Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Pier Paolo Pasolini, Accattone (1961), δεν αποτελεί απλώς ένα εντυπωσιακό σκηνοθετικό ντεμπούτο, αλλά μια ριζοσπαστική τομή στην ιστορία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Ενώ αντλεί εμφανώς από την παράδοση του ιταλικού νεορεαλισμού, ο Pasolini μετασχηματίζει αυτό το κινηματογραφικό ρεύμα σε κάτι βαθιά προσωπικό, ποιητικό και σχεδόν μεταφυσικό. Ο νεορεαλισμός εδώ δεν λειτουργεί ως τελικός προορισμός, αλλά ως αφετηρία για μια κινηματογραφική γλώσσα που συνδυάζει το ωμό με το ιερό, το καθημερινό με το μυθικό.

Στο κέντρο της αφήγησης βρίσκεται ο Accattone, ένας μικροπροαγωγός που επιβιώνει στα περιθωριοποιημένα προάστια της Ρώμης. Δεν είναι ένας «ήρωας» με την παραδοσιακή έννοια, αλλά ένας βαθιά αντιφατικός αντι-ήρωας: ανίκανος να εργαστεί, παγιδευμένος σε έναν κύκλο παρασιτικής επιβίωσης, και ταυτόχρονα ευάλωτος, σχεδόν παιδικός σε στιγμές συναισθηματικής έκθεσης. Η ύπαρξή του διαμορφώνεται από μια διαρκή εσωτερική σύγκρουση: από τη μία η ανάγκη για επιβίωση μέσω της εκμετάλλευσης των άλλων, και από την άλλη μια αδιόρατη, αλλά υπαρκτή, αίσθηση ενοχής και επιθυμία για λύτρωση.

Οι σχέσεις του με τις γυναίκες αποκαλύπτουν αυτή τη βαθιά του διάσπαση. Η Maddalena, που τον συντηρεί οικονομικά, αποτελεί μια μορφή εξάρτησης και συνενοχής, ενώ η νεαρή Lena αντιπροσωπεύει μια πιθανότητα διαφορετικής ζωής, την οποία όμως ο ίδιος καταστρέφει οδηγώντας την στην πορνεία. Μέσα από αυτές τις σχέσεις, ο Pasolini σκιαγραφεί έναν κόσμο όπου η αγάπη και η εκμετάλλευση δεν είναι αντίθετα, αλλά συχνά συνυπάρχουν στην ίδια πράξη. Ο Accattone ζητά συγχώρεση ενώ ταυτόχρονα προδίδει, εκφράζει τρυφερότητα ενώ προκαλεί πόνο. Αυτή η αντίφαση δεν είναι απλώς προσωπική, αλλά υπαρξιακή.

Ο κόσμος της ταινίας είναι ο κόσμος του υποπρολεταριάτου -ανθρώπων που ζουν έξω από τις δομές της «κανονικής» κοινωνίας. Ο Pasolini δεν τους αντιμετωπίζει ως κοινωνιολογικά αντικείμενα, αλλά ως φορείς μιας ιδιαίτερης μορφής αυθεντικότητας. Στα μάτια του, αυτοί οι άνθρωποι διατηρούν κάτι από έναν προ-μοντέρνο, αρχαϊκό τρόπο ύπαρξης, μια ακατέργαστη ηθική που έχει χαθεί μέσα στη σύγχρονη αστική ζωή. Ωστόσο, αυτή η αυθεντικότητα δεν εξιδανικεύεται πλήρως· συνυπάρχει με τη βία, τη φτώχεια και την απελπισία.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ταινίας είναι η συνεχής παρουσία του ιερού μέσα στο βέβηλο. Οι γυναικείες μορφές αποκτούν σχεδόν θρησκευτική διάσταση: η «Madonna» του σπιτιού και η «Μαρία Μαγδαληνή» των δρόμων συγκροτούν ένα διπλό σύμβολο αγιότητας και αμαρτίας. Ο ίδιος ο Accattone μοιάζει συχνά με μια παραμορφωμένη χριστιανική φιγούρα -ένας «απόστολος» της εξαθλίωσης, που βιώνει τη δική του σταύρωση όχι σε έναν ιερό τόπο, αλλά στο πεζοδρόμιο της πόλης. Ο Pasolini φαίνεται να απορρίπτει τη δυαδικότητα παραδείσου και κόλασης, προτείνοντας έναν κόσμο που θυμίζει περισσότερο το καθαρτήριο του Δάντη: έναν ενδιάμεσο χώρο όπου οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να παλεύουν με την ύπαρξή τους χωρίς τελική λύτρωση.

Η οπτική γλώσσα της ταινίας ενισχύει αυτή τη θεματική. Οι λιτές, προσεκτικά συντεθειμένες κινήσεις της κάμερας παραπέμπουν στην αισθητική της θρησκευτικής ζωγραφικής, ιδιαίτερα στους μεγάλους δασκάλους της ιταλικής παράδοσης. Ωστόσο, αυτές οι αναφορές δεν λειτουργούν ως απλή μίμηση, αλλά ως δημιουργική παραμόρφωση. Ο Pasolini δανείζεται τη μορφή για να την ανατρέψει, δημιουργώντας εικόνες που είναι ταυτόχρονα κλασικές και βαθιά σύγχρονες. Η εμβληματική σκηνή όπου ο Accattone βρέχει το πρόσωπό του στη θάλασσα και το στρέφει προς την κάμερα αποτελεί μια συμπύκνωση αυτής της αισθητικής: μια εικόνα ωμή, σχεδόν βίαιη, αλλά ταυτόχρονα φορτισμένη με τελετουργική ένταση.

Η χρήση της μουσικής του Bach αποτελεί ένα ακόμη καθοριστικό στοιχείο. Σε αντίθεση με τις εικόνες της εξαθλίωσης και της καθημερινής βίας, η μουσική εισάγει μια διάσταση πνευματικότητας και ανύψωσης. Αυτή η αντίθεση δεν εξομαλύνει την πραγματικότητα, αλλά την καθιστά ακόμη πιο έντονη, δημιουργώντας μια συνεχή ένταση ανάμεσα στο υλικό και το υπερβατικό.

Η φωτογραφία του Tonino Delli Colli αποτυπώνει με εξαιρετική ευαισθησία αυτόν τον κόσμο των αντιθέσεων. Τα πρόσωπα, τα τοπία και τα σώματα κινηματογραφούνται με έναν τρόπο που αναδεικνύει τόσο τη σκληρότητα όσο και την εύθραυστη ομορφιά τους. Το αποτέλεσμα είναι μια οπτική εμπειρία που δεν επιδιώκει την αισθητική εξιδανίκευση, αλλά μια μορφή ποιητικού ρεαλισμού.

Τελικά, το Accattone υπερβαίνει τα όρια μιας κοινωνικής ή ρεαλιστικής ταινίας. Πρόκειται για μια σύγχρονη τραγωδία, όπου ο ήρωας δεν καταστρέφεται απλώς από τις συνθήκες, αλλά από την ίδια του τη φύση. Ο Pasolini δημιουργεί ένα έργο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως κοινωνικό σχόλιο, ποιητική αλληγορία και υπαρξιακή μελέτη. Είναι μια «λειτουργία» για τους απόκληρους της πόλης, μια εικονογραφημένη προσευχή για εκείνους που ζουν στο περιθώριο -εκεί όπου η αγιότητα και η αμαρτία παύουν να είναι αντίθετα και συγχωνεύονται σε μια ενιαία, βαθιά ανθρώπινη εμπειρία.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *