
Η Τρελή Χαρά
- La Pazza Gioia
- Like Crazy
- 2016
- Ιταλία
- Ιταλικά
- Δραμεντί, Ταινία Δρόμου
- 17 Νοεμβρίου 2016
Η Μπεατρίς είναι μια φαφλατού και ονομαστή δισεκατομμυριούχος, που αρέσκεται να πιστεύει ότι συνδέεται με τους μεγάλους ηγέτες του πλανήτη. Από την άλλη, η Ντονατέλα είναι μια ήσυχη γυναίκα με αρκετά τατουάζ, κλειδωμένη στο προσωπικό της μυστήριο. Και οι δύο είναι ασθενείς σε ψυχιατρείο και αμφότερες έχουν υποστεί κηδεμονικά μέτρα.
Σκηνοθεσία:
Paolo Virzi
Κύριοι Ρόλοι:
Micaela Ramazzotti … Donatella Morelli
Valeria Bruni Tedeschi … Beatrice Morandini Valdirana
Valentina Carnelutti … Δρ Fiamma Zappa
Marco Messeri … Floriano Morelli
Anna Galiena … Luciana Brogi Morelli
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Paolo Virzi, Francesca Archibugi
Στόρι: Paolo Virzi
Παραγωγή: Marco Belardi
Μουσική: Carlo Virzi
Φωτογραφία: Vladan Radovic
Μοντάζ: Cecilia Zanuso
Σκηνικά: Tonino Zera
Κοστούμια: Katia Dottori
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: La Pazza Gioia
- Ελληνικός Τίτλος: Η Τρελή Χαρά
- Διεθνής Τίτλος: Like Crazy
Κύριες Διακρίσεις
- Καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, πρώτος γυναικείος ρόλος (Valeria Bruni Tedeschi), σκηνικά και κομμώσεις στα David di Donatello. Υποψήφιο για πρώτο γυναικείο ρόλο (Micaela Ramazzotti), δεύτερο γυναικείο ρόλο (Valentina Carnelutti), σενάριο, παραγωγή, φωτογραφία, κοστούμια, ήχο και μακιγιάζ.
- Υποψήφιο για γυναικεία ερμηνεία (Valeria Bruni Tedeschi) στα Ευρωπαϊκά Βραβεία.
Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου
Έκδοση Κειμένου: 4/12/2016
Υπερκορεσμένες λήψεις, πανέξυπνοι διάλογοι και δύο εξαιρετικές ερμηνείες συνθέτουν ίσως την πιο ζεστή και “ευρωπαϊκή” ταινία του Πάολο Βιρτζί, που βρίσκει τη λογική και την ευαισθησία της μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις ενός ψυχιατρικού ιδρύματος.
Παραφράζοντας τον τίτλο του γνωστού φιλμ ενός εξίσου σημαντικού Ιταλού δημιουργού, του Γκαμπριέλε Μουτσίνο, ο οποίος κι αυτός έδωσε το πρώτο του καλλιτεχνικό στίγμα περίπου στις αρχές της δεκαετίας του 90, οι ηρωίδες της νέας ταινίας του Πάολο Βιρτζί βρίσκονται σε μια απεγνωσμένη “αναζήτηση της ευτυχίας”. Τόσο ο τυφώνας που ακούει στο όνομα Μπεατρίτσε (Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι), όσο και η λιγομίλητη και εύθραυστη Ντονατέλα (Μικαέλα Ραματσότι) αποτελούν δύο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος, αντιμετωπίζοντας καθεμιά με το δικό της τρόπο το κοινωνικό περιθώριο, τη συναισθηματική απομόνωση και την ανάγκη της ουσιαστικής ανθρώπινης επαφής. Όταν λοιπόν βρεθούν έγκλειστες σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα αποκατάστασης, η μυθομανής και καταιγιστική περσόνα της μιας θα παρασύρει την τσακισμένη στα δύο αυτοπεποίθηση της άλλης, σε μια γλυκόπικρη περιπέτεια ψυχολογικής ενηλικίωσης και μετωπικής σύγκρουσης, αφενός με την πραγματικότητα και αφετέρου με το οδυνηρό παρελθόν.
Ο σκηνοθέτης του ‘Ανθρώπινου κεφαλαίου’ συναντά για ακόμη μια φορά μία από της σημαντικότερες ηθοποιούς της νέας γενιάς του Ιταλικού σινεμά, προσφέροντάς της έναν ρόλο που της πάει γάντι. Ως μια άλλη Μπλανς Ντιμπουά, με πληθωρικότητα που αγγίζει τα όρια της μανίας, και συνεχόμενη φλυαρία που δεν αντέχεται, η Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι ενσαρκώνει έναν χαρακτήρα που κινείται διαρκώς στο μεταίχμιο της υποκειμενικότητας, αφού σχεδόν μονίμως αδυνατείς να καταλάβεις εάν βγάζει τα πάντα από το μυαλό της (την αριστοκρατική καταγωγή, τις σχέσεις της με πλούσιους και διάσημους, την υπέροχη βίλα που δώρισε η οικογένεια της για να στεγάσει το ίδρυμα) ή εάν υπάρχουν έστω και κάποια ψήγματα αλήθειας στο παραλήρημά της. Στον αντίποδα, η Ραματσότι υποδύεται μια γυναίκα που θαρρείς ότι ένα δικό σου λάθος βλέμμα ή χαρακτηρισμός μπορεί να την οδηγήσει στο ανεπανόρθωτο, να την “σπάσει στα δύο”. Ευνοημένες από ένα εύγλωττο σενάριο (το οποίο υπογραφεί ο ίδιος ο δημιουργός) με καλά γειωμένη την αίσθηση του ρεαλισμού, μοιάζουν να αναπτύσσονται σταδιακά, εξελισσόμενες σε δύο ολοκληρωμένους και τρισδιάστατους χαρακτήρες, οι οποίοι ταυτόχρονα αντηχούν τις γνωστές κοινωνικό-πολιτικές ευαισθησίες του σκηνοθέτη. Παρότι η ροή της αφήγησης εμφανίζει κάποια προβλήματα ρυθμού, είτε μην αφήνοντας πολλές φορές τις σκηνές να μιλήσουν από μόνες τους, είτε παίζοντας σε στιγμές επικίνδυνα με το μεμψίμοιρο, εντούτοις, η ισορροπία (ή καλύτερα, η αλληλοσυμπλήρωση) των ερμηνειών, η ενέργεια των λήψεων με την κάμερα στον ώμο, οι καίριες αλλαγές του ύφους και οι χιουμοριστικές αναφορές στην ιδεολογική αλλά και καλλιτεχνική πραγματικότητα της χώρας, καθιστούν το εγχείρημα πετυχημένο, αποδεικνύοντας εν τέλει ότι ο Βιρτζί γνωρίζει πολύ καλά τη δουλειά του. Καθώς το φιλμ σοβαρεύει κατά διαστήματα ανεβάζοντας τη συναισθηματική του πρόσκρουση, συνειδητοποιείς ότι, για το σκηνοθέτη, αυτό που αποκτά μάλλον μεγαλύτερη αξία δεν είναι η αυθεντικότητα της ιστορίας (που δυστυχώς είναι περιορισμένη) αλλά η αλήθεια που κρύβεται πίσω από τους εύστοχους διαλόγους των δύο πρωταγωνιστριών. Κυρίως πώς αυτές, μαθαίνοντας να ισορροπούν ανάμεσα στις αποτυχίες μιας ζωής και στην αίσθηση ευγνωμοσύνης απέναντι στην αναπάντεχη καλοσύνη και ανθρωπιά, προσδιορίζονται από ένα παρόν τόσο έντονο και απόλυτο που είναι ικανό να γεννήσει βαθιές σχέσεις φιλίας, συμπόνιας και αλληλοϋποστήριξης.
Παραδίδοντας ένα φινάλε χειροπιαστής συναισθηματικής ομορφιάς που είναι πολύ δύσκολο να μην συγκινήσει, η “Τρελή Χαρά”, παρά τα επί μέρους προβλήματα και τις παρεκκλίσεις προς την ελαφρότητα (κυρίως όσον αφορά την ουσία και τις επιπτώσεις μίας βαριάς ψυχικής διαταραχής), χαρακτηρίζεται ως μια επιδέξια δραμεντί με χιούμορ που λειτουργεί, γιατί μάλλον οξύμωρα προέρχεται από συνθήκες αφόρητου πόνου. Αναγνωρίζοντας την ωριμότητα στη σκηνοθετική ματιά ιδίως σε ανύποπτες σκηνές -όπως αυτή της συνάντησης της Ντονατέλα με τον μόνιμα απόντα πάτερα της-, καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι έχεις μπροστά σου ένα φιλμ που μιλά για όλους αυτούς που δεν σταματούν ποτέ να καταδιώκονται από τις προσωπικές τους Ερινύες. Όλους αυτούς που ζουν αδιάκοπα σε “μια στιγμή δίχως τέλος”.
Βαθμολογία:
![]()
![]()




