Ένας ψυχοπαθής δολοφόνος είναι ελεύθερος και σκορπάει τον πανικό, καθώς σε κάθε πανσέληνο σκοτώνει από μια οικογένεια. Η αστυνομία και το FBI δηλώνουν αδυναμία να τον συλλάβουν, καθώς δεν έχουν στοιχεία. Έτσι στρέφονται προς τον πρώην πράκτορα του FBI Γουίλ Γκρέιαμ, που στο παρελθόν είχε συλλάβει τον Δρ Χάνιμπαλ Λέκτορ, ζητώντας τη βοήθειά του. Καθώς όμως ο Γκρέιαμ απουσιάζει από το προσκήνιο εδώ και καιρό, αποφασίζει να επισκεφθεί και πάλι τον Χάνιμπαλ στη φυλακή προκειμένου να μάθει από κοντά πώς σκέφτεται και επιλέγει τα θύματά του ένας ψυχοπαθής δολοφόνος.

Σκηνοθεσία:

Michael Mann

Κύριοι Ρόλοι:

William Petersen … πράκτορας Will Graham

Tom Noonan … Francis Dollarhyde

Dennis Farina … πράκτορας Jack Crawford

Brian Cox … Δρ Hannibal Lecktor

Kim Greist … Molly Graham

Joan Allen … Reba McClane

Stephen Lang … Freddy Lounds

Benjamin Hendrickson … Δρ Chilton

Michael Talbott … Geehan

Dan Butler … Jimmy Price

Paul Perri … Δρ Sidney Bloom

Patricia Charbonneau … Κα Sherman

Alexandra Neil … Eileen

Frankie Faison … υπαστυνόμος Fisk

Bill Smitrovich … Lloyd Bowman

Peter Maloney … Δρ Dominick Princi

Chris Elliott … Zeller

Kristin Holby … Κα Jacobi

Garcelle Beauvais … νεαρή αγοράστρια σπιτιού

Marshall Bell … αστυνομικός

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Michael Mann

Παραγωγή: Richard N. Roth

Μουσική: The Reds, Michel Rubini

Φωτογραφία: Dante Spinotti

Μοντάζ: Dov Hoenig

Σκηνικά: Mel Bourne

Κοστούμια: Colleen Atwood

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Manhunter
  • Ελληνικός Τίτλος: Ο Ανθρωποκυνηγός

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Σεναριακή Πηγή

  • ΜυθιστόρημαRed Dragon του Thomas Harris.

Παραλειπόμενα

  • Πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του μπεστ-σέλερ του 1981 του Thomas Harris (του οποίου σίκουελ είναι η Σιωπή των Αμνών), ενώ το 2002 ήταν η σειρά του Brett Ratner με το Κόκκινος Δράκος. Red Dragon ήταν και ο τίτλος του βιβλίου, που εδώ -σύμφωνα με τον σκηνοθέτη- άλλαξε μετά από εντολή του παραγωγού Dino De Laurentiis, επειδή το κοντινού τίτλου Η Χρονιά του Δράκου (Year of the Dragon του 1985 από τον Michael Cimino), που ήταν επίσης δική του παραγωγή, είχε πατώσει στα ταμεία. Σύμφωνα όμως με τον William Petersen, η αλλαγή έγινε για να μην εκληφθεί από το κοινό ως ταινία πολεμικών τεχνών (ο δράκος ήταν από τα σήματα κατατεθέν τους, λόγω Κίνας). Παράλληλα, ήταν και ο Brian Cox που θεωρούσε το Red Dragon έναν τίτλο αδιάφορο και κακόγουστο. Η λέξη “manhunter” προέκυψε μέσα από την κριτική που είχε γράψει ο Stephen King για το βιβλίο το 1981, και εκείνη η κριτική είχε βοηθήσει ιδιαίτερα στην επιτυχία του έργου του Harris.
  • Ο David Lynch ήταν ο πρώτος υποψήφιος για τη σκηνοθεσία, μια και βρίσκονταν σε συμβόλαιο με τον De Laurentiis μετά το Ντιούν, αλλά όταν διάβασε το κείμενο το βρήκε βίαιο και υπερβολικά έκφυλο.
  • Για να προετοιμαστεί για τον ρόλο του, ο William Petersen βρέθηκε στο πλάι του τμήματος βίαιων εγκλημάτων της αστυνομίας του Σικάγο, συζητώντας με αστυνομικούς και μελετώντας υποθέσεις που διαχειρίζονταν. Ιδιαίτερα τον απασχόλησε η υπόθεση του σίριαλ-κίλερ Richard Ramirez, και οι επιπτώσεις που είχε ψυχολογικά αυτή στα όργανα που εργάστηκαν πάνω στη σύλληψη του. Αλλά και ο Michael Mann, στα τρία χρόνια που χρειάστηκε για να γράψει το σενάριο, ήρθε σε στενή επαφή με ανθρώπους του FBI. Παράλληλα, ο Mann θα επικεντρωθεί στην ιστορία ενός άλλου δολοφόνου, του Dennis Wayne Wallace, που είχε εμμονή με μια γυναίκα που σχεδόν δεν τον γνώριζε αλλά θεωρούσε ακόμα και ότι το ψυχεδελικό τραγούδι In-A-Gadda-Da-Vida των Iron Butterfly ήταν το τραγούδι τους. Αυτό ενέπνευσε τον Mann να συμπεριλάβει το κομμάτι αυτό στο σάουντρακ.
  • Υποψήφιοι για να ενσαρκώσουν τον Δρ Χάνιμπαλ Λέκτερ ήταν οι John Lithgow, Mandy Patinkin, William Friedkin και Brian Dennehy. Η τελική επιλογή του Brian Cox προέκυψε μετά από πρόταση του Dennehy προς τον σκηνοθέτη. Ο σκωτσέζος ηθοποιός θα βασίσει την ερμηνεία του σε έναν συμπατριώτη του σίριαλ-κίλερ, τον Peter Manuel, που δεν έδειχνε να αντιλαμβάνεται το τι θα πει καλό ή κακό.
  • Για τον ρόλο του Γουίλ Γκρέιαμ, ο De Laurentiis είχε προτείνει τους Richard Gere, Mel Gibson και Paul Newman, αλλά ο Mann είχε ήδη εντοπίσει τον William Petersen μέσα από την εμφάνιση του στο Ο Άνθρωπος από το Λος Άντζελες (1985).
  • Σύμφωνα με τον Petersen, η σκηνή στο αεροπλάνο όπου ο Γκρέιαμ αποκοιμιέται δημιουργήθηκε κρυφά από τους συντελεστές, μια και ο Mann αδυνατούσε να πάρει άδεια για γύρισμα εντός πτήσης. Έτσι, μπήκαν σε μια εμπορική πτήση από Σικάγο σε Φλόριντα, έβγαλαν από βαλίτσα τα απαραίτητα υλικά, και δώρισαν στους συνεπιβάτες και το προσωπικό μπλουζάκια της ταινίας ώστε να συμμετέχουν στη σκηνή δίχως διαμαρτυρίες.
  • Ο διευθυντής φωτογραφίας Dante Spinotti χρησιμοποίησε ισχυρά φίλτρα για παραμόρφωση χρωμάτων στις κάμερες του, με το “ρομαντικό μπλε” να αφορά τον Γκρέιαμ και τη σύζυγο του, και μια μίξη με πράσινο και μωβ να επικρατεί στις θριλερικές σκηνές. Αυτό ο Mann το ήθελε για να βάλει τον θεατή και συναισθηματικά μέσα στο φιλμ. Ειδικά για τη σκηνή της κλιμάκωσης της πλοκής, η ίδια σκηνή καλύπτονταν από κάμερες με διαφορετικά καρέ ανά δευτερόλεπτο, με τον Spinotti να αποκαλεί αυτή την τεχνική ως “off-tempo” (εκτός ρυθμού) και “staccato” (σπαστή).
  • Κατά τα γυρίσματα, κανένας από όσους ερμήνευαν τα θύματα του χαρακτήρα του Tom Noonan δεν επιτρέπονταν να έρχονται σε επαφή με τον ηθοποιό, αλλά και όσοι το έπρατταν του απευθύνονταν με το όνομα του χαρακτήρα του. Τον Petersen τον γνώρισε ουσιαστικά όταν πετάχτηκε ως Γκρέιαμ από το παράθυρο κατά το γύρισμα της εν λόγω σκηνής.
  • Τα οπτικά εφέ ξεπερνούσαν ακόμα και την έννοια των πρακτικών εκείνης της εποχής, με το επιτελείο να ρίχνει κέτσαπ στο πλατό κατά το γύρισμα σκηνής, ενώ σε άλλη, για να αναπαραχθεί ο ήχος της σφαίρας, έσπαζαν γυάλινα δοχεία σε τοίχους.
  • Στο μοντάζ, ο σκηνοθέτης και ο Dante Spinotti αποφάσισαν να κοπούν οι σκηνές που αφορούσαν τον Φράνσις Ντόλαρχαϊντ γυμνό με ένα περίτεχνο τατουάζ στο στήθος, αφού τους φαινόταν εκτός τόπου και ότι υποβάθμιζε την αγωνία που αντιμετώπιζε ο χαρακτήρας. Έτσι γυρίστηκαν κάποια πλάνα νέα για να καλυφθούν αυτά τα σημεία, στα οποία όμως δεν υπήρχε διαθέσιμος ο -σωστός- φωτισμός που υπήρχε στα κεντρικά γυρίσματα.
  • Ο William Petersen θα δηλώσει αργότερα πως του πήρε πολύς χρόνος για να “απαλλαγεί” από τον χαρακτήρα που υποδύθηκε εδώ. Αφού ξύρισε τα γένια του και έβαψε τα μαλλιά του ξανθά, μπόρεσε πάλι να δει κάποιον άλλον στον καθρέφτη και σιγά-σιγά να συνέλθει. Αρχικά μάλιστα πίστευε ότι έφταιγε απλά η ένταση των γυρισμάτων, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησε ότι είχε ενσωματωθεί ύπουλα μέσα του ο Γκρέιαμ.
  • Οι κριτικοί της εποχής είχαν ανάμεικτα συναισθήματα για το φιλμ, με τους περισσότερους να μιλούν για ένα “υπερβολικά κομψό-στιλιστικό” αποτέλεσμα. Αλλά και τα ταμεία απέδωσαν μόνο 8,6 εκατομμύρια, ενώ το μπάτζετ ήταν στα 15. Με την πάροδο όμως των ετών, οι κριτικοί επανεκτίμησαν με θετικό πρόσημο το φιλμ, που πλέον χαρακτηρίζεται ως cult.
  • Σε μια περιορισμένη κυκλοφορία σε DVD το 2000 εμφανίστηκε ως δεύτερος δίσκος το Director’s Cut, και το 2003 θα κυκλοφορήσει το επίσημο πλέον Restored Director’s Cut, δημιουργημένο υπό την επίβλεψη του Mann.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το γκρουπ των The Reds είχε υποβάλει δουλειά του με την ελπίδα πως θα χρησιμοποιηθεί στη σειρά Miami Vice. Από τα 28 λεπτά σάουντρακ που κατέθεσαν, κάποια θα αντικατασταθούν από μουσική των Shriekback και του Michel Rubini.

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου: 11/6/2026

Ο «Ανθρωποκυνηγός» είναι αναμφίβολα μία από τις πιο άβολες ταινίες για κατά συρροή δολοφόνους. Ίσως η καλύτερη. Ο Μάικλ Μαν ρίχνεται με ένταση και ταλέντο στα ιλιγγιώδη βάθη του high-tech θρίλερ. Η ταινία αυτή είναι κάτι παραπάνω από ένα αισθητικό μανιφέστο. Είναι μια συναρπαστική «παραδοξότητα». Ένα «απαγορευμένο σήμα».

Ένα τηλεφώνημα αλλάζει τα πάντα. Ο πράκτορας του FBI Τζακ Κρόφορντ αναζητά βοήθεια. Βρίσκει τον Γουίλ Γκρέιαμ στη Φλόριντα. Ο Γκρέιαμ έχει αποσυρθεί. Ζει ήρεμα με τη σύζυγό του, Μόλι, και τον γιο τους, Κέβιν. Η ηρεμία τους όμως τελειώνει απότομα. Ένας κατά συρροή δολοφόνος σκορπά τον τρόμο. Το προσωνύμιό του είναι «Νεράιδα των Δοντιών». Ο Κρόφορντ ζητά από τον πρώην προστατευόμενό του να επιστρέψει. Η αποστολή είναι ξεκάθαρη: η σύλληψη του μανιακού.

Ο Γκρέιαμ δέχεται την πρόκληση. Θέλει να κατανοήσει τα κίνητρα του δράστη. Χρειάζεται μια βαθιά βουτιά στο σκοτάδι. Αποφασίζει να απευθυνθεί σε έναν άλλο μανιακό. Αυτός είναι ο δρ. Χάνιμπαλ Λέκτορ. Ο Γκρέιαμ τον είχε εντοπίσει και συλλάβει παλαιότερα. Τώρα, ο Λέκτορ βρίσκεται πίσω από τα κάγκελα. Το μυαλό του όμως παραμένει επικίνδυνο αλλά εξαιρετικά κοφτερό. Η έρευνα ξεκινά με ένταση. Στο παιχνίδι μπαίνουν και άλλα πρόσωπα. Η τυφλή Ρίμπα ΜακΚλέιν. Ο δημοσιογράφος Φρέντι Λάουντς. Ο δρ. Φρέντερικ Τσίλτον. Η κυρία Σέρμαν. Όλοι τους αποτελούν κομμάτια ενός παζλ. Ενός παζλ που γίνεται όλο και πιο αιματηρό.

Η ταινία βασίζεται στο μυθιστόρημα «Κόκκινος Δράκος» του Τόμας Χάρις. Ο παραγωγός Ντίνο Ντε Λαουρέντις άλλαξε τον τίτλο. Φοβήθηκε τη σύνδεση με ταινίες πολεμικών τεχνών. Η απόφαση αυτή κόστισε σε εισιτήρια. Η ταινία είχε μέτριες εμπορικές επιδόσεις στην εποχή της. Απέκτησε όμως αργότερα καλτ καθεστώς. Δίκαια.

Ο ρυθμός είναι καταιγιστικός. Οι εικόνες είναι ψυχρές, γεμάτες νέον. Το στιλ κυριαρχεί σε κάθε πλάνο. Ο Μαν χρησιμοποιεί την εμπειρία του από την τηλεόραση. Φέρνει τον ηθοποιό Ντένις Φαρίνα από τη σειρά «Crime Story». Η αυθεντικότητα είναι το κλειδί. Ο Γουίλιαμ Πίτερσεν εκπαιδεύτηκε στο FBI. Ο Μαν μελέτησε αληθινούς φυλακισμένους μανιακούς. Το αποτέλεσμα έχει σχεδόν ντοκιμαντερίστικο χαρακτήρα.

Το πρώτο μέρος εστιάζει στην καθαρή έρευνα. Ο θεατής δεν γνωρίζει την ταυτότητα του δολοφόνου. Ο Γκρέιαμ και ο Κρόφορντ παλεύουν με τα στοιχεία. Καταβάλλουν τεράστια πνευματική προσπάθεια. Ανασυνθέτουν τα εγκλήματα σταδιακά. Ψάχνουν μια λεπτομέρεια, ένα λάθος.

Σύντομα, η ταινία αλλάζει επίπεδο. Δεν είναι απλώς μια αστυνομική καταδίωξη. Μετατρέπεται σε μια βασανιστική εσωτερική διερεύνηση. Ο Γκρέιαμ βυθίζεται στην ψυχολογία του κτήνους. Αρχίζει να σκέφτεται όπως ο δολοφόνος. Ο Λέκτορ τού θυμίζει την κρυφή τους ομοιότητα. Ο Λέκτορ παίζει μαζί του πνευματικά παιχνίδια. Πού σταματά η λογική; Πού ξεκινά η τρέλα; Το όριο είναι εξαιρετικά λεπτό.

Ο Γκρέιαμ ρισκάρει την ίδια του την ψυχή. Προσπαθεί να κατανοήσει τη λογική των φόνων. Η απειλή είναι εσωτερική. Ο κίνδυνος είναι να γίνει ο ίδιος τέρας. Εδώ εμφανίζεται η ιδέα του Φρίντριχ Νίτσε. Πολεμάς το τέρας και μεταμορφώνεσαι σε αυτό. Η σωματική και ψυχική αντοχή του ήρωα δοκιμάζεται στα άκρα. Ο Χάνιμπαλ καθοδηγεί τις εξελίξεις υπόγεια. Δεν δεσμεύεται από κανέναν ηθικό φραγμό.

Το έργο ξεκινά ως ένα απλό ανθρωποκυνηγητό. Ή μήπως είναι δύο οι κυνηγοί; Δάσκαλος και μαθητής; Ένας κυνηγός και το υπάκουο όργανό του; Στο τέλος, η ιστορία μεταμορφώνεται. Αποκτά μια βαθιά συμβολική διάσταση. Γίνεται μια μάχη βιβλική, σχεδόν αποκαλυπτική. Είναι μια σύγκρουση χωρίς έλεος. Το αποτέλεσμα είναι αντάξιο της ιδιοφυΐας του Γουίλιαμ Μπλέικ. Ο Μαν δεν χρειάστηκε επίμονες αναφορές στους πίνακες του μεγάλου καλλιτέχνη. Δεν υπερτόνισε τον «Μεγάλο Κόκκινο Δράκο». Αυτό το έκανε αργότερα, στη δική του αδύναμη εκδοχή, ο Μπρετ Ράτνερ. Η συστηματική αναζήτηση της αισθητικοποίησης οδηγεί στο στυλιζάρισμα κάθε πλάνου. Ακόμα και μια συνομιλία σε ένα σούπερ μάρκετ μεταμορφώνεται. Η κουβέντα ανάμεσα στον πατέρα και τον γιο γίνεται υπερρεαλιστικό έργο τέχνης. Ο Μαν είναι ένας τελειομανής τεχνίτης. Είναι βαθύς γνώστης της ζωγραφικής, της φωτογραφίας και της αρχιτεκτονικής. Η καλλιτεχνική του παιδεία συνδυάζεται με μια διαρκή περιέργεια. Δοκιμάζει νέες τεχνολογίες. Αυτό του επιτρέπει να δημιουργεί εντυπωσιακές σκηνές δράσης. Μοναδικές νυχτερινές ατμόσφαιρες.

Ο «Ανθρωποκυνηγός» παραμένει ένα αριστούργημα. Ένα κομψό, παγωμένο, ψυχολογικό θρίλερ. Η ταινία στέκεται αυτόνομα, δυνατή και επιβλητική. Αντέχει στον χρόνο. Ο Μάικλ Μαν παρέδωσε ένα μάθημα κινηματογράφου. Κινηματογράφησε τον τρόμο της ενσυναίσθησης με την ενσυναίσθηση του τρόμου.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Γκαλερι φωτογραφιων

34 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *