Ένα χειμωνιάτικο πρωινό, το άψυχο σώμα της Μόνα, μιας κοπέλας που ζούσε περιπλανώμενη στους δρόμους, βρίσκεται μέσα σε ένα χαντάκι. Κανείς δεν ξέρει ποια ήταν. Από το παζλ του παρελθόντος της λείπουν πολλά κομμάτια, τα οποία θα συμπληρώνονται λίγο-λίγο από τις μαρτυρίες των προσώπων που συνάντησε στο διάβα της…

Σκηνοθεσία:

Agnes Varda

Κύριοι Ρόλοι:

Sandrine Bonnaire … Mona Bergeron

Macha Meril … Κα Landier

Yolande Moreau … Yolande

Stephane Freiss … Jean-Pierre

Setti Ramdane … Assoun

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Agnes Varda

Παραγωγή: Oury Milshtein

Μουσική: Joanna Bruzdowicz

Φωτογραφία: Patrick Blossier

Μοντάζ: Patricia Mazuy, Agnes Varda

Σκηνικά: Jean Bauer, Anne Violet

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Sans Toit ni Loi
  • Ελληνικός Τίτλος: Δίχως Στέγη, Δίχως Νόμο
  • Διεθνής Τίτλος: Vagabond

Κύριες Διακρίσεις

  • Χρυσός Λέοντας και βραβείο FIPRESCI στο φεστιβάλ Βενετίας.
  • Βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου (Sandrine Bonnaire) στα Cesar. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία και δεύτερο γυναικείο ρόλο (Macha Meril).

Παραλειπόμενα

  • Η δημιουργός χώρισε το φιλμ σε 13 ενότητες, που ενώνονται η κάθε μία με την επόμενη μέσω μιας κοινής αναφοράς (όπως ένας τηλεφωνικός θάλαμος). Χρησιμοποίησε επίσης την τεχνική του ψευδο-ντοκιμαντέρ, όπου άνθρωποι που “γνώριζαν” την κεντρική ηρωίδα μάς μιλούν για αυτήν.
  • Ο τίτλος είναι διττός μέσω ενός παιχνιδιού με τη γαλλική γλώσσα. Κυριολεκτικά σημαίνει αυτό που μεταφράζει και ο ελληνικός τίτλος, αλλά απομονωμένο το “sans toi” μεταφράζεται ως “δίχως εσένα”.
  • Πρώτη μεγάλου μήκους ταινία για τη Yolande Moreau, που είχε όμως εμφανιστεί το προηγούμενο έτος σε μια μικρού μήκους της Agnes Varda.
  • Στο φεστιβάλ Βενετίας, η επιτροπή θεώρησε την ερμηνεία της Sandrine Bonnaire και αυτήν της Jane Birkin (για το Dust) ως τις κορυφαίες της διοργάνωσης. Επέλεξε όμως να μην τους απονείμει το βραβείο γυναικείας ερμηνείας, επειδή οι ταινίες είχαν ήδη πάρει άλλα σημαντικά βραβεία.

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου5/9/2025

Γαλλία, 1985. Η εικόνα είναι παγωμένη: μια νεαρή γυναίκα, νεκρή σε ένα χαντάκι. Δεν υπάρχει μυστήριο γύρω από την έκβαση · το ξέρουμε από την πρώτη στιγμή. Η Βαρντά δεν μας υπόσχεται μια λύση, αλλά μας προσφέρει μια ερώτηση που δεν θα απαντηθεί ποτέ: ποια ήταν η Μόνα;

Η ταινία μοιάζει με ένα παζλ, όπου κάθε κομμάτι είναι η μαρτυρία ενός ανθρώπου που τη συνάντησε τυχαία. Κανείς τους δεν γνωρίζει πραγματικά τη Μόνα. Ίσως γιατί και η ίδια αρνήθηκε να γνωρίσει τον εαυτό της μέσα από τις ταυτότητες που θα μπορούσαν να της επιβληθούν: γυναίκα, φτωχή, περιθωριακή, «άστεγη». Αντίθετα, επέλεξε μια ελευθερία που δεν στηρίζεται σε κανέναν νόμο και καμία στέγη, σε καμία αξία που δεν την αφορούσε προσωπικά. Η ελευθερία αυτή έχει ένα κόστος: η Μόνα δεν διεκδικεί ούτε αγάπη ούτε κατανόηση · συχνά απορρίπτει, με μια αδρή χειρονομία, την ανάγκη των άλλων να τη χωρέσουν σε μια αφήγηση.

Μεταξύ του cinéma vérité και της σμιλεμένης αρχιτεκτονικής του μοντάζ, η Βαρντά αναζητά πάντοτε μια ιδιαίτερη ποιητική γραφή. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια, αρνείται τον ρόλο του δημιουργού-δικαστή. Δεν ερμηνεύει, δεν ανακρίνει, δεν «εξηγεί». Μένει πλάι στους ανθρώπους της ταινίας της, όπως η καλή γειτόνισσα που πιάνει κουβέντα χωρίς σκοπό. Στην πραγματικότητα, δεν έχουμε μπροστά μας μια «κοινωνική ταινία» -από αυτές που προσφέρουν έτοιμες αναλύσεις, σαν διαγνώσεις. Έχουμε κάτι πιο ριψοκίνδυνο αλλά και ουσιαστικό: έναν κινηματογράφο που αποδέχεται τα κενά, που αντέχει την άγνοια, που παραδίδει στον θεατή το άβολο βάρος της αβεβαιότητας.

Ο θάνατος πλανάται πάνω από την ταινία, όπως και στο «Κλεό από τις 5 έως τις 7». Μόνο που εδώ η απειλή δεν είναι υπόγεια · είναι το πρώτο καρέ. Η περιπλάνηση δεν είναι αγώνας να σωθεί κανείς, αλλά μια παρατεταμένη άρνηση να υπαχθεί κανείς σε κάτι: στις προσδοκίες των άλλων, στους κοινωνικούς ρόλους, στην ίδια την αφήγηση. Η Μόνα κινείται μέσα σε ένα σύμπαν όπου ο καθένας της προσφέρει μια «μυθοπλασία» -μια δική του εκδοχή-, κι εκείνη πότε μπαίνει, πότε απορρίπτει, πότε αποβάλλεται. Η Βαρντά δεν κρύβει ότι η ίδια συμμετέχει στο παιχνίδι των εκδοχών. Το πρώτο της πλάνο -το παγωμένο τοπίο που καταλήγει στο σώμα της Μόνα- είναι μια ομολογία: δεν θα έχουμε ποτέ το «όλο», μόνο θραύσματα. Κι ίσως αυτό να είναι το μόνο τίμιο βλέμμα προς τον Άλλο: όχι η κατάκτηση της αλήθειάς του, αλλά η αποδοχή του μυστηρίου του.

Η Σαντρίν Μπονέρ χαρίζει στη Μόνα ένα πρόσωπο που μένει αινιγματικό, σαν καθρέφτης στον οποίο αντανακλώνται οι φόβοι και οι επιθυμίες όλων όσων τη συναντούν -και οι δικοί μας. Γιατί αν η ταινία μας αφορά, δεν είναι επειδή η Μόνα «συμβολίζει» κάτι. Είναι επειδή, πολλές μέρες μετά, συνειδητοποιούμε πως η ιστορία της θα μπορούσε να είναι και δική μας: πόσοι άραγε μας συνάντησαν, μας χρησιμοποίησαν στη δική τους αφήγηση, χωρίς ποτέ να μας γνωρίσουν πραγματικά;

Υπάρχει κάτι το υψηλό στο «Δίχως Στέγη, Δίχως νόμο», όπως στο αινιγματικό πρόσωπο της Σαντρίν Μπονέρ: το μυστήριο της Μόνα μένει άθικτο, θυμίζοντάς μας πως μέσα σε κάθε άνθρωπο υπάρχει κάτι απροσπέλαστο, κάτι που αντιστέκεται σε κάθε κατανόηση. Και ίσως εκεί, στο απρόσιτο, να βρίσκεται το μυστικό του κόσμου, η αναλλοίωτη ομορφιά του.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Γκαλερι φωτογραφιων

18 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *