
Ένας ηλικιωμένος ζωγράφος κατακλύζεται από ένα μυστικό που τον βασανίζει: την εγκατάλειψη πριν από δέκα χρόνια ενός μεγάλου πίνακα που έμελλε να γίνει το αριστούργημά του και για τον οποίο η σύζυγός του ήταν το μοντέλο. Η άφιξη ενός νεαρού ζευγαριού στην επαρχιακή ιδιοκτησία του στη Νότια Γαλλία θα του επιτρέψει να συνεχίσει αυτό το έργο, και η νεαρή γυναίκα είναι αυτή τη φορά που θα χρησιμεύσει ως μοντέλο του. Κατά τη διάρκεια των πέντε ημερών που η νεαρή ποζάρει, θα αυξηθούν οι εντάσεις μεταξύ όσων βρίσκονται εκεί.
Σκηνοθεσία:
Jacques Rivette
Κύριοι Ρόλοι:
Michel Piccoli … Edouard Frenhofer
Emmanuelle Beart … Marianne
Jane Birkin … Liz Frenhofer
David Bursztein … Nicolas Wartel
Marianne Denicourt … Julienne Wartel
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Jacques Rivette, Christine Laurent, Pascal Bonitzer
Παραγωγή: Martine Marignac
Φωτογραφία: William Lubtchansky
Μοντάζ: Nicole Lubtchansky
Σκηνικά: Emmanuel de Chauvigny
Κοστούμια: Laurence Struz
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: La Belle Noiseuse
- Ελληνικός Τίτλος: Η Ωραία Καβγατζού
- Διεθνής Εναλλακτικός Τίτλος: The Beautiful Troublemaker
Σεναριακή Πηγή
- Νουβέλα: Le Chef-d’Oeuvre Inconnu του Honore de Balzac.
Κύριες Διακρίσεις
- Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Καννών. Μέγα βραβείο επιτροπής και βραβείο οικουμενικής επιτροπής.
- Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, πρώτο αντρικό ρόλο (Michel Piccoli), πρώτο γυναικείο ρόλο (Emmanuelle Beart) και δεύτερο γυναικείο ρόλο (Jane Birkin) στα Cesar.
Παραλειπόμενα
- Ελεύθερα μόνο βασισμένο στην κλασική νουβέλα του Honore de Balzac από το 1831.
- Ο Jacques Rivette δεν χρησιμοποίησε κάποιο σενάριο, παίρνοντας τα πράγματα μέρα προς ημέρα. Το γύρισμα κάθε ημέρας ήταν απλά η λογική συνέχεια όσων είχαν γυριστεί την προηγούμενη.
- Το χέρι του ζωγράφου Bernard Dufour είναι που αντικαθιστά αυτό του Michel Piccoli στις επιμέρους σκηνές ζωγραφικής/σχεδιασμού. Αυτός είναι και ο αληθινός δημιουργός του γυναικείου πορτρέτου που βλέπουμε επί της ταινίας.
- Περίπου το 75% του φιλμ εμπεριέχει μακρόσυρτες σκηνές με την παρουσία της γυμνής Emmanuelle Beart. Για την ηθοποιό όμως το γυμνό ποζάρισμα δεν περιορίστηκε μόνο εδώ, μια και πόζαρε ιδιωτικά στον Bernard Dufour ώστε να ζωγραφίσει το πορτρέτο.
- Αντίθετα με τον ισχυρισμό επί της πλοκής της Marianne ότι η λέξη noiseuse χρησιμοποιείται στο Κεμπέκ, αυτό δεν στέκει. Η πιο κοντινή αλλά ανεπίσημη ερμηνεία σε αυτό παραπέμπει στη λέξη niaiseuse που μεταφράζεται ως “ηλίθια”, και ανήκει στους τοπικούς όρους της καναδικής επαρχίας.
- Ο Jacques Rivette δημιούργησε και μια μικρότερη εκδοχή 125 λεπτών με υπότιτλο Divertimento. Για αυτή χρησιμοποίησε πλάνα που είχαν μείνει εκτός, ενώ άλλαξε τη σειρά των σκηνών. Κάποιες χώρες επέλεξαν να προβάλλουν αυτή τη συντομότερη εκδοχή στις αίθουσες.
- Για τον Akira Kurosawa αυτή ήταν μία από τις πιο αγαπημένες του ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ.
Μουσικά Παραλειπόμενα
- Η μουσική του Igor Stravinsky κατακλύζει το σάουντρακ.
Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης
Έκδοση Κειμένου: 6/9/2025
Ο Jacques Rivette, ένας από τους λιγότερο γνωστούς αλλά πιο πειραματικούς σκηνοθέτες της γαλλικής Nouvelle Vague, δημιούργησε μια κινηματογραφία που υπερβαίνει τα όρια του εμπορικού σινεμά. Εστίασε στην ουσία της πραγματικότητας και της φαντασίας. Γεννημένος το 1928 στη Ρουέν, σπούδασε στη Σορβόνη και ξεκίνησε ως κριτικός κινηματογράφου. Το ντεμπούτο του με το μικρού μήκους «Le Coup du berger» (1956) και η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, «Paris nous appartient» (1958–1959), άφησαν σημαντικό αποτύπωμα στους συνομήλικούς του.
Ταινίες του όπως το «La Religieuse» (1966) και το «L’Amour fou» (1969) έφεραν επανάσταση στη μορφή και τη θεματολογία του σινεμά, συνδέοντας τη ζωή με την τέχνη. Έργα όπως το 12ωρο «Out 1» (1971) ξεπέρασαν τα παραδοσιακά χρονικά όρια, συνδυάζοντας τη μυθοπλασία με το ντοκιμαντέρ, με επιρροές από την αρχαία ελληνική τραγωδία. Μετά από τα πειραματικά του έργα, οι ταινίες του έγιναν πιο προσιτές στο κοινό, όπως το «Céline et Julie vont en bateau» (1974), αλλά η προσήλωσή του στη διερεύνηση της πραγματικότητας και της σχέσης τέχνης και ζωής παρέμεινε σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του, μέχρι τα μεταγενέστερα έργα του όπως το «La Belle Noiseuse» (1991), το δίπτυχό του για την Jeanne d’Arc, «Jeanne la Pucelle» (1994), και το «Histoire de Marie et Julien» (2003).
Η βραβευμένη στις Κάννες ταινία «La Belle Noiseuse» θεωρείται η κορυφαία στιγμή της κινηματογραφικής καριέρας του Rivette, καθώς αναδεικνύει με αριστοτεχνικό τρόπο τη διαδικασία της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Η ταινία παρακολουθεί τον ηλικιωμένο ζωγράφο Édouard Frenhofer (Michel Piccoli), ο οποίος, μετά από δέκα χρόνια αδράνειας, αναβιώνει την έμπνευσή του όταν γνωρίζει τη Marianne (Emmanuelle Béart), νεαρή μούσα και σύντροφο του Nicolas (David Bursztein). Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από την ολοκλήρωση του αριστουργήματός του, «La Belle Noiseuse», με τη Marianne ως μοντέλο. Στο παρασκήνιο, η σύζυγος του Frenhofer, Liz (Jane Birkin), προσθέτει συναισθηματική και ψυχολογική πολυπλοκότητα.
Η ταινία αντλεί έμπνευση από το διήγημα του Honoré de Balzac «Le Chef-d’œuvre inconnu» και εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη με βάθος. Η διαδικασία της δημιουργίας παρουσιάζεται ως αργή, επίπονη και βαθιά σωματική: ο Frenhofer σχεδιάζει και ζωγραφίζει τη Marianne με μεγάλη ακρίβεια, χρησιμοποιώντας πένες, κάρβουνο και λάδια, ενώ η κάμερα παραμένει σταθερή για μεγάλα διαστήματα, παρακολουθώντας κάθε κίνηση. Οι σκηνές αυτές, αν και φαινομενικά αργές, είναι καθοριστικές για την αφήγηση, καθώς μεταφέρουν στον θεατή το πάθος, την ένταση και την ψυχολογική αλληλεπίδραση μεταξύ καλλιτέχνη και μούσας. Η σταδιακή μεταμόρφωση της Marianne, από απρόθυμο μοντέλο σε ενεργό συνεργάτη, τονίζει τη συμβιωτική φύση της σχέσης τους.
Ο ήχος παίζει κεντρικό ρόλο στην ταινία, με τον Rivette να αποφεύγει τη μουσική υπόκρουση και να ενισχύει τους φυσικούς ήχους του χώρου, όπως το τρίξιμο των εργαλείων του ζωγράφου. Αυτή η επιλογή προσδίδει μια αίσθηση πραγματικότητας και έντασης. Το mise-en-scène υπογραμμίζει την ατμόσφαιρα του ατελιέ, μετατρέποντας τον χώρο σε πεδίο πειραματισμού και ψυχολογικής μάχης.
Η σχέση ανάμεσα στον Frenhofer και τη Marianne δεν είναι απλώς αισθησιακή ή εξουσιαστική · είναι μια διαδικασία δοκιμής και αμοιβαίας εμπιστοσύνης που φέρνει στην επιφάνεια την έννοια της «αλήθειας» στην τέχνη. Η Liz παρακολουθεί διακριτικά αλλά επηρεάζει τη δυναμική, προειδοποιώντας τη Marianne για τα όρια της εμπλοκής της. Ο Nicolas προσθέτει επιπλέον ένταση, καθώς η απόφασή του να προτείνει τη Marianne ως μοντέλο προκαλεί συναισθηματικές συγκρούσεις και αναδεικνύει τις κοινωνικές και προσωπικές συνέπειες της δημιουργικότητας.
Το «La Belle Noiseuse» είναι επίσης ένα επίτευγμα στη διαχείριση της διάρκειας και του ρυθμού. Ο Rivette αξιοποιεί τις τέσσερις ώρες της ταινίας για να αναδείξει την αργή και επίπονη φύση της καλλιτεχνικής διαδικασίας, καθιστώντας τον χρόνο μέρος της αφήγησης. Το αποτέλεσμα είναι μια βαθιά βιωματική εμπειρία που υπογραμμίζει τη σύνδεση ανάμεσα στην έμπνευση, την τεχνική και την ψυχολογική ένταση της δημιουργίας.
Τελικά, η ταινία λειτουργεί ως φιλοσοφική και αισθητική μελέτη της τέχνης και της ανθρώπινης σχέσης με αυτήν. Αναδεικνύει τον Rivette ως έναν σκηνοθέτη που εξερευνά την ουσία της καλλιτεχνικής δημιουργίας και την αλληλεπίδραση ανάμεσα σε δημιουργό και μοντέλο, ανάμεσα στην έμπνευση και την αλήθεια. Το «La Belle Noiseuse» δεν είναι μόνο μια κινηματογραφική αναπαράσταση της διαδικασίας της ζωγραφικής, αλλά και μια βαθιά, ανθρώπινη μελέτη των συναισθημάτων, των επιθυμιών και της ψυχολογικής πολυπλοκότητας που συνοδεύει κάθε αυθεντική δημιουργία. Με αυτόν τον τρόπο, η ταινία συγκεντρώνει το πνεύμα του Jacques Rivette και τη φιλοσοφία της Nouvelle Vague: την αναζήτηση νέων τρόπων έκφρασης, την υπερβατική δύναμη της τέχνης και τον αέναο διάλογο ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Κριτικός: 

