Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Ο George (Donald Pleasence), ένας δειλός συνταξιούχος επιχειρηματίας, έχει μετακομίσει με τη νεαρή σύζυγό του, Teresa (Françoise Dorléac), στο παλιό κάστρο που απέκτησε επενδύοντας μέρος της περιουσίας του. Η ξαφνική εισβολή στο κάστρο των Dicky (Lionel Stander) και Albie (Jack MacGowran), δυο τραυματισμένων ληστών που χάθηκαν μετά από μια αποτυχημένη «δουλειά», θα ανατινάξει τον ήδη προβληματικό γάμο όσο και την εύθραυστη πνευματική ισορροπία του George. Και ενώ ο Dicky περιμένει την άφιξη του μυστηριώδους αφεντικού του, Katelbach, προκύπτει η απροσδόκητη εμφάνιση του ζευγαριού Fairweather (Robert Dorning και Renee Houston) με τον αφόρητο μικρό γιο τους Nicholas (Trevor Delaney) και τους συνοδούς τους Cecil και Jacqueline (William Franklyn και Jacqueline Bisset). Η δύσκολη περίσταση αναγκάζει τον Dicky να υποδυθεί τον ρόλο του μπάτλερ. Έτσι η ισορροπία δυνάμεων διαταράσσεται σε σημείο που δεν είναι πια ξεκάθαρο ποιος κρατάει όμηρο ποιον…

Το «Cul-de-Sac» (1966) είναι η δεύτερη ταινία που γύρισε o Polanski στην Αγγλία. Είναι επίσης μία από τις πρώτες που αντιμετωπίζουν το ζήτημα της παραβίασης του ιδιωτικού χώρου που θα λειτουργήσει ως διαταράκτης της προκαθορισμένης τάξης. Θεματική που θα διαπραγματευτούν σημαντικά μεταγενέστερα φιλμ, όπως τα «Straw Dogs» (Sam Peckinpah, 1971), «The Visitors» (Elia Kazan, 1972), «La Ceremonie» (Claude Chabrol, 1995) και «Funny Games» (Michael Haneke, 1997).

Από την πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας, με έναν τραχύ άντρα να σπρώχνει ένα αυτοκίνητο στο οποίο επιβαίνει ο συνεργός του, ο Polanski κατασκευάζει αριστοτεχνικά το παραξένισμα αυτής της ιστορίας. Οι ιδιόρρυθμοι χαρακτήρες της τοποθετούνται σε έναν φυσικό χώρο που υλοποιεί τον φυλακισμένο τους κόσμο. Όπως πάντα ο Polanski χρησιμοποιεί τις τοποθεσίες σαν αναπόσπαστους χαρακτήρες του σεναρίου. Έτσι και το κάστρο στην κορυφή ενός απόκρημνου λόφου στη βρετανική χερσόνησο του Holy Island είναι ταυτόχρονα φρούριο και φυλακή, ενώ και ο δρόμος πρόσβασης και διαφυγής εξαλείφεται με περιοδικότητα από την παλίρροια.

Ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας, «Αδιέξοδο», φωτίζει τον θεματικό της πυρήνα. Αδιέξοδο για τον αγενή, άγριο αμερικανό γκάνγκστερ που μάταια περιμένει τον «Γκοντό». Αδιέξοδο για τον νευρωτικό βιομήχανο που χώρισε τη γυναίκα του, μεθυσμένος από τη δηλητηριώδη ομορφιά μιας πρώην πόρνης που τον χλευάζει και τον απατά ανοιχτά. Όμως, αδιέξοδο και για αυτήν που ναι μεν κατάφερε να γίνει “κυρία”, αλλά εγκλωβίστηκε σε μια θλιβερή ερημιά. Ο μισογύνης Polanski την απεικονίζει με τα μελανότερα χρώματα: κυνική, διεφθαρμένη, νυμφομανή, προσωποποίηση του Κακού που θριαμβεύει. Όσο για τον Katelbach, παραπέμπει ευθέως τον «Γκοντό» του Βecket: μια υπερβατική φιγούρα που με την άφιξή του θα δώσει λύση στο αδιέξοδο. Καθένας τον περιμένει, ως απειλή ή ως σωτηρία, και όταν ανακοινώνει ότι δεν θα έρθει, η κρίση ξεσπά.

Η ματιά του Polanski είναι οξεία, εντατική, κλινική, σχεδόν νοσηρή. Δεν επιτρέπει την παραμικρή ταύτιση του θεατή με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις. Αλλά ο στόχος του δεν είναι η συναισθηματική μέθεξη. Επιδιώκει να θρυμματίσει τη λεία επιφάνεια της κοινωνικής ζωής για να αποκαλύψει το έρεβος της ανθρώπινης φύσης. Συνθέτει έτσι ένα πορτρέτο μιας σαδιστικής κοινωνίας, που τα αδύναμα, διαφορετικά ή απροσάρμοστα μέλη της υφίστανται χλευασμό, ταπείνωση και εκμετάλλευση από την ενσωματωμένη μάζα.

Οι ασπρόμαυρες εικόνες υψηλής αντίθεσης του Gilbert Taylor δίνουν στην ταινία μια τοξική και ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, ενώ τα κοντινά πλάνα σχηματοποιούν απτούς χαρακτήρες, με τόνους στα όρια του γκροτέσκο. Η ερμηνευτική μονομαχία της «μικρής νεράιδας»-Donald Pleasence με τον «γορίλλα»-Lionel Stander είναι απολαυστική, ενώ εκθαμβωτική είναι η αδικοχαμένη Françoise Dorléac.

Το “Cul-de-Sac” είναι ένα παράξενο κινηματογραφικό υβρίδιο: υποβλητικό, κλειστοφοβικό, αστείο αλλά και βαθιά ποιητικό. Ο Polanski αναμιγνύει με δεξιοτεχνία την γκανγκστερική περιπέτεια με την ψυχολογική μελέτη, τη φάρσα με την τραγωδία, το γέλιο με τον τρόμο, το μεταφυσικό παράλογο με την εξοντωτική κριτική προσώπων και καταστάσεων πάνω σε μια ισχυρή ψυχαναλυτική βάση. Ο Ivan Butler, μελετητής του Polanski, τη χαρακτήρισε εύστοχα ως: «την πιο ζοφερή από τις κωμωδίες, την πιο ξεκαρδιστική από τις τραγωδίες».

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *