
Κριτική | Δίχως Στέγη, Δίχως Νόμο (1985)
Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης
Γαλλία, 1985. Η εικόνα είναι παγωμένη: μια νεαρή γυναίκα, νεκρή σε ένα χαντάκι. Δεν υπάρχει μυστήριο γύρω από την έκβαση · το ξέρουμε από την πρώτη στιγμή. Η Βαρντά δεν μας υπόσχεται μια λύση, αλλά μας προσφέρει μια ερώτηση που δεν θα απαντηθεί ποτέ: ποια ήταν η Μόνα;
Η ταινία μοιάζει με ένα παζλ, όπου κάθε κομμάτι είναι η μαρτυρία ενός ανθρώπου που τη συνάντησε τυχαία. Κανείς τους δεν γνωρίζει πραγματικά τη Μόνα. Ίσως γιατί και η ίδια αρνήθηκε να γνωρίσει τον εαυτό της μέσα από τις ταυτότητες που θα μπορούσαν να της επιβληθούν: γυναίκα, φτωχή, περιθωριακή, «άστεγη». Αντίθετα, επέλεξε μια ελευθερία που δεν στηρίζεται σε κανέναν νόμο και καμία στέγη, σε καμία αξία που δεν την αφορούσε προσωπικά. Η ελευθερία αυτή έχει ένα κόστος: η Μόνα δεν διεκδικεί ούτε αγάπη ούτε κατανόηση · συχνά απορρίπτει, με μια αδρή χειρονομία, την ανάγκη των άλλων να τη χωρέσουν σε μια αφήγηση.
Μεταξύ του cinéma vérité και της σμιλεμένης αρχιτεκτονικής του μοντάζ, η Βαρντά αναζητά πάντοτε μια ιδιαίτερη ποιητική γραφή. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια, αρνείται τον ρόλο του δημιουργού-δικαστή. Δεν ερμηνεύει, δεν ανακρίνει, δεν «εξηγεί». Μένει πλάι στους ανθρώπους της ταινίας της, όπως η καλή γειτόνισσα που πιάνει κουβέντα χωρίς σκοπό. Στην πραγματικότητα, δεν έχουμε μπροστά μας μια «κοινωνική ταινία» -από αυτές που προσφέρουν έτοιμες αναλύσεις, σαν διαγνώσεις. Έχουμε κάτι πιο ριψοκίνδυνο αλλά και ουσιαστικό: έναν κινηματογράφο που αποδέχεται τα κενά, που αντέχει την άγνοια, που παραδίδει στον θεατή το άβολο βάρος της αβεβαιότητας.
Ο θάνατος πλανάται πάνω από την ταινία, όπως και στο «Κλεό από τις 5 έως τις 7». Μόνο που εδώ η απειλή δεν είναι υπόγεια · είναι το πρώτο καρέ. Η περιπλάνηση δεν είναι αγώνας να σωθεί κανείς, αλλά μια παρατεταμένη άρνηση να υπαχθεί κανείς σε κάτι: στις προσδοκίες των άλλων, στους κοινωνικούς ρόλους, στην ίδια την αφήγηση. Η Μόνα κινείται μέσα σε ένα σύμπαν όπου ο καθένας της προσφέρει μια «μυθοπλασία» -μια δική του εκδοχή-, κι εκείνη πότε μπαίνει, πότε απορρίπτει, πότε αποβάλλεται. Η Βαρντά δεν κρύβει ότι η ίδια συμμετέχει στο παιχνίδι των εκδοχών. Το πρώτο της πλάνο -το παγωμένο τοπίο που καταλήγει στο σώμα της Μόνα- είναι μια ομολογία: δεν θα έχουμε ποτέ το «όλο», μόνο θραύσματα. Κι ίσως αυτό να είναι το μόνο τίμιο βλέμμα προς τον Άλλο: όχι η κατάκτηση της αλήθειάς του, αλλά η αποδοχή του μυστηρίου του.
Η Σαντρίν Μπονέρ χαρίζει στη Μόνα ένα πρόσωπο που μένει αινιγματικό, σαν καθρέφτης στον οποίο αντανακλώνται οι φόβοι και οι επιθυμίες όλων όσων τη συναντούν -και οι δικοί μας. Γιατί αν η ταινία μας αφορά, δεν είναι επειδή η Μόνα «συμβολίζει» κάτι. Είναι επειδή, πολλές μέρες μετά, συνειδητοποιούμε πως η ιστορία της θα μπορούσε να είναι και δική μας: πόσοι άραγε μας συνάντησαν, μας χρησιμοποίησαν στη δική τους αφήγηση, χωρίς ποτέ να μας γνωρίσουν πραγματικά;
Υπάρχει κάτι το υψηλό στο «Δίχως Στέγη, Δίχως νόμο», όπως στο αινιγματικό πρόσωπο της Σαντρίν Μπονέρ: το μυστήριο της Μόνα μένει άθικτο, θυμίζοντάς μας πως μέσα σε κάθε άνθρωπο υπάρχει κάτι απροσπέλαστο, κάτι που αντιστέκεται σε κάθε κατανόηση. Και ίσως εκεί, στο απρόσιτο, να βρίσκεται το μυστικό του κόσμου, η αναλλοίωτη ομορφιά του.
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα



