Η Τζάσμιν, πρώην σύζυγος χρηματιστή από το Μανχάταν, του Χαλ, μετακομίζει μετά από νευρική κρίση, με την ελπίδα αυτό να είναι μόνιμο, στο Σαν Φρανσίσκο για να μείνει στην αδελφή της, Τζίντζερ. Η στάση της απέναντι στη ζωή είναι υπεροπτική κι αυτό είναι κάτι που η Τζίντζερ απλά ανέχεται, αφού σέβεται τη σχέση που έχει με την αδελφή της. Η Τζάσμιν πιάνει δουλειά ως ρεσεψιονίστρια οδοντογιατρού, ενώ παρακολουθεί και μαθήματα κομπιούτερ. Πάντα επικριτική, δεν αντέχει τον Τσίλι, τον φίλο της αδελφής της. Κι αυτό ενώ μάλλον ξεχνάει πως ήταν εν μέρει υπεύθυνη για τη διάλυση του γάμου της Τζίντζερ, ενθαρρύνοντας τους να επενδύσουν σε μία από τις χρηματιστικές απάτες του Χαλ.

Σκηνοθεσία:

Woody Allen

Κύριοι Ρόλοι:

Cate Blanchett … Jeanette ‘Jasmine’ Francis

Sally Hawkins … Ginger

Alec Baldwin … Hal Francis

Peter Sarsgaard … Dwight Westlake

Louis C.K. … Al Munsinger

Andrew Dice Clay … Augie

Bobby Cannavale … Chili

Michael Stuhlbarg … Δρ Flicker

Alden Ehrenreich … Danny Francis

Tammy Blanchard … Jane

Max Casella … Eddie

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Woody Allen

Παραγωγή: Letty Aronson, Stephen Tenenbaum, Edward Walson

Φωτογραφία: Javier Aguirresarobe

Μοντάζ: Alisa Lepselter

Σκηνικά: Santo Loquasto

Κοστούμια: Suzy Benzinger

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Blue Jasmine

Ελληνικός Τίτλος: Θλιμμένη Τζάσμιν

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου (Cate Blanchett). Υποψήφιο για δεύτερο γυναικείο ρόλο (Sally Hawkins) και αυθεντικό σενάριο.
  • Χρυσή Σφαίρα πρώτου γυναικείου ρόλου (Cate Blanchett) σε δράμα. Υποψήφιο για δεύτερο γυναικείο ρόλο (Sally Hawkins).
  • Βραβείο Bafta πρώτου γυναικείου ρόλου (Cate Blanchett). Υποψήφιο για δεύτερο γυναικείο ρόλο (Sally Hawkins).

Παραλειπόμενα

  • Ο Bradley Cooper αποχώρησε λόγω του προγράμματος του.
  • Η ενδυμασία της Τζάσμιν θεωρήθηκε πολύ σημαντική για τον σκηνοθέτη. Αλλά το μπάτζετ του φιλμ δεν ήταν αρκετό για κάτι ακριβό. Έτσι, η σχεδιάστρια Suzy Benzinger χρησιμοποίησε διασυνδέσεις σε οίκους μόδας δικές της και του Woody Allen, ώστε να δανειστούν κάποια ακριβά κομμάτια για την παραγωγή. Ανάμεσα σε αυτούς που ανταποκρίθηκαν ήταν οι Fendi, Chanel, Hermes, Oscar de la Renta και Carolina Herrera, ενώ η ίδια η Blanchett χρησιμοποίησε υλικό από τον Louis Vuitton, κι ενώ αυτός αρχικά είχε αρνηθεί στην Benzinger.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Χάρης Καλογερόπουλος

Έκδοση Κειμένου: 26/8/2013

Μετά την υπερπολυτελή ζωή, η Τζάσμιν, κατεστραμμένη από έναν γάμο με επιχειρηματία-απατεώνα που τελικά αυτοκτόνησε στη φυλακή, μη έχοντας πού την κεφαλήν κλίναι, επιστρέφει στην ταπεινή, απλή αδελφή της, Τζίντζερ, που κι αυτή έχασε, αφού με τον πρώην άντρα της επένδυσαν τα λεφτά τους στον γαμπρό της.

Η Τζάσμιν, σχεδόν αλκοολική και διαρκώς χαπακωμένη, αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να κρατήσει το στάτους της, ενώ επικρίνει τις λαϊκές ερωτικές επιλογές της Τζίντζερ. Κάποια στιγμή σε ένα πάρτι, θα γνωρίσει έναν διπλωμάτη και αποκρύπτοντας την ιστορία της θα παίξει ένα τελευταίο χαρτί.

Αν και στα credit δεν υπάρχει καμία αναφορά (είναι λίγο περίεργος μερικές φορές ο Γούντι…), πρόκειται για μεταφορά στο σήμερα του «Λεωφορείο ο Πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς που είχε μεταφέρει στο σινεμά ο Καζάν το 1951, δημιουργώντας μια μυθική ταινία-τομή στον δραματικό ρεαλισμό για την εποχή του, με συγκλονιστικές ερμηνείες από όλους, με εξέχοντες το πρωταγωνιστικό ντουέτο των Μάρλον Μπράντο και Βίβιαν Λι. Ή ίδια η Κέιτ Μπλάνσετ που πρωταγωνιστεί εδώ, έχει παίξει τον ρόλο της Μπλάνς ντι Μπουά στο Μπρόντγουεϊ. Αυτό το στόρι δεν γίνεται να υλοποιηθεί δραματουργικά αν δεν έχεις μια μεγάλη ηθοποιό και ο Γούντι Άλεν έπραξε σοφά επιλέγοντάς την. Το σενάριό του μεταφέρει με παραλλαγές την ιστορία στη σημερινή εποχή της ύφεσης και της λαμογιάς. Ο παλιός δραματικός τόνος έχει πολύ σωστά αφαιρεθεί, γιατί θα ήταν αταίριαστος και μπολιάζοντας τον με το ανάλαφρο διαλογικό του ύφος στα όρια της κωμωδίας ή παρωδίας, δημιουργεί κάτι που είναι μεν Γούντι Άλεν αλλά μου έφερε στο νου και αγγλικό ρεαλισμό, ιδιαίτερα το «Μια Χρονιά Ακόμα» του Μάικ Λι. Αφηγηματικά, ο Άλεν υιοθετεί τα φλας-μπακ που δημιουργούν ανάσες στην ένταση και τον βοηθούν να αντέξει ένα δραματικό φορτίο που ξέρει ότι είναι κάπως παραπάνω από τα κυβικά του και, πάνω απ’ όλα, αφήνει την Μπλάνσετ να κάνει την ερμηνεία της καριέρας της. Η Τζάσμιν της είναι ευάλωτη και ταυτόχρονα σκληρή, τραγικά εγκλωβισμένη στο εγώ της και συνυπεύθυνη για τις δυστυχίες που συσσωρεύονται γύρω της. Είναι όμως μια μεγάλη «ηρωίδα», γιατί το πληρώνει ακριβά.

Πολύ καλή και η επιλογή της Σάλι Χόκινς (Τυχερή κι Ευτυχισμένη) ως λαϊκής κοπέλας, καλοπροαίρετης, αλλά και πρακτικής και συμφεροντολόγας μέσα σε λογικά πλαίσια. Εδώ, ο ρόλος του φίλου της δεν είναι δραματουργικά σημαντικός όπως του Κοβάλσκι στην αυθεντική ιστορία. Όλο το φιλμ ακουμπά στην Τζάσμιν.

Αν σκεφτούμε ότι η προηγούμενη σημαντική του ταινία ήταν το «Match Point» που κι αυτό εμπνεόταν (όχι ως συγκεκριμένο στόρι, αλλά ως γενική ιδέα) από το «Μια Θέση στον Ήλιο» πάλι του 1951, του Τζορτζ Στίβενς (Ελίζαμπεθ Τέιλορ, Μοντγκόμερι Κλιφτ), θα λέγαμε ότι ο Άλεν χρειάζεται πλέον γερά πρότυπα για να κάνει δυνατά φιλμ.

Βαθμολογία:


Κριτικός: Σπύρος Δούκας

Έκδοση Κειμένου: 26/8/2013

Παρελθόν… Αναπόφευκτα βρίσκεται πάντα πριν το παρόν και αναπόφευκτα μας κυνηγάει…

Ο Γούντι Άλεν, ύστερα από το ευρηματικό σεναριακά (αλλά μέχρι εκεί, θα έλεγα) Μεσάνυχτα στο Παρίσι, στήνει ένα εξαιρετικό δράμα χαρακτήρων με θέμα μια πρώην πλούσια, νυν καταχρεωμένη, ναρκισσίστρια κοσμική κυρία (Κέιτ Μπλάνσετ) που, ύστερα από τη φυλάκιση και αυτοκτονία του συζύγου της (Άλεκ Μπόλντουιν), επιστρέφει στο Σαν Φρανσίσκο, σε μια προσπάθεια να ενισχύσει το δεσμό με την αδερφή της, ώστε να ξεχάσει τις δυσκολίες που πέρασε και να ξεκινήσει από την αρχή.

“Blue Moon” λεγόταν το τραγούδι που έπαιζε όταν γνωρίστηκε με τον πρώην άντρα της, Hal (μάλλον πρόκειται για σύμπτωση, αλλά ο χαρακτήρας του όντως θυμίζει μια ανθρώπινη μορφή του γνωστού υπολογιστή HAL από την «Οδύσσεια του Διαστήματος», ως κάτι που ενώ φαντάζει ευεργετικό και χρήσιμο, τελικά αλλοιώνει και καταστρέφει την ανθρώπινη ζωή) και “Blue Jasmine” είναι, πολύ εύστοχα, ο τίτλος της ταινίας, που υποδηλώνει την αδυναμία της να ξεφύγει από τη σκιά του παρελθόντος, το οποίο και αναπαριστά εκείνος.

«Τζανέτ» ήταν το αρχικό της όνομα, αλλά η ίδια το άλλαξε σε «Τζάσμιν», καθώς δεν απέπνεε την αύρα που επιθυμούσε… Αυτό είναι ένα μόνο δείγμα της αλλοιωμένης πραγματικότητας που βιώνει και των απεγνωσμένων, μα μάταιων προσπαθειών της να γίνει ένας άλλος άνθρωπος. Η πλαστότητα, η ψευτιά και ο ναρκισσισμός της, στοιχεία που ο χαρακτήρας της απέκτησε από τη μέθη του πλούτου, είναι αυτά που συνδέουν το παρελθόν της με το παρόν, την καθιστούν μονίμως εγκλωβισμένη στον εαυτό της και τελικά την αποτρέπουν από την επίτευξη του στόχου της, που είναι ο απεγκλωβισμός της.

Ο Γούντι, για να τονίσει τη σημασία και τη βαρύτητα του παρελθόντος μέσα στο έργο του, αξιοποιεί στο έπακρο τη δυνατότητα της αναδρομικής αφήγησης, η οποία λειτουργεί εξαιρετικά και ως μέσο ανάπτυξης των βασικών χαρακτήρων. Η ταινία διαδραματίζεται στο παρόν και κάθε αναδρομή στο παρελθόν γίνεται προσεκτικά, με στόχο να αποκαλύψει συγκεκριμένες πτυχές του χαρακτήρα της Τζασμίν και πάντα με αφορμή την ανάμνηση. Η αποκάλυψη, δηλαδή, του παρελθόντος στον θεατή, συμβαδίζει με την ενθύμηση αυτού από τη Τζάσμιν, που συμβαίνει είτε μέσα από λιτές συζητήσεις, είτε από απλές εικόνες, που την εξαναγκάζουν να θυμηθεί.

Η Κέιτ Μπλάνσετ κυριολεκτικά λάμπει στο ρόλο της, ως η μεθυσμένη από τα πλούτη και την απάτη, που πλέον παραληρεί και μιλάει μόνη της στους δρόμους. Το τέλος σηματοδοτεί το μη αναστρέψιμο της κατάστασής της και ουσιαστικά, την καταδίκη της να βρίσκεται πάντα υπό τη σκιά του σκληρού παρελθόντος της.

Συμπερασματικά, το Blue Jasmine είναι μια ιδιαίτερα αξιόλογη προσπάθεια του Γούντι Άλεν να σκιαγραφήσει με ρεαλισμό ένα χαρακτήρα που στοιχειώνεται από τα λάθη του παρελθόντος, μέσα από ένα φαινομενικά απλοϊκό/γουντιαλενικό (ως προς τη σκηνοθεσία, τη μουσική και τους διαλόγους), αλλά τελικά βαθύ και ουσιώδες δράμα που δεν υστερεί ούτε και σε συμβολική διάσταση. Μας προκαλεί να αναλογιστούμε τη σημασία και την επιρροή των εσωτερικών προβλημάτων μας και να ασχοληθούμε ουσιαστικά, και όχι επιφανειακά, με τη διερεύνηση του αιώνιου ερωτήματος «Τι φταίει;»

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

16 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.