
Κριτική | Ο Χρυσοθήρας (1925)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Το χιούμορ του Charlie Chaplin γεννιέται μέσα στο σλάπστικ, στη σωματική κωμωδία που κυριαρχούσε απόλυτα στην εποχή του βωβού κινηματογράφου -και όμως το ξεπερνά, το ανατρέπει, το μεταμορφώνει. Εκεί όπου η πλειονότητα των κωμωδιών της εποχής αναλωνόταν σε τυποποιημένες επαναλήψεις και αδιάφορες πλοκές, ο Chaplin επιβραδύνει τον καταιγιστικό ρυθμό της φάρσας και τον μπολιάζει με δράμα, μελαγχολία, πολιτική συνείδηση. Κωμικός και τραγικός, ανάλαφρος και βαθύτατος, γελοίος και συγκλονιστικός -αποδεικνύει περίτρανα πως μια ταινία μεγάλου μήκους μπορεί να είναι εξαιρετικά κωμική και βαθύτατα συγκινητική ταυτόχρονα.
Μετά το «Χαμίνι/ The kid» (1921), ο «Χρυσοθήρας» (1925) -η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του- του χαρίζει παγκόσμια αναγνώριση και καθιερώνεται ως αξεπέραστο σημείο αναφοράς. Ιστορική έμπνευση, προσωπικό βίωμα, κοινωνικό κήρυγμα -τρεις άξονες της τσαπλινικής δημιουργίας που συναντιούνται σε ένα και μοναδικό έργο. Η δραματική αποστολή Donner, όπου εξερευνητές παγιδεύτηκαν στα χιόνια και οδηγήθηκαν στον κανιβαλισμό · ο πυρετός του χρυσού στο Κλοντάικ και την Αλάσκα. Πίσω από τη λάμψη του χρυσού, ο σκηνοθέτης ξεσκεπάζει την απελπισία, την άγνοια, την ανθρώπινη απληστία, καταγγέλλοντας ανοιχτά τις ανισότητες και την εγγενή αδικία του καπιταλιστικού συστήματος. Έτσι, η ταινία γίνεται αιχμηρή σάτιρα του αμερικανικού ονείρου -του εύκολου πλουτισμού που δεν έρχεται ποτέ εύκολα.
Στο κέντρο, ο Σαρλό. Ο Μικρός Αλήτης. Φθαρμένο καπέλο, μπαστούνι, κουρελιασμένα ρούχα -η απόλυτη εικόνα της ανθρώπινης ευαλωτότητας απέναντι στις ισοπεδωτικές δυνάμεις της φύσης και της κοινωνίας. Περιπλανώμενος στην παγωμένη τούνδρα σαν παράταιρος «μοναχικός χρυσοθήρας», ο Αλήτης δεν εξορύσσει ποτέ τίποτα· δεν έχει άλλο όπλο από το χιούμορ και την εφευρετικότητά του, μόνο και μόνο για να επιβιώσει. Εξαθλιωμένος, αλλά ανέπαφος στην καλοσύνη του, στον ουμανισμό του, σε μια τεράστια ικανότητα να αγαπά -ακόμη κι όταν αυτή η αγάπη, για την επιπόλαιη Τζόρτζια, δεν είναι παρά μια οδυνηρή αυταπάτη.
Η ιδιοφυΐα του Chaplin είναι γεωμετρική, χορογραφική, ακριβής ως τη λεπτομέρεια. Η απομονωμένη καλύβα, όπου ο Αλήτης εγκλωβίζεται σε μια σφοδρή χιονοθύελλα μαζί με τον Μεγάλο Τζιμ και τον κακοποιό Μαύρο Λάρσεν, γίνεται πεδίο καθαρής οπτικής αφήγησης. Η πάλη για το όπλο, με την κάννη κολλημένη σε μια αόρατη ευθεία γραμμή προς το κεφάλι του ήρωα. Η παραληρηματική ψευδαίσθηση του πεινασμένου Τζιμ, που βλέπει τον Σαρλό να μεταμορφώνεται σε γιγάντιο κοτόπουλο. Μαύρο χιούμορ, τέλειος συγχρονισμός -μνημεία και τα δύο, χαραγμένα στη μνήμη του κινηματογράφου.
Και μετά, η ποίηση μέσα στην τραγωδία: το μαγείρεμα και η κατάνυξη του βραστού παπουτσιού, ο θρυλικός «χορός των ψωμιών», όπου η λεπτεπίλεπτη κίνηση των ματιών του δημιουργού γίνεται η ίδια χορογραφία, γεμάτη μαγευτική ευαισθησία. Κι έπειτα, η κορύφωση της χωρικής γεωμετρίας: η καλύβα ισορροπεί οριακά στο χείλος του γκρεμού -εικόνα-μεταφορά, αξεπέραστη, για την εύθραυστη ταλάντευση του ανθρώπου ανάμεσα στην ασφάλεια και την ολοκληρωτική καταστροφή.
Εδώ κρύβεται και η βαθύτερη φιλοσοφική αλήθεια της ταινίας: η διαδικασία εκβαρβάρωσης του ανθρώπου απέναντι στα στοιχεία της φύσης δεν είναι τελικά η πιο τρομακτική δύναμη. Πιο τρομακτική είναι η μηχανική, άκριτη επιβολή των κανόνων του πολιτισμού, όταν η πλήρης απομόνωση φέρνει τον άνθρωπο στα όριά του. Ο αγώνας με το ψύχος και την πείνα οδηγεί τον Μεγάλο Τζιμ στα όρια της παράνοιας -κι όμως, αυτή η δοκιμασία τον σκληραίνει, τον δυναμώνει από μέσα. Η κακία και η ζήλια που ενσαρκώνει ο Μαύρος Λάρσεν, αντίθετα, αποδεικνύονται πιο ολέθριες, πιο ανθεκτικές από κάθε αντιξοότητα του παγωμένου Βορρά. Οι ανθρώπινες αδυναμίες, δηλαδή, πιο σκληρές κι από τον ίδιο τον πάγο.
Ο Αλήτης -«ξένος στη γιορτή της ζωής»- παραμένει πιστός στα ανθρωπιστικά του ιδανικά, αθεράπευτα ρομαντικός καλλιτέχνης μέσα σε μια εχθρική κοινωνία. Η τελική μεταμόρφωσή του, από εξαθλιωμένο περιπλανώμενο σε εύπορο άνδρα, δεν είναι απλή υλική δικαίωση. Ολοκληρώνεται μόνο μέσα από την επανένωσή του με την αγαπημένη του -η αγάπη, και μόνο αυτή, ως τελική επισφράγιση.
Στην επανέκδοση του 1942, η φωνή του ίδιου του Chaplin αφηγείται, νοσταλγική, σχεδόν προυστική. Όταν προφέρει το όνομα «Georgia», η στιγμή αποκτά βαθιά συναισθηματική διάσταση -ανάμνηση που επιστρέφει από αλλού, από αλλοτινά χρόνια. Η ταινία παύει να είναι απλώς κωμωδία ή περιπέτεια. Γίνεται στοχαστική αναπαράσταση της μνήμης, της επιθυμίας, της ανθρώπινης αντοχής απέναντι στις αντιξοότητες.
Και πίσω από τον αισιόδοξο τόνο, πίσω από το ευτυχές τέλος, ο «Χρυσοθήρας» ήδη προμηνύει τα πιο σκοτεινά έργα που θα ακολουθήσουν -εκείνα που θα καταγγείλουν ανοιχτά την κοινωνική και πολιτική αδικία. Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να νικήσει τη φύση, τον πάγο, την πείνα. Συχνά όμως ηττάται από τους άλλους. Και, τελικά, από τον ίδιο του τον εαυτό.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



