
Κριτική | Οι Δαιμονισμένες (1971)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Ο Ken Russell δεν έφτασε στις «Δαιμονισμένες» τυχαία. Είχε ήδη δοκιμάσει τα όρια: στα τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ για το BBC, στο «Billion Dollar Brain» (1967), στο «Women in Love» (1969) με την αισθησιακή του τόλμη, στο «The Music Lovers» (1970) με την ανοιχτά ομοφυλοφιλική θεματική. Ήταν επιτυχίες που είχαν ήδη περάσει μέσα από το πυρ του σκανδάλου. Έτσι έφτασε στο μεγάλο εγχείρημα, πλαισιωμένος από αυτοπεποίθηση και απόλυτη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του.
Ως υλικό του αξιοποίησε τις βασικές πηγές του: το ομώνυμο ιστορικό δοκίμιο του Aldous Huxley («The Devils of Loudun», 1952) και το θεατρικό έργο του John Whiting. Η United Artists τρομοκρατήθηκε και αποσύρθηκε · η Warner ανέλαβε τη χρηματοδότηση, μάλλον χωρίς να έχει καταλάβει ποτέ τι ακριβώς κρατούσε στα χέρια της.
Η ιστορία είναι πραγματική. Λουντέν, 1634. Ο Urbain Grandier (Oliver Reed), ιερέας και γυναικάς, υπερασπίζεται την αυτονομία της πόλης και τα τείχη της ως σύμβολο ανεξαρτησίας. Ο καρδινάλιος Richelieu επιζητεί τη συγκέντρωση όλης της εξουσίας της Γαλλίας στα χέρια του, συνδέοντας άρρηκτα Εκκλησία και μοναρχία. Οι εχθροί του Grandier είναι πολλοί · το μόνο που λείπει είναι η αφορμή. Την προσφέρει η Jeanne des Anges (Vanessa Redgrave), η καμπουριασμένη ηγουμένη των Ουρσουλινών, που τον ποθεί με εμμονή. Όταν εκείνος αρνείται να γίνει εξομολόγος της, η ηγουμένη εμφανίζει συμπτώματα δαιμονικής κατάληψης. Ο ένοχος έχει ήδη επιλεγεί.
Ο κόσμος της ταινίας αρθρώνεται σε τρία επίπεδα. Την ημέρα, το Loudun είναι λευκό, γεωμετρικό, αυστηρό -μέσα από τα σκηνικά του Derek Jarman-, ένας τόπος στο σταυροδρόμι της νεωτερικότητας, όπου Καθολικοί και Προτεστάντες έχουν μάθει, μετά τους πολέμους και την πανούκλα, να συνυπάρχουν. Τη νύχτα ελευθερώνονται τα ένστικτα: τα πτώματα γεμίζουν τους δρόμους, αγύρτες πουλούν γιατροσόφια. Στο τρίτο επίπεδο, η Κόλαση ξεσπά επί γης: είναι η έλευση της Ιεράς Εξέτασης.
Ο Grandier δεν είναι άγιος. Παραδίδεται στις απολαύσεις, αφήνει έγκυο μια νεαρή ερωμένη, είναι όμως παράλληλα και ένας χαρισματικός ηγέτης. Το πραγματικό, το ασυγχώρητο αμάρτημά του δεν είναι σαρκικό· είναι πολιτικό: η ανυπακοή. Η Jeanne, από την άλλη, αδυνατεί να σηκώσει το βάρος της αντίφασης. Ο πόθος και η ενοχή την καταπίνουν -αυτομαστιγώσεις, παραισθήσεις, βλάσφημες φαντασιώσεις όπου ο Grandier παίρνει τη θέση του Εσταυρωμένου. Η Redgrave είναι συγκλονιστική: άκαμπτη και τρεμάμενη μέσα στο μοναστήρι, αχόρταγη μέσα στο όνειρο. Ο Russell αναδεικνύει παράλληλα και κάτι ακόμη: το μοναστήρι ως τόπο εγκλεισμού γυναικών που πνίγουν ανεκπλήρωτες επιθυμίες, την ώρα που οι άντρες συνδυάζουν χωρίς κόπο το αξίωμα με την ηδονή.
Η σκηνοθεσία δεν σέβεται καμία σύμβαση. Ο βασιλιάς Louis XIII παρουσιάζεται θηλυπρεπής, να παρακολουθεί ως θέαμα τις εκτελέσεις Προτεσταντών μεταμφιεσμένων σε πουλιά. Το απότομο μοντάζ μας πετά ακαριαία από την τελετουργική ευλογία στο θέαμα ενός πτώματος γεμάτου σκουλήκια. Ο Michael Gothard, ως κυνηγός μαγισσών με φιμέ γυαλιά, μοιάζει με ροκ σταρ. Η μπαρόκ φωτογραφία του David Watkin συναντά τα νεοκλασικά σκηνικά του Jarman· τα κοντινά πλάνα και τα επιθετικά ζουμ αποκαλύπτουν πρόσωπα παραμορφωμένα από τη φρενίτιδα. Κι όμως, μέσα στο χάος, η σκηνοθεσία δεν χάνει ποτέ τον έλεγχο. Τα γεωμετρικά κάδρα εκφράζουν την ολοκληρωτική εξουσία -η αρχιτεκτονική μετατρέπεται σε φυλακή.
Δεν πρόκειται για μια αντιθρησκευτική ταινία. Στρέφεται ενάντια στη διαστρέβλωση του βιβλικού μηνύματος και τη μετατροπή του σε όπλο επιβολής. Τα βασανιστήρια του Grandier δεν επιδιώκουν το απλό σοκ· οι χειρότερες στιγμές μένουν συχνά έξω από το κάδρο. Αυτό που απομένει είναι η αξιοπρέπεια του μάρτυρα, η γαλήνη του στην πορεία προς την πυρά.
Η μοίρα της ίδιας της ταινίας αποδείχθηκε ο πιο εύγλωττος πρόλογος για την ιστορία της. Η Warner επέβαλε στην αμερικανική διανομή δραστικές περικοπές, μεταξύ των οποίων και σχεδόν ολόκληρη τη σκηνή του «βιασμού του Χριστού». Η λογοκριμένη εκδοχή επικράτησε, αφήνοντας την πλήρη μορφή της απρόσιτη για δεκαετίες.
Στις «Δαιμονισμένες» ο Διάβολος δεν εμφανίζεται ποτέ. Δεν χρειάζεται. Η Κόλαση χτίζεται από ανθρώπους με σφραγίδες, εξουσιοδοτήσεις και υπογραφές, που ξέρουν πως δεν χρειάζεται να πιστέψουν σε κανέναν δαίμονα· αρκεί να του βρουν όνομα και διεύθυνση. Όταν ο Grandier καίγεται, δεν σβήνει ένας ιερέας· σβήνει η τελευταία αντίσταση, και μαζί της πέφτουν τα τείχη. Η πόλη που υπέκυψε στην υστερία δεν αξίζει, ίσως, τον υπερασπιστή της. Μένει μόνο η ερημιά κι ένα συμπέρασμα που δεν γερνά: όταν η εξουσία φορά το προσωπείο της πίστης, το πιο επικίνδυνο θέαμα δεν είναι η βλασφημία. Είναι η ευλάβεια που εξυπηρετεί.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



