
Ο Μαριάνο Ντε Σάντις είναι ο πρόεδρος της Ιταλίας, ένας άνθρωπος που βρίσκεται στις τελευταίες ημέρες της θητείας του και χαίρει γενικού σεβασμού για την ηθική ακεραιότητα και τη συγκρατημένη του στάση στην πολιτική. Χήρος, πιστός καθολικός και πρώην ανώτατος δικαστής, αντιμετωπίζει την εξουσία περισσότερο ως τελετουργικό καθήκον παρά ως πεδίο άσκησης ισχύος. Στο πλευρό του βρίσκεται η κόρη του, Ντοροτέα, νομικός και η ίδια, η οποία δυσφορεί με τη διαρκή του αναβλητικότητα και την αδυναμία του να πάρει ξεκάθαρες αποφάσεις. Καθώς οι μέρες κυλούν αργά, ο Μαριάνο καλείται να αποφασίσει για τρία κρίσιμα ζητήματα: την υπογραφή ενός νομοσχεδίου για τη νομιμοποίηση της ευθανασίας και δύο αιτήματα προεδρικής χάρης, που αφορούν εγκλήματα τα οποία έγιναν μέσα σε συνθήκες ανθρώπινης απόγνωσης.
Σκηνοθεσία:
Κύριοι Ρόλοι:
Toni Servillo … πρόεδρος Mariano De Santis
Anna Ferzetti … Dorotea De Santis
Massimo Venturiello … υπουργός Ugo Romani
Orlando Cinque … συνταγματάρχης Massimo Labaro
Milvia Marigliano … Coco Valori
Giuseppe Gaiani … στρατηγός Lanfranco Mare
Alessia Giuliani … Maria Gallo
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Paolo Sorrentino
Παραγωγή: Annamaria Morelli, Andrea Scrosati, Paolo Sorrentino
Φωτογραφία: Daria D’Antonio
Μοντάζ: Cristiano Travaglioli
Σκηνικά: Ludovica Ferrario
Κοστούμια: Carlo Poggioli
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: La Grazia
- Ελληνικός Τίτλος: Το Μεγαλείο
- Διεθνής Τίτλος: Grace
Κύριες Διακρίσεις
- Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας. Βραβείο αντρικής ερμηνείας (Toni Servillo).
- Υποψήφιο για αντρική ερμηνεία (Toni Servillo) και σενάριο στα Ευρωπαϊκά Βραβεία.
- Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, πρώτο αντρικό ρόλο (Toni Servillo), πρώτο γυναικείο ρόλο (Anna Ferzetti), δεύτερο γυναικείο ρόλο (Milvia Marigliano), σενάριο, κάστινγκ, φωτογραφία, μοντάζ, σκηνικά, κοστούμια, μακιγιάζ, οπτικά εφέ και βραβείο νεότητας στα David di Donatello.
- Βραβείο σεναρίου στο φεστιβάλ του Σικάγο.
Παραλειπόμενα
- Ο Paolo Sorrentino εμπνεύστηκε την ιστορία του από πρόεδρο Sergio Mattarella, που είχε δώσει χάρη σε έναν άντρα που σκότωσε τη σύζυγο του, η οποία όμως έπασχε από Αλτσχάιμερ.
- Ταινία έναρξης του 82ου φεστιβάλ Βενετίας. Κατά την πρεμιέρα, το κοινό στο Sala Grande του φεστιβάλ σηκώθηκε όρθιο και χειροκρότησε την ταινία για περίπου τέσσερα λεπτά.
Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης
Έκδοση Κειμένου: 23/2/2026
Παρότι η Ιταλία αποτελεί κοινοβουλευτική δημοκρατία και ο πρόεδρός της περιορίζεται σε έναν θεσμικά εγγυητικό ρόλο, το σύνταγμα του αναγνωρίζει καθοριστικές αρμοδιότητες: επικυρώνει νόμους, διαλύει το κοινοβούλιο, απονέμει χάρη και διορίζει ανώτατους αξιωματούχους. Η ταινία «La Grazia» επιλέγει να εκκινήσει με αυτήν ακριβώς την τυπική απαρίθμηση, τοποθετώντας εξαρχής το βάρος της εξουσίας πάνω στο σώμα του ήρωά της. Ωστόσο, γρήγορα καθίσταται σαφές ότι το επίκεντρο της αφήγησης δεν είναι οι προνομίες, αλλά η κόπωση που τις συνοδεύει · όχι η πολιτική μηχανική, αλλά η ανθρώπινη φθορά.
Ο Μαριάνο ντε Σάντις βρίσκεται έξι μήνες πριν από την αποχώρησή του από το ύπατο αξίωμα. Χήρος εδώ και οκτώ χρόνια, παραμένει ασυμφιλίωτος με την απώλεια της συζύγου του, αλλά και με το μυστικό που εκείνη πήρε μαζί της: την ταυτότητα ενός εραστή από μια μοναδική νύχτα. Η αμφιβολία λειτουργεί διαβρωτικά. Υποψιάζεται τον παλιό του φίλο και νυν υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος δεν κρύβει τη φιλοδοξία του να τον διαδεχθεί. Έτσι, η πολιτική διαδοχή και η προσωπική προδοσία συμπλέκονται σε έναν ενιαίο κόμπο καχυποψίας. Η εξουσία παύει να είναι απρόσωπη και μετατρέπεται σε πεδίο εσωτερικής αναμέτρησης.
Παράλληλα, τρεις κρίσιμες αποφάσεις εκκρεμούν. Πρώτον, ένα νομοσχέδιο για την ευθανασία που λιμνάζει στο γραφείο του. Δεύτερον, δύο αιτήματα χάριτος: μιας γυναίκας που σκότωσε τον κακοποιητικό σύζυγό της και ενός άνδρα που τερμάτισε τη ζωή της βαριά άρρωστης συντρόφου του για να την απαλλάξει από τον πόνο. Τα διλήμματα στερούνται εύκολων απαντήσεων: Πού τελειώνει η νόμιμη άμυνα; Πότε η συμπόνια συνιστά παραβίαση του νόμου; Και κυρίως, «σε ποιον ανήκουν οι μέρες μας;» -ένα μάντρα που επανέρχεται υπόγεια, προσδίδοντας φιλοσοφικό βάθος στην πλοκή.
Ο Paolo Sorrentino, έχοντας ήδη ανατομήσει την ιταλική πολιτική σκηνή στο «Il Divo» και το «Loro», εγκαταλείπει εδώ τις άμεσες αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα. Πλάθει έναν φανταστικό πρόεδρο και, μαζί του, ένα εσωτερικό τοπίο. Η γνώριμη μπαρόκ υπερβολή του τιθασεύεται, χωρίς να εξαφανίζεται. Οι εκκεντρικές φιγούρες παραμένουν -ένας πάπας με dreadlocks, μια φελινική κοσμική παρουσία- όπως και οι σκηνές με υπερβατική μουσική ένταση. Ωστόσο, αυτές οι στιγμές λειτουργούν πλέον ως ρωγμές στο κέλυφος της σιωπής και όχι ως πυροτεχνήματα εντυπωσιασμού.
Η σκηνοθεσία επιμένει στους ερημικούς διαδρόμους του προεδρικού μεγάρου, στις αργές περιστροφές της κάμερας και στη γεωμετρική αυστηρότητα των κάδρων. Ένα άλογο, ως μεταφορά της εύθραυστης ισορροπίας του ήρωα, ενσαρκώνει την αγωνία της απόφασης. Η εικόνα του ζώου, που ψυχορραγεί, καθρεφτίζει το ψυχικό του τέλμα. Η βαρύτητα δεν είναι απλώς θεματική, αλλά δομική αισθητική επιλογή.
Καθοριστική για την ένταση του φιλμ είναι η ερμηνεία του Toni Servillo. Στην έβδομη συνεργασία του με τον σκηνοθέτη, υποδύεται έναν πρόεδρο που αποφεύγει τα ξεσπάσματα και τις μεγάλες χειρονομίες. Με ελάχιστες εκφραστικές μετατοπίσεις -ένα βλέμμα που επιμένει, μια παύση πριν την απόκριση- αποκαλύπτει τη ρωγμή πίσω από το προσωνύμιο «Οπλισμένο Σκυρόδεμα». Ο άνθρωπος πίσω από τον θεσμό αναδύεται σταδιακά: ένας ηλικιωμένος νομικός που κουράστηκε να ισορροπεί ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την επιείκεια.
Το έργο συνομιλεί με το «La Grande Bellezza» και το «Youth», όπου το γήρας και η νοσταλγία αποτελούν κινητήριες δυνάμεις. Εδώ όμως, η αναζήτηση της ομορφιάς μετασχηματίζεται · δεν εντοπίζεται στη λάμψη, αλλά σε μια εσωτερική ελάφρυνση. Η «χάρη» (grazia) δεν είναι θεϊκή παρέμβαση, αλλά μια στιγμή επίγνωσης: ένα κρυφό τσιγάρο στις ταράτσες, μια απροσδόκητη μουσική σκηνή, μια κίνηση κατανόησης προς τον καταδικασμένο.
Αν και το φιλμ φλερτάρει ενίοτε με την πομπώδη ρητορεία, η σχετική του λιτότητα το προστατεύει από τον πλεονασμό. Ο Sorrentino αφαιρεί το διακοσμητικό περίσσευμα, επιτρέποντας στη σιωπή να αποκτήσει βάρος. Η πολιτική μετουσιώνεται σε υπαρξιακή συνθήκη. Δεν παρακολουθούμε απλώς έναν ηγέτη προ των ευθυνών του, αλλά έναν άνθρωπο που αναμετράται με τη μνήμη, τον χρόνο και την πιθανότητα της συγχώρεσης.
Στον επίλογο δεν υπάρχει θριαμβική κάθαρση, παρά μόνο μια λυκόφωτη συμφιλίωση. Ο πρόεδρος αποδέχεται ότι η αλήθεια είναι απρόσιτη και ότι οι αποφάσεις του δεν θα άρουν την αμφισημία του κόσμου. Εκείνο που αλλάζει είναι η στάση του απέναντί της. Η εξουσία, απογυμνωμένη από μεγαλείο, αποκαλύπτεται ως ευθύνη -και η ευθύνη ως ευκαιρία για χάρη. Σε αυτή τη λεπτή μετάβαση από τη βαρύτητα στην ελαφρότητα, η «La Grazia» βρίσκει τον πυρήνα της: μια στοχαστική περιπλάνηση που μετατρέπει την πολιτική πράξη σε βαθιά ανθρώπινη εμπειρία.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Κριτικός: 

