
Κριτική | Το Μεγαλείο (2025)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Παρότι η Ιταλία αποτελεί κοινοβουλευτική δημοκρατία και ο πρόεδρός της περιορίζεται σε έναν θεσμικά εγγυητικό ρόλο, το σύνταγμα του αναγνωρίζει καθοριστικές αρμοδιότητες: επικυρώνει νόμους, διαλύει το κοινοβούλιο, απονέμει χάρη και διορίζει ανώτατους αξιωματούχους. Η ταινία «La Grazia» επιλέγει να εκκινήσει με αυτήν ακριβώς την τυπική απαρίθμηση, τοποθετώντας εξαρχής το βάρος της εξουσίας πάνω στο σώμα του ήρωά της. Ωστόσο, γρήγορα καθίσταται σαφές ότι το επίκεντρο της αφήγησης δεν είναι οι προνομίες, αλλά η κόπωση που τις συνοδεύει · όχι η πολιτική μηχανική, αλλά η ανθρώπινη φθορά.
Ο Μαριάνο ντε Σάντις βρίσκεται έξι μήνες πριν από την αποχώρησή του από το ύπατο αξίωμα. Χήρος εδώ και οκτώ χρόνια, παραμένει ασυμφιλίωτος με την απώλεια της συζύγου του, αλλά και με το μυστικό που εκείνη πήρε μαζί της: την ταυτότητα ενός εραστή από μια μοναδική νύχτα. Η αμφιβολία λειτουργεί διαβρωτικά. Υποψιάζεται τον παλιό του φίλο και νυν υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος δεν κρύβει τη φιλοδοξία του να τον διαδεχθεί. Έτσι, η πολιτική διαδοχή και η προσωπική προδοσία συμπλέκονται σε έναν ενιαίο κόμπο καχυποψίας. Η εξουσία παύει να είναι απρόσωπη και μετατρέπεται σε πεδίο εσωτερικής αναμέτρησης.
Παράλληλα, τρεις κρίσιμες αποφάσεις εκκρεμούν. Πρώτον, ένα νομοσχέδιο για την ευθανασία που λιμνάζει στο γραφείο του. Δεύτερον, δύο αιτήματα χάριτος: μιας γυναίκας που σκότωσε τον κακοποιητικό σύζυγό της και ενός άνδρα που τερμάτισε τη ζωή της βαριά άρρωστης συντρόφου του για να την απαλλάξει από τον πόνο. Τα διλήμματα στερούνται εύκολων απαντήσεων: Πού τελειώνει η νόμιμη άμυνα; Πότε η συμπόνια συνιστά παραβίαση του νόμου; Και κυρίως, «σε ποιον ανήκουν οι μέρες μας;» -ένα μάντρα που επανέρχεται υπόγεια, προσδίδοντας φιλοσοφικό βάθος στην πλοκή.
Ο Paolo Sorrentino, έχοντας ήδη ανατομήσει την ιταλική πολιτική σκηνή στο «Il Divo» και το «Loro», εγκαταλείπει εδώ τις άμεσες αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα. Πλάθει έναν φανταστικό πρόεδρο και, μαζί του, ένα εσωτερικό τοπίο. Η γνώριμη μπαρόκ υπερβολή του τιθασεύεται, χωρίς να εξαφανίζεται. Οι εκκεντρικές φιγούρες παραμένουν -ένας πάπας με dreadlocks, μια φελινική κοσμική παρουσία- όπως και οι σκηνές με υπερβατική μουσική ένταση. Ωστόσο, αυτές οι στιγμές λειτουργούν πλέον ως ρωγμές στο κέλυφος της σιωπής και όχι ως πυροτεχνήματα εντυπωσιασμού.
Η σκηνοθεσία επιμένει στους ερημικούς διαδρόμους του προεδρικού μεγάρου, στις αργές περιστροφές της κάμερας και στη γεωμετρική αυστηρότητα των κάδρων. Ένα άλογο, ως μεταφορά της εύθραυστης ισορροπίας του ήρωα, ενσαρκώνει την αγωνία της απόφασης. Η εικόνα του ζώου, που ψυχορραγεί, καθρεφτίζει το ψυχικό του τέλμα. Η βαρύτητα δεν είναι απλώς θεματική, αλλά δομική αισθητική επιλογή.
Καθοριστική για την ένταση του φιλμ είναι η ερμηνεία του Toni Servillo. Στην έβδομη συνεργασία του με τον σκηνοθέτη, υποδύεται έναν πρόεδρο που αποφεύγει τα ξεσπάσματα και τις μεγάλες χειρονομίες. Με ελάχιστες εκφραστικές μετατοπίσεις -ένα βλέμμα που επιμένει, μια παύση πριν την απόκριση- αποκαλύπτει τη ρωγμή πίσω από το προσωνύμιο «Οπλισμένο Σκυρόδεμα». Ο άνθρωπος πίσω από τον θεσμό αναδύεται σταδιακά: ένας ηλικιωμένος νομικός που κουράστηκε να ισορροπεί ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την επιείκεια.
Το έργο συνομιλεί με το «La Grande Bellezza» και το «Youth», όπου το γήρας και η νοσταλγία αποτελούν κινητήριες δυνάμεις. Εδώ όμως, η αναζήτηση της ομορφιάς μετασχηματίζεται · δεν εντοπίζεται στη λάμψη, αλλά σε μια εσωτερική ελάφρυνση. Η «χάρη» (grazia) δεν είναι θεϊκή παρέμβαση, αλλά μια στιγμή επίγνωσης: ένα κρυφό τσιγάρο στις ταράτσες, μια απροσδόκητη μουσική σκηνή, μια κίνηση κατανόησης προς τον καταδικασμένο.
Αν και το φιλμ φλερτάρει ενίοτε με την πομπώδη ρητορεία, η σχετική του λιτότητα το προστατεύει από τον πλεονασμό. Ο Sorrentino αφαιρεί το διακοσμητικό περίσσευμα, επιτρέποντας στη σιωπή να αποκτήσει βάρος. Η πολιτική μετουσιώνεται σε υπαρξιακή συνθήκη. Δεν παρακολουθούμε απλώς έναν ηγέτη προ των ευθυνών του, αλλά έναν άνθρωπο που αναμετράται με τη μνήμη, τον χρόνο και την πιθανότητα της συγχώρεσης.
Στον επίλογο δεν υπάρχει θριαμβική κάθαρση, παρά μόνο μια λυκόφωτη συμφιλίωση. Ο πρόεδρος αποδέχεται ότι η αλήθεια είναι απρόσιτη και ότι οι αποφάσεις του δεν θα άρουν την αμφισημία του κόσμου. Εκείνο που αλλάζει είναι η στάση του απέναντί της. Η εξουσία, απογυμνωμένη από μεγαλείο, αποκαλύπτεται ως ευθύνη -και η ευθύνη ως ευκαιρία για χάρη. Σε αυτή τη λεπτή μετάβαση από τη βαρύτητα στην ελαφρότητα, η «La Grazia» βρίσκει τον πυρήνα της: μια στοχαστική περιπλάνηση που μετατρέπει την πολιτική πράξη σε βαθιά ανθρώπινη εμπειρία.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



