Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Η Μισαλλοδοξία (Intolerance: Love’s Struggle Throughout the Ages, 1916) του David Wark Griffith είναι ένα από τα πιο φιλόδοξα, τολμηρά και ριζοσπαστικά επιτεύγματα στην ιστορία του κινηματογράφου. Γεννημένη από την ανάγκη εξιλέωσης -απάντηση στις καυστικές επικρίσεις για τις ρατσιστικές νύξεις της προηγούμενης εμπορικής του επιτυχίας, The Birth of a Nation (1915)- μα και από μια σχεδόν προφητική φιλοδοξία, η ταινία τολμά να αγκαλιάσει 2.500 χρόνια ανθρώπινης ιστορίας μέσα σε ένα και μοναδικό βλέμμα. Η ιδιοφυΐα του έργου βρίσκεται πρωτίστως στην ίδια του την αρχιτεκτονική: τέσσερις ανεξάρτητες αφηγήσεις, τέσσερις εποχές, μία και μοναδική μάχη.

Η αγάπη ενάντια στη μισαλλοδοξία. Η Βαβυλώνα του 539 π.Χ., όπου ο πρίγκιπας Βαλτάσαρ συγκρούεται με τον Κύρο τον Μέγα και όπου η πτώση μιας αυτοκρατορίας γεννιέται από την αλαζονεία, την προδοσία, τη θρησκευτική έχθρα ανάμεσα στους οπαδούς του Μπελ και της Ιστάρ. Η Ιουδαία των θαυμάτων -ο γάμος της Κανά, η άφεση της μοιχαλίδας- όπου η καλοσύνη του Χριστού συντρίβεται από τον φανατισμό των Φαρισαίων και οδηγείται στη σταύρωση. Η Γαλλία του 1572, βουτηγμένη στο αίμα της Νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου, όπου ένα νεαρό ζευγάρι Ουγενότων γίνεται μάρτυρας της ρωμαιοκαθολικής σφαγής. Και η σύγχρονη Αμερική του 1916, ρεαλιστική και σκληρή, όπου ο καπιταλισμός, ο ηθικός πουριτανισμός και η βίαιη καταστολή απεργιών σπρώχνουν έναν αθώο νέο προς την αγχόνη, σε μια αγωνιώδη κούρσα κατά του χρόνου για να αποτραπεί η εκτέλεση. Τέσσερις ιστορίες, ένας παλμός.

Ο Griffith, μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας Billy Bitzer και τους μοντέρ James και Rose Smith, δεν αφηγείται απλώς -συνθέτει. Εγκαταλείπει τη γραμμική, διαδοχική αφήγηση και τολμά ένα παράλληλο, ανορθόδοξο μοντάζ πρωτόγνωρο για την εποχή του, όπου οι τέσσερις χρόνοι συνομιλούν, συγκρούονται, αναπνέουν μαζί. Στην αρχή τα κομμάτια κάθε ιστορίας διατηρούν σχετική διάρκεια και ηρεμία · όσο όμως η δράση πλησιάζει στο τέλος της, ο ρυθμός σφίγγει, επιταχύνει, ασφυκτιά. Οι εναλλαγές γίνονται όλο και πιο πυκνές, ώσπου οι ρόδες των περσικών πολεμικών αρμάτων και οι ρόδες των σύγχρονων αυτοκινήτων και τρένων στριφογυρίζουν στην ίδια δίνη, ενώνοντας εποχές μακρινές σ’ ένα ζαλιστικό, σχεδόν παραληρηματικό κρεσέντο. Δεν είναι τυχαίο που ο κορυφαίος ιστορικός του κινηματογράφου George Sadoul έγραψε πως ο Griffith υπήρξε εκείνος που έβγαλε την κινηματογραφική γλώσσα από το χάος.

Και στο κέντρο όλων, μια εικόνα επιστρέφει, ήρεμη και επίμονη, σαν αγκυροβόλιο μέσα στην καταιγίδα: μια μητέρα -η Lillian Gish- λικνίζει αδιάκοπα μια κούνια. Το «λίκνο του χρόνου» λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε αιώνες, ως υπενθύμιση πως κάτω από τη βία, τη διαμάχη και την ιστορική απόσταση, η ανθρώπινη εμπειρία συνεχίζεται αδιάκοπη, ενιαία, αιώνια. Η επιλογή να παραμείνουν πολλοί κεντρικοί χαρακτήρες ανώνυμοι -«Αγαπημένη», «Αγόρι», «Κόρη του Βουνού»- τους απογειώνει από πρόσωπα σε σύμβολα, οικουμενικά, δίχως χρόνο και τόπο.

Σε επίπεδο παραγωγής, το εγχείρημα είναι κολοσσιαίο, σχεδόν αλαζονικό, πρωτοφανές για τα δεδομένα της εποχής: χιλιάδες κομπάρσοι, πολυτελή κοστούμια, γιγαντιαία σκηνικά που υψώνονται σαν να θέλουν ν’ αγγίξουν τον ίδιο τον ουρανό -ιδιαίτερα τα τεράστια τείχη και αγάλματα της Βαβυλώνας. Ο Griffith διαχειρίζεται τον κινηματογραφικό χώρο και την κίνηση των μαζών με τρόπο σχεδόν αρχιτεκτονικό, θέτοντας τα θεμέλια για κάθε επικό έργο που θα ακολουθήσει.

Όμως η φιλοδοξία έχει τίμημα. Τα δύο εκατομμύρια δολάρια -χρηματοδοτημένα σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, μέσα από τα κέρδη της προηγούμενης ταινίας του- βυθίζουν τον Griffith στην οικονομική καταστροφή. Το κοινό του 1916, απροετοίμαστο για μια τόσο προηγμένη και σύνθετη αφηγηματική δομή, διαβάζει την ταυτόχρονη εξέλιξη των τεσσάρων ιστοριών ως χάος, όχι ως αρμονία. Η οικονομική αυτή συντριβή αναδιαμορφώνει καθοριστικά τη βιομηχανία του Χόλιγουντ, ενισχύοντας τον ρόλο των παραγωγών και περιορίζοντας την απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία των σκηνοθετών που θα ακολουθήσουν.

Κι όμως. Η «Μισαλλοδοξία» επιβιώνει εκεί όπου η εμπορική επιτυχία σβήνει, και σήμερα αναγνωρίζεται ως ένα διαχρονικό αριστούργημα, σημείο αναφοράς. Ένα έργο τολμηρό και άκαμπτο, χαοτικό και αρχιτεκτονικό, τρυφερό και βίαιο, τοπικό και οικουμενικό. Οι σκηνοθετικές πρωτοπορίες και οι τεχνικές μοντάζ του Griffith άσκησαν τεράστια επιρροή στους ευρωπαίους και κυρίως στους σοβιετικούς κινηματογραφιστές, αποδεικνύοντας πως ο κινηματογράφος μπορεί να ξεπεράσει τα όρια της απλής ψυχαγωγίας και να γίνει γλώσσα -αυτόνομη, οικουμενική, βαθιά φιλοσοφική και ανθρωπιστική.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *