Ο σεμνός και γοητευτικός βοηθός σερίφη μιας μικρής πόλης, ο Λου Φορντ, έχει ένα κάρο προβλήματα. Προβλήματα σχέσεων. Προβλήματα με τον νόμο. Έναν ολοένα αυξανόμενο αριθμό δολοφονηθέντων στο δικής του δικαιοδοσίας κομμάτι του Δυτικού Τέξας… Όπως και το γεγονός ότι είναι σαδιστής, ψυχοπαθής και δολοφόνος. Όταν οι υποψίες αρχίζουν να στρέφονται προς τα εκείνον, είναι απλά θέμα χρόνου πριν ξεμείνει από άλλοθι.

Σκηνοθεσία:

Michael Winterbottom

Κύριοι Ρόλοι:

Casey Affleck … υπαστυνόμος Lou Ford

Jessica Alba … Joyce Lakeland

Kate Hudson … Amy Stanton

Ned Beatty … Chester Conway

Tom Bower … σερίφης Bob Maples

Elias Koteas … Joe Rothman

Simon Baker … Howard Hendricks

Bill Pullman … Billy Boy Walker

Brent Briscoe … ο ξένος

Liam Aiken … Johnnie Pappas

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: John Curran

Παραγωγή: Andrew Eaton, Chris Hanley, Bradford L. Schlei

Μουσική: Joel Cadbury, Melissa Parmenter

Φωτογραφία: Marcel Zyskind

Μοντάζ: Mags Arnold

Σκηνικά: Rob Simons, Mark Tildesley

Κοστούμια: Lynette Meyer

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: The Killer Inside Me
  • Ελληνικός Τίτλος: Ο Δολοφόνος Μέσα μου

Άμεσοι Σύνδεσμοι

  • Ο Εκτελεστής με το Διπλό Πρόσωπο (1976)

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: The Killer Inside Me του Jim Thompson.

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βερολίνου.

Παραλειπόμενα

  • Βασισμένο σε μυθιστόρημα του 1952, που είχε γίνει πρώτα ταινία το 1976, με τον ίδιο τίτλο, με πρωταγωνιστές τους Stacy Keach, Susan Tyrrell και Keenan Wynn, ενώ σκηνοθέτης ήταν ο Burt Kennedy. Ήδη όμως με την έκδοση του είχε τραβήξει την προσοχή του Χόλιγουντ, με τα ονόματα των Marilyn Monroe, Marlon Brando και Elizabeth Taylor να εμπλέκονται σε ένα σχέδιο που εγκαταλείφθηκε μετά τον θάνατο της πρώτης. Η επόμενη απόπειρα είχε γίνει κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1980 με τους Tom Cruise, Brooke Shields και Demi Moore, ενώ 10 χρόνια μετά πέρασε κι από τα χέρια του Quentin Tarantino, με τους Uma Thurman, Juliette Lewis και Brad Pitt υποψήφιους για το καστ. Τέλος, το 2003 ο Andrew Dominik έγραψε το σενάριο για να γίνει μια στιλιστική ταινία, σκεπτόμενος να την αναλάβει και σκηνοθετικά. Κατά νου για την πρωταγωνιστική τριάδα είχε τους Leonardo DiCaprio, Charlize Theron και Drew Barrymore. Όταν αυτός εγκατέλειψε, ήταν ο Marc Rocco ως σκηνοθέτης, με τις υποψήφιες Reese Witherspoon και Maggie Gyllenhaal που ολοκλήρωσαν αυτό τον μακρύ κύκλο αναβολών.
  • Για τον ρόλο της Έιμι Σταντον είχαν ακουστεί οι: Katherine Heigl, Michelle Williams, Natalie Portman και Sienna Miller. Για εκείνον της Τζόις: Emily Blunt, Anne Hathaway και Amanda Seyfried.
  • Η ταινία κριτικαρίστηκε για τη γραφική βία που επιδεικνύεται κατά γυναικών.
  • Παρότι κόστισε 13 εκατομμύρια δολάρια, τα ταμεία έφεραν πίσω μόνο τα 3,9.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Βασίλης Καγιογλίδης

Έκδοση Κειμένου: 6/9/2010

Συγχαρητήρια στο διευθυντή φωτογραφίας αυτού του φιλμ, που κατάφερε να κρύψει τις ατέλειες της σκηνοθετικής τεχνικής του Winterbottom, που αν εξαιρέσουμε το αποκαρδιωτικό και γεμάτο εφετζίδικες αποχρώσεις φινάλε, ομολογώ πως αρνείται συχνά την αναμενόμενη ακαδημαϊκή πρακτική, για να βουτήξει σε νερά βαθιά και σαφώς πρωτόγνωρα γι`αυτόν.

Και πάλι, όμως, η γεύση του επιφανειακού συναισθήματος, της άρρυθμης αφήγησης που προκαλεί σύγχυση και αμηχανία και της κενότητας των ψυχών και των χρωμάτων στο πλάνο, είναι τόσο έντονη, που δε σου αφήνει περιθώρια να διεισδύσεις και να απολαύσεις τη λογοτεχνική θεματική του φιλμ. Ο οσκαρικά προικισμένος Casey Affleck, υπό άλλες συνθήκες θα ήταν βούτυρο στο ψωμί του Winterbottom, όμως, ο σκηνοθέτης τον αφήνει να διεκπεραιώνει με το γνώριμο, βαρύ, αργόσυρτο και βασανιστικά ακριβές στυλ του, ένα ρόλο που είχε όλα τα φόντα να εκτοξεύσει την αξία του φιλμ και φυσικά του ίδιου του ηθοποιού, παραπέμποντας στον πρόσφατο χαρακτήρα που χάρισε χρυσό στον Javier Bardem (No Country for Old Men). Οι Alba και Hudson κάνουν ό,τι μπορούν για να ξεφύγουν από την εικόνα της χολιγουντιανής μπάρμπι, και διασώζονται θα έλεγε κανείς, όπως και μέρος του φιλμ, από τον γκασπαρικών διαστάσεων ξυλοδαρμό που υφίστανται αρκετά συχνά, μέχρι τα τελικά ξεσπάσματα ωμής βίας, που θα σας κάνουν σίγουρα να κλείσετε τα μάτια σας από το ξαφνικό σοκ. Δεν είναι, άλλωστε, και λίγο πράγμα να βλέπεις σε αληθινό χρόνο, το κουκλίστικο μουτράκι της Alba να μετατρέπεται σε σάκο του μποξ, στα χέρια ενός αρκετά έξυπνα δομημένου χαρακτήρα, που χάνει, όμως, στη μέση του φιλμ, μερικά από τα ψεγάδια της κυνικότητάς του. Άλλος πάλι θα έλεγε, ότι ο σκηνοθέτης είναι τόσο περιγραφικός στο κομμάτι της βίας του, σε σημείο να γίνεται λιγάκι γραφικός, όταν όλο το υπόλοιπο φιλμ κινείται υπό το πρίσμα μίας υποφερτής στατικότητας.

Δυστυχώς για τον Winterbottom, αυτή του η ταινία, όπως και όλες οι υπόλοιπες, αρνούνται να δοθούν στο κοινό και δε μπορείς να ξεχωρίσεις κάποια που να έχει αγαπηθεί με πάθος. Δε μπορείς να τον κατατάξεις στους μεγάλους, τους «εύγλωττους», τους ιδιαίτερους ή τους ξεχωριστούς του σινεμά και αυτό στο επιβεβαιώνει σε κάθε του ταινία. Του αξίζει, όμως, μία θέση πλάι στους ανήσυχους και φυσικά τους δοκιμασμένους δημιουργούς.

Βαθμολογία:


Κριτικός: Χάρης Καλογερόπουλος

Έκδοση Κειμένου: 14/9/2010

Η ίδια η νουβέλα του Jim Thompson αν και ξεφεύγει, όπως και άλλες του ιστορίες, από τον μέσο όρο της pulp παραφιλολογίας, αναφέρεται σε ένα ιδιαίτερο ψυχοπαθή, που ναι μεν τον περιγράφει αλλά δεν τον αναλύει, με τον τρόπο που εννοούμε την ανάλυση στην κλασική λογοτεχνία (από Ντοστογιέφσκι έως Φλωμπέρ κ.λπ.). Απλώνει το υλικό του και αφήνει τον αναγνώστη να συμπληρώσει. Κατά ένα τρόπο είναι ευκαιρία (και ευθύνη) για έναν σκηνοθέτη να αναπτύξει ελεύθερα κάποια πλευρά της υπόθεσης και του χαρακτήρα. Ο Michael Winterbottom αν και δείχνει γλαφυρά την βία, με ένα ψύχραιμο ρεαλισμό (που μπορεί να σοκάρει ή να μην σοκάρει καθόλου) επιλέγει να σταθεί στην σκιαγράφηση της ψυχοπαθολογικής κατάστασης του ήρωα. Είναι ήπιος, μαλακός στην συμπεριφορά του, δεν έχει συμφεροντολογικά κίνητρα, αλλά τον κυριεύει μια δίψα για βία και φόνο, ως να ενυπάρχει ένας άλλος εαυτός.

Αυτό όμως που διαφοροποιεί το The Killer Inside Me (και ως βιβλίο και ως ταινία – έχει μεταφερθεί στην οθόνη και το 76 σημειωτέον) από οποιαδήποτε άλλη τέτοια περίπτωση είναι το πολιτισμικό σκηνικό. Η πόλη είναι μια ασήμαντη αμερικάνικη βλαχούπολη, στηριζόμενη οικονομικά από εκμετάλλευση πετρελαίου, που την ορίζουν ένας δυο «πιασμένοι». Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο ήρωας μας, από μέση οικογένεια, παίζει πιάνο και ακούει άριες ή λίντερ… Αυτή η διάσταση ενός (όχι ακριβώς αλλά) δυνάμει διανοούμενου ή εστέτ, χρησιμοποιείται από τον Winterbottom για να υποστηρίξει (με την μουσική επένδυση και με το μελοδραματικό, θεατρικό κρεσέντο στο τέλος), μια «αστική, δραματική» εικόνα που ίσως έχει ο ίδιος ο ήρωας για τον εαυτό του, με τρόπο που να τον λυτρώνει και να τον δικαιώνει σε ένα φιλοσοφικό –αισθητικό επίπεδο. Το εγχείρημα είναι τολμηρό αλλά λειψό, ατελέσφορο. Η ιδέα υπάρχει, διαποτίζει σαν πρόθεση την όλη σκηνοθεσία, αλλά δεν περνάει ως διανοητική συγκίνηση στον θεατή, αν γίνει καν αντιληπτή από αυτόν. Ο Casey Affleck «χωράει» σωστά τον ρόλο στο βαθμό για τον οποίο ήταν αρχικά σχεδιασμένος χωρίς τις παραπάνω φιλοδοξίες του σκηνοθέτη. Βάσει σεναρίου, πείθει για την ηθική δυσπλασία του αλλά όχι για την αισθητική του εκλέπτυνση. Τέτοιες μυθοπλαστικές ιδιαιτερότητες μπορούν να αποδοθούν ευκολότερα αν υπάρχει μια αντίστιξη χιούμορ, σάτιρας ή σαρκασμού, στα οποία έξυπνα καταφεύγουν οι αδελφοί Κοέν και τα οποία στην παρούσα περίπτωση απουσιάζουν.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

16 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.