Ο Κι-Τάεκ είναι φτωχός και άνεργος. Ζει με τη γυναίκα του, τη Σουνγκ-Σουκ, και τα δύο τους παιδιά σε ένα βρώμικο και γεμάτο παράσιτα ημιυπόγειο διαμέρισμα σε υποβαθμισμένη συνοικία της Σεούλ. Όταν ο γιος του, ο Κι-Γου, πηγαίνει με φίλο του σε παρακείμενο μάρκετ για ποτά, μαθαίνει ότι ο φίλος του που φεύγει για το εξωτερικό, αφήνει πίσω του μια καλοπληρωμένη δουλειά διδασκαλίας. Αυτός επιθυμεί από τον Κι-Γου να την αναλάβει, για όσο θα λείπει. Και κάπως έτσι, ο Κι-Γου εισβάλει στην πάμπλουτη ζωή της οικογένειας Παρκ, με τη δική του οικογένεια να καιροφυλακτεί κάπου εκεί τριγύρω…

Σκηνοθεσία:

Joon-ho Bong

Κύριοι Ρόλοι:

Kang-ho Song … Kim Ki-taek

Hye-jin Jang … Kim Chung-sook

Woo-sik Choi … Kim Ki-woo

So-dam Park … Kim Ki-jung

Sun-kyun Lee … Park Dong-ik

Yeo-jeong Jo … Park Yeon-kyo

Ji-so Jung … Park Da-hye

Hyun-jun Jung … Park Da-song

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Joon-ho Bong, Jin Won Han

Παραγωγή: Joon-ho Bong, Young-Hwan Jang, Yang-kwon Moon, Kwak Sin-ae

Μουσική: Jaeil Jung

Φωτογραφία: Kyung-pyo Hong

Μοντάζ: Jinmo Yang

Σκηνικά: Ha-jun Lee

Κοστούμια: Se-yeon Choi

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Gisaengchung

Ελληνικός Τίτλος: Παράσιτα

Διεθνής Τίτλος: Parasite

Κύριες Διακρίσεις

  • Χρυσός Φοίνικας στο φεστιβάλ Κανών.
  • Καλύτερη ταινία στο φεστιβάλ του Σίδνεϊ.
  • Επίσημη πρόταση της Νότιας Κορέας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.

Παραλειπόμενα

  • Πρώτη κορεατική ταινία που κερδίζει τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες.
  • Γυρίστηκε σε κάδρο 2.35, το οποίο ο σκηνοθέτης επέλεξε επειδή ήθελε να «συλλαμβάνει» μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων (οικογένειας) μέσα στο ίδιο πλάνο.
  • Η ιδέα για την ταινία υπήρχε από το 2015, ενώ το σενάριο εντέλει γράφτηκε μέσα σε 3μιση μήνες.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Στους τίτλους τέλους ακούγεται το τραγούδι Soju One Glass, το οποίο γράφτηκε από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και τον Jaeil Jung. Στην ερμηνεία είναι ο ηθοποιός της ταινίας, Woo-sik Choi.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 25/8/2019

Είναι παρατηρημένο πλέον, και αποτελεί έναν χρυσό κανόνα του σύγχρονου κινηματογράφου. Όταν οι Κορεάτες βγάζουν ταινιάρα, σημαδεύουν τη χρονιά! Σειρά τώρα είχε ο Joon Ho Bong, που μας είχε παρουσιάσει μια καλή μεν φιλμογραφία, αλλά τίποτα δεν προετοίμαζε για αυτό το χτύπημα. Μπορεί ήδη να μας είχε μιλήσει ορθά περί της «πάλης των τάξεων», αλλά για πρώτη φορά αυτό το συνοδεύει με τόσο υψηλό σενάριο. Πάμε αυτά να τα δούμε πιο αναλυτικά…

Τα Παράσιτα είναι μια ρεαλιστικότατη καταγραφή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης ως έχει στον σύγχρονο κόσμο. Από τη μία έχουμε τους ανθρώπους που ζουν στα καταγώγια και μαστίζονται από τη φτώχια, ενώ ελάχιστα χιλιόμετρα παραπέρα ορθώνονται μοντέρνα παλάτια-σπίτια με όλες τις ανέσεις. Δεν υπάρχουν τα αρχέτυπα σύνορα μεταξύ αυτών των δύο πραγματικοτήτων, στη σημερινή κοινωνία άρχοντες και δούλοι βρίσκονται σε άμεση κι έμμεση επαφή, δίχως να χρειάζεται ενδιάμεσα ένας στρατός φρουρών. Μοιραία, η επαφή ανάμεσα στις δύο αυτές «τόσο κοντά και τόσα μακριά» τάξεις μπορεί να είναι ηλεκτροφόρα με την παραμικρή σπίθα που θα ανάψει. Αυτή είναι και η λειτουργία του νέου καπιταλισμού. Ελευθερία για όλους, ισότητα αναλόγως το πορτοφόλι…

Οι Κιμ είναι τα «παράσιτα», ενώ οι Παρκ είναι οι αριστοκράτες. Ο Joon ως προς την ταυτότητα τους επισημαίνει κάτι εξαιρετικά εύστοχο. Οι Κιμ είναι ζυμωμένοι μέσα στις δυσκολίες, κι αυτό τους έχει κάνει εξαιρετικά εύστροφους («η πενία τέχνας κατεργάζεται»). Αντίθετα, οι Παρκ είναι αφελείς, μια και όλα τους έρχονται εύκολα στη ζωή τους. Περί του χαρακτήρα τους, όλα συνοψίζονται σε μία φράση της μαμάς Κιμ: «αυτοί είναι ευγενικοί, επειδή είναι πλούσιοι». Μόνο με αυτή τη φράση αποδομείται κάθε έννοια ανωτερότητας, όπως αυτή φαιδρά εμφανίζεται μέσω της κουλτούρας που επιδεικνύει ένας πλούσιος άνθρωπος, και ταυτόχρονα υποδεικνύεται σαφέστατα ότι η φτώχια σε κάνει παρακατιανό ακόμα και στους τρόπους σου… και στη μυρωδιά σου. Δεν έχουν περάσει δα τόσα χρόνια που η ανθρωπότητα πίστευε ότι ένας αριστοκράτης ήταν ανώτερος «ελέω θεού», ενώ ακόμα και σήμερα η αποκαθήλωση αυτής της πεποίθησης δεν έχει γίνει αληθινή συνείδηση.

Προτείνει κάτι ο Joon όπως την πάλη των τάξεων; Ως προς αυτό δεν γίνεται ιδιαίτερος λόγος, αλλά μάλλον σοφά δεν αγγίζεται με σαφήνεια. Σε αυτό το σημείο ακόμα και ο Μαρξ θα έπρεπε να σηκώσει τα χέρια, μια και η ανθρώπινη φύση δεν είναι έτοιμη για απότομες αλλαγές, και είναι άγνωστο καν το πότε θα έρθει αυτή η ώρα. Εδώ ο δημιουργός απαντάει με αυτό που η ταινία του αληθινά είναι: μια απίθανη μαύρη κωμωδία.

Είναι λογικό μετά από όλη αυτή την ανάλυση να πιστέψατε ότι θα δείτε μια σινεφίλ μελέτη, που θα παρέπεμπε στους ιταλούς «εξτρεμιστές» της δεκαετίας του 1960. Μα όχι, ο Joon προτιμάει τους παλαβούς Ιταλούς της δεκαετίας του 1950. Η αδυσώπητη λοιπόν μάχη ανάμεσα σε προύχοντες και προλεταριάτο γίνεται με όρους λεπτά ξεκαρδιστικούς, και με ένα λεπτογραμμένο σενάριο που δεν πάει στιγμή χαμένη από αυτή τη «θεία κοινωνική κωμωδία». Και το κυριότερο είναι ότι το πετυχαίνει χωρίς ποτέ να καταφεύγει στον σουρεαλισμό, που έχει γίνει εδώ και χρόνια τροχοπέδη της αληθινής σάτιρας, μια και στον ρεαλισμό μπορείς να συναντήσεις ό,τι πιο «υπερρεαλιστικό» μπορεί να βάλει ο νους σου. Περιπτώσεις που βλέπουμε με σοβαρό μάτι, κρύβουν απίστευτη φάρσα μέσα τους, μια και η ίδια η δομή της κοινωνίας, ακόμα και μετά από τόσους αιώνες πολιτισμού, δεν έχει έρθει σε μια σοβαρή ευθεία…

Γελάστε, σκεφτείτε, μα κυρίως απολαύστε μία ακόμα ολοκληρωμένη σύνθεση με καταγωγή μία από τις Μητροπόλεις της σύγχρονης έβδομης τέχνης.

Βαθμολογία:

0: Κακή 🥔 | 1: Μέτρια 👎 | 2: Ενδιαφέρουσα 🆗 | 3: Καλή 👍 | 4: Πολύ Καλή ⭐ | 5: Αριστούργημα 💎

Γκαλερι φωτογραφιων

14 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.