
Κριτική | The Loneliest Man in Town (2026)
Συντάκτης: Γιώργος Σπανός
Ο 80χρονος μουσικός Al Cook, κατά κόσμον Alois Koch, είναι ένας Καουρισμακικός ήρωας: σοβαρός, αξιοπρεπής, πεισματικά ασυμβίβαστος, μοναχικός, βγαλμένος από μια άλλη, ρομαντικότερη εποχή. Δεν έχει φύγει ποτέ από την πόλη του, τη Βιέννη, η ψυχή του όμως βρίσκεται σε μια εξιδανικευμένη Αμερική που γνώρισε μόνο μέσα από τους δίσκους του, και συγκεκριμένα στα μπλουζ του αμερικανικού Νότου όπου είναι δοσμένη με πάθος όλη η ζωή του. Στο παρελθόν είχε γνωρίσει σημαντική αναγνώριση ως μπλουζίστας και ακόμα συνεχίζει να παίζει σε μικρά στέκια με λιγοστό αφοσιωμένο κοινό. Είναι ο τελευταίος ένοικος που έχει απομείνει στην πολυκατοικία του, όπου ζει μόνος στο παλιό διαμέρισμά του. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του, μοναδική παρέα έχει πια εδώ και χρόνια τους λατρεμένους του δίσκους με τις μουσικές του, τις αναμνήσεις του και το ανεκπλήρωτο νεανικό του όνειρο να ταξιδέψει στο Δέλτα του Μισισιπί για να βρεθεί στα ίδια μέρη όπου έζησαν οι μουσικοί ήρωές του. Από μικρός λάτρεψε τους συγκεκριμένους μουσικούς και ειδικά τον Elvis, έχει το ίδιο χτένισμα pompadour με εκείνον, το οποίο συντηρεί σχολαστικά με μεγάλες δόσεις λακ, κρατά το κομψό ντύσιμο μιας άλλης εποχής και η φυσιογνωμία του ομοιάζει υπερβολικά με αυτή του Robert Mitchum. Στο υπόγειο της πολυκατοικίας του ηχογραφεί τα μελαγχολικά τραγούδια του και φυλάει τους δίσκους του, τους πολύτιμους θησαυρούς του. Απολαμβάνει τη μοναχική καθημερινότητά του αργά, αγγίζει τα αντικείμενά του στοργικά. Μιλά τα γερμανικά με την παλιά κομψή βιεννέζικη διάλεκτο, η οποία πλέον στον καιρό της ομογενοποίησης τείνει να χαθεί, και τα αγγλικά με βαριά αμερικάνικη προφορά του Νότου, που έμαθε εντελώς μόνος του ακούγοντας ξανά και ξανά τους στίχους από τους δίσκους. Στην καριέρα του δεν έκανε την οποιαδήποτε υποχώρηση μπροστά στις μόδες, τη διασημότητα και το χρήμα, απορρίπτοντας σημαντικές ευκαιρίες προκειμένου να προστατεύσει την αυθεντικότητα της μουσικής του, όπως την εννοεί εκείνος. Τώρα, ο κυνικός κόσμος του κέρδους, στον οποίο ο Al αρνήθηκε να ενδώσει, που εκεί έξω θριαμβεύει και δεν έχει χώρο για ηλικιωμένους ρομαντικούς σαν τον ήρωά μας, του χτυπάει την πόρτα από την αρχή της ταινίας με τον πιο χυδαίο τρόπο: πρέπει σύντομα να εκκενώσει το διαμέρισμά του ώστε η παλιά πολυκατοικία του 19ου αιώνα, όπου έζησε όλη του τη ζωή, να κατεδαφιστεί. Το εκβιαστικό τελεσίγραφο τού το παραδίδουν δυο απολαυστικά σκιώδεις συνομήλικοί του τύποι, βγαλμένοι κι εκείνοι από το σύμπαν του Aki Kaurismaki, με κωμικό τρόπο που…ας πούμε ότι δεν του αφήνει πολλά περιθώρια. Αντιμέτωπος με την έξωση, ο Al νιώθει πια ξένος στην ίδια του την πόλη, καθώς η Βιέννη που γνώριζε λίγο λίγο εξαφανίζεται, παραδομένη στη λογική του gentrification. Και κάπως έτσι, έρχεται στη θέση να αναλογιστεί το παρελθόν του, να ξεδιαλέξει τις αναμνήσεις του, αλλά και να αποφασίσει το επόμενο βήμα.
Ο πρωταγωνιστής αυτού του πανέμορφου, «μικρού» διαμαντιού είναι ένας υπαρκτός άνθρωπος, που έναν καιρό υπήρξε και αρκετά διάσημος μουσικός στην πατρίδα του. Μάλιστα ο τίτλος της ταινίας είναι παρμένος από τραγούδι του ιδίου. Όπως εξηγούν οι δύο δημιουργοί, οι καταστάσεις της ταινίας, όπως η έξωση και όσα ακολουθούν, αποτελούν σεναριογραφημένη μυθοπλασία, ο χαρακτήρας όμως του Al Cook και η προσωπικότητά του, η ιστορία της ζωής του και τα τραγούδια του, το διαμέρισμά του και το παλιό αμόρε του, με το οποίο τα «έσπασαν» νέοι για τον πιο αστείο λόγο και τώρα ξαναβρέθηκαν στη δύση της ζωής τους, είναι όλα πέρα για πέρα αληθινά (κάτι που εντάσσει την κατά τα άλλα καθαρά αφηγηματική ταινία στην κατηγορία του docudrama). Η επιλογή αυτού του τόσο χαρισματικού πρωταγωνιστή είναι κομβικής σημασίας και η προσωπικότητά του είναι ουσιαστικά που υπαγορεύει τη φόρμα και τον καουρισμακικό τόνο της ταινίας που προαναφέραμε, καθιστώντας εξαιρετικά εύστοχη αυτή την απόφαση από τη μεριά των δημιουργών. Οι Covi και Frimmel, με εμφανή αγάπη και ευαισθησία για τον εύθραυστο πρωταγωνιστή τους και τον κόσμο του που χάνεται, κινηματογραφούν με τη ζεστασιά του αναλογικού φιλμ, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στους χώρους και στα αντικείμενα ως προεκτάσεις της ίδιας του της ύπαρξης, θησαυρούς και τεκμήρια μιας πλήρως βιωμένης ζωής. Αφηγούνται αυτήν τη λιτή ιστορία με deadpan χιούμορ και συγκίνηση σε ισορροπημένες ποσότητες και το αποτέλεσμα είναι ένα φιλμ γλυκόπικρο, μελαγχολικό αλλά και ανάλαφρο και εν τέλει ίσως και ελπιδοφόρο για τον ήρωά μας. Έτσι, η απόφαση των Covi και Frimmel να προτιμήσουν τη μυθοπλασία έναντι του καθαρού ντοκιμαντέρ, αφενός αποφεύγει την εξιδανίκευση, αφετέρου ανάγει την ταινία σε κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό πορτρέτο ενός ιδιόρρυθμου ηλικιωμένου μουσικού: σε ένα νοσταλγικό τελευταίο μπλουζ για δωμάτια, γεμάτα με αναμνήσεις μιας ζωής που αδειάζουν, για τα σπίτια που γκρεμίζονται και τις πόλεις που αλλάζουν, για μια εποχή και έναν τρόπο ζωής που χάνεται. Αλλά και για ανθρώπους αυθεντικούς και περήφανα πεισματάρηδες που, ακόμα και στα 80 τους, συνεχίζουν να κάνουν όνειρα.
Υπόδειγμα βαθιά ανθρώπινου σινεμά και, για εμένα, η συγκινητικότερη ταινία της χρονιάς.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



