο επίτευγμα του Dreyer, κατά την πρώτη της προβολή το 1964 αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό, καθώς η αυστηρά στιλιζαρισμένη μορφή της χαρακτηρίστηκε από αρκετούς κριτικούς ως κουραστική θεατρικότητα.

Ωστόσο, η Γερτρούδη δεν είναι απλώς μια κινηματογραφική αφήγηση · είναι ένα φιλοσοφικό δοκίμιο σε εικόνες. Με ελάχιστη δράση και σχεδόν πλήρη απουσία εξωτερικής σύγκρουσης, το φιλμ στηρίζεται πρωτίστως στον λόγο της ηρωίδας, ο οποίος αποκτά βαρύτητα σχεδόν ιερατική. Οι ρήσεις της δεν λειτουργούν ως απλές συναισθηματικές εξομολογήσεις, αλλά ως δηλώσεις πίστης, ως ηθικά αξιώματα που καθορίζουν ολόκληρη την ύπαρξή της.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, η Γερτρούδη καθιστά σαφές ότι η αγάπη, για εκείνη, δεν είναι ένα τυχαίο συναίσθημα, αλλά μια υπαρξιακή αρχή. Όταν δηλώνει στον σύζυγό της ότι επιθυμεί τον χωρισμό επειδή «δεν την αγαπά», δεν αναφέρεται στην έλλειψη στοργής, αλλά στην απουσία απόλυτης αφοσίωσης. Ο γάμος της αποτυγχάνει όχι επειδή είναι δυστυχισμένος, αλλά επειδή αποδεικνύεται ανεπαρκής απέναντι στο ιδεώδες της: για τη Γερτρούδη, η αγάπη είτε είναι ολοκληρωτική είτε δεν υπάρχει.

Χαρακτηριστική είναι και η ρήση της προς τον Έρλαντ ότι «η ζωή είναι μια μακριά αλυσίδα ονείρων που γλιστρούν το ένα μέσα στο άλλο». Η φράση αυτή αποκαλύπτει την πλήρη απομάκρυνσή της από την υλική διάσταση της πραγματικότητας. Η αγάπη νοείται ως ποιητική εμπειρία και ως διαρκής υπέρβαση. Ο Έρλαντ, παρότι καλλιτέχνης, παραμένει δέσμιος των πρακτικών συμβιβασμών -κάτι που τον καθιστά ανίκανο να την ακολουθήσει στον κόσμο της.

Καθοριστική αποδεικνύεται και η σχέση της με τον Γκάμπριελ Λίντμαν. Το χειρόγραφο σημείωμα που ανακαλύπτει στο γραφείο του -«Η αγάπη της γυναίκας και το έργο του άντρα είναι θανάσιμοι εχθροί»- λειτουργεί ως καταλύτης για τη φιλοσοφική της αυτοεπιβεβαίωση. Η φράση αυτή συμπυκνώνει όλα όσα η Γερτρούδη απορρίπτει: την ιεράρχηση της καριέρας, της δημιουργίας και της κοινωνικής καταξίωσης πάνω από την αγάπη. Όταν ο Γκάμπριελ θρηνεί αργότερα ότι «η ζωή του καταστράφηκε από ένα κομμάτι χαρτί», η σιωπή της Γερτρούδης αποδεικνύεται εύγλωττη · το χαρτί δεν κατέστρεψε τίποτα, απλώς αποκάλυψε μια θεμελιώδη ασυμφωνία αξιών.

Στο λυκόφως της ζωής της, η ηρωίδα συνοψίζει την κοσμοθεωρία της μέσα από το ποίημά της. Απορρίπτει κάθε κοινωνικό κριτήριο επιτυχίας -ομορφιά, νεότητα, δράση- και το αντικαθιστά με ένα μόνο ρήμα: «αγάπησα», το οποίο επαναλαμβάνεται σαν προσευχή. Η επιλογή του επιτυμβίου Amor Omnia («Η αγάπη είναι τα πάντα») δεν αποτελεί ρομαντική κοινοτοπία, αλλά μια ριζική υπαρξιακή δήλωση.

Ο Dreyer, ωστόσο, δεν αγιογραφεί την ηρωίδα του. Η Γερτρούδη πεθαίνει μόνη, παγιδευμένη σε έναν κόσμο εσωτερικής τελειότητας. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν μια τέτοια στάση ζωής μπορεί να υπάρξει χωρίς το τίμημα της απόλυτης απομόνωσης. Η σκηνοθετική φόρμα -τα μακρά πλάνα, η σχεδόν πλήρης ακινησία και η απουσία οπτικής επαφής- μετατρέπει τους διαλόγους σε εσωτερικούς μονολόγους που απευθύνονται τελικά στον θεατή.

Η Γερτρούδη είναι ένα τραγικό ποίημα για την αδυναμία συμφιλίωσης του απόλυτου με την ανθρώπινη πραγματικότητα. Καθώς η ηρωίδα αποχαιρετά τον Άξελ, ζητώντας του να κόψει μια ανεμώνη από τον τάφο της την άνοιξη, η φράση της «πάρ’ το σαν μια λέξη αγάπης που ειπώθηκε στη σκέψη, αλλά ποτέ δυνατά» αντηχεί ως ο ύστατος χαιρετισμός ενός πνεύματος που αρνήθηκε να συμβιβαστεί με οτιδήποτε λιγότερο από το παν.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Γκαλερι φωτογραφιων

16 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *