Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Το «Εργαστήριο του Δόκτορα Καλιγκάρι» (Das Cabinet des Dr. Caligari, 1919) του Robert Wiene είναι το πλέον εμβληματικό ορόσημο του γερμανικού εξπρεσιονισμού και ένας από τους θεμέλιους λίθους της έβδομης τέχνης. Δεν οριοθετεί απλώς τη γέννηση του κινηματογραφικού τρόμου· εισάγει μια ριζοσπαστική οπτική γλώσσα, τόσο ισχυρή που γεννά το ίδιο της το ρεύμα -τον «καλιγκαρισμό».

Όλη η ταινία γυρίζεται σε στούντιο, επιλογή που δεν είναι απλώς τεχνική αλλά και φιλοσοφική: απόρριψη κάθε ρεαλιστικής αναπαράστασης. Τα σκηνικά των Hermann Warm, Walter Reimann και Walter Röhrig είναι ζωγραφισμένα απευθείας πάνω σε επίπεδους καμβάδες -ανισόρροπες γραμμές, οξείες γωνίες, στραβά κτίρια, πόρτες που γέρνουν σαν να απειλούν. Εδώ η γεωμετρία δεν υπακούει στους νόμους της φυσικής προοπτικής, τους αρνείται. Ο διευθυντής φωτογραφίας Willy Hameister δουλεύει με ακραίες αντιθέσεις φωτός, με σκιές συχνά τεχνητά ζωγραφισμένες πάνω σε τοίχους και έδαφος, κινούμενες προς παράδοξες κατευθύνσεις. Μια «αρχιτεκτονική του νου» -όχι διάκοσμος, αλλά μεταφορά· όχι φόντο, αλλά ψυχή, η ίδια η διαταραγμένη ψυχοσύνθεση μιας κοινωνίας που τρέμει, της μεσοπολεμικής Γερμανίας.

Στο κέντρο, ο μυστηριώδης Δόκτορας Caligari (Werner Krauss), πλανόδιος θεατρίνος, φέρνει στο πανηγύρι της μικρής πόλης τον Cesare (Conrad Veidt), υπνοβάτη σε λήθαργο είκοσι τριών ετών, που -όπως ισχυρίζεται- μπορεί να προβλέψει το μέλλον. Ο νεαρός Alan ρωτά για τη διορία της ζωής του · ο υπνοβάτης προαναγγέλλει τον θάνατό του πριν από την αυγή, και η προφητεία εκπληρώνεται με δραματικό τρόπο. Ο φίλος του Alan, ο Francis, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει το έγκλημα και να προστατεύσει την αγαπημένη του, την Jane · η έρευνά του τον οδηγεί σταδιακά, βήμα το βήμα, σε μια φρικιαστική αλήθεια που κορυφώνεται μέσα στους χώρους ενός ψυχιατρικού ασύλου.

Ο Wiene -ο οποίος ανέλαβε το εγχείρημα αφότου ο Fritz Lang αποχώρησε λόγω άλλων υποχρεώσεων- χειρίζεται την τεχνική της αναδρομικής αφήγησης (flashback) με τρόπο πρωτοποριακό για την εποχή του: όλα όσα βλέπουμε περνούν μέσα από ένα βλέμμα υποκειμενικό και, όπως αποδεικνύεται, αναξιόπιστο. Το απρόσμενο φινάλε ανατρέπει την αίσθηση της πραγματικότητας -το άσυλο μετατρέπεται σε σύμβολο εξουσίας και ελέγχου, ενώ τα όρια ανάμεσα στη λογική και την παράνοια θολώνουν οριστικά. Είναι ο Caligari σατανικός χειραγωγός, ή γέννημα ενός διαταραγμένου μυαλού ολόκληρη η ιστορία; Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό, λειτουργώντας παράλληλα ως αλληγορία για τον ίδιο τον κινηματογράφο -έναν μηχανισμό προβολής και παραμόρφωσης των εσωτερικών μας εφιαλτών.

Στο ερμηνευτικό σκέλος, οι ηθοποιοί υιοθετούν ύφος έντονο, υπερβολικό, που αγγίζει τα όρια της παντομίμας, εναρμονισμένο πλήρως με το βαρύ μακιγιάζ και τα αλλόκοτα κοστούμια. Ο Conrad Veidt προσφέρει μια μνημειώδη ερμηνεία ως Cesare, γίνεται αρχέτυπο -πρόγονος κάθε κινηματογραφικού τέρατος, κάθε βαμπίρ που θα ακολουθήσει. Με το άκαμπτο, λιπόσαρκο σώμα του και το βαμμένο πρόσωπό του, κινείται σαν σκιά μέσα στη νύχτα, αποτυπώνοντας την απόλυτη απώλεια της ελεύθερης βούλησης. Η σκηνή στην οποία εισβάλλει στο δωμάτιο της Jane μέσα από το παράθυρο, προελαύνοντας σταδιακά από το βάθος του πεδίου προς το προσκήνιο, καθιέρωσε ένα οπτικό κλισέ που σφράγισε τις μεταγενέστερες ταινίες τρόμου. Ο Werner Krauss, απέναντί του, εκπέμπει επιβλητική και ταυτόχρονα απειλητική παρουσία, ενσαρκώνοντας την αυταρχική εξουσία και το τυφλό υποσυνείδητο πάθος.

Πέραν της αισθητικής του καινοτομίας, το φιλμ φέρει βαθύτατες κοινωνικοπολιτικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις. Όπως παρατήρησαν μεταγενέστεροι αναλυτές και κριτικοί, όπως ο Siegfried Kracauer, η σχέση εξάρτησης ανάμεσα στον Caligari και τον υπνωτισμένο Cesare λειτουργεί ως προφητική αντανάκλαση της μετέπειτα πορείας της Γερμανίας, αποτυπώνοντας μια κοινωνία ευάλωτη στη χειραγώγηση, έτοιμη να υποταχθεί σε αυταρχικές φιγούρες. Ο Cesare συμβολίζει τον ατομικό ευνουχισμό της βούλησης μπροστά σε μια σκοτεινή εξουσία, ενώ η διάχυτη παραφροσύνη που διαποτίζει την πόλη εκφράζει το συλλογικό τραύμα μιας χώρας αποδιοργανωμένης μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το «Εργαστήριο του Δόκτορα Καλιγκάρι» παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο αινιγματικά και ανησυχητικά έργα στην ιστορία του κινηματογράφου, προσκαλώντας τον θεατή σε έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα διαστρέφεται και η γνώση έχει τίμημα. Η επιρροή του υπήρξε τεράστια, τροφοδοτώντας την αισθητική του κλασικού κινηματογράφου τρόμου (horror), του φιλμ νουάρ, αλλά και τη σκέψη μεταγενέστερων δημιουργών, από τον Alfred Hitchcock έως τον David Lynch. Με την αριστοτεχνική σύνθεση παραμορφωμένων σκηνικών, ψυχολογικής έντασης και φιλοσοφικών ερωτημάτων γύρω από τα όρια της γνώσης και της πραγματικότητας, η ταινία του  Wiene συνεχίζει να στοιχειώνει τη φαντασία του θεατή, υπενθυμίζοντάς μας ότι ο κινηματογράφος είναι, πάνω απ’ όλα, η τέχνη της εξερεύνησης των πιο σκοτεινών διαδρομών του ανθρώπινου νου. Τελικά, το έργο θέτει ένα βαθύ φιλοσοφικό ερώτημα: μήπως ο άνθρωπος, ο οποίος πιστεύει στην παντοδυναμία της λογικής του, καθοδηγείται στην πραγματικότητα από αόρατες και ανεξήγητες δυνάμεις;

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *