Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

Χρισμένος ως ένα από τα «χρυσά αγόρια» του Νέου Χόλιγουντ, ο Peter Bogdanovich υπήρξε ένας νέο-κλασικιστής σκηνοθέτης, του οποίου οι ταινίες θυμίζουν έντονα το ύφος των John Ford και Howard Hawks. Η νοσταλγία αποτελεί ένα από τα επαναλαμβανόμενα θέματα στο έργο του, το οποίο πηγάζει από το υπόβαθρό του ως σινεφίλ ιστορικός, μέσα από τις μελέτες, τις συνεντεύξεις και τις φιλίες που ανέπτυξε με σημαντικούς δημιουργούς της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ.

Η ταινία «The Last Picture Show» (1971) του Bogdanovich αποτελεί ένα από τα πλέον καθοριστικά έργα του Νέου Χόλιγουντ, καθώς συνδυάζει την προσωπική κινηματογραφική ματιά του σκηνοθέτη με την πεζογραφική βάση του Larry McMurtry, δημιουργώντας ένα πολυδιάστατο πορτρέτο της αμερικανικής επαρχίας στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Στην καρδιά της ταινίας βρίσκεται η μικρή πόλη Anarene του Τέξας, ένας τόπος που παρακμάζει αργά αλλά αναπόφευκτα, συμπαρασύροντας μαζί του τις ελπίδες και τις ζωές των κατοίκων του.

Η Anarene παρουσιάζεται ως ένας τόπος στασιμότητας, όπου η νεολαία παγιδεύεται ανάμεσα στην πλήξη, την επιθυμία για διαφυγή και την αίσθηση ενός μέλλοντος που δεν θα έρθει ποτέ. Το κλείσιμο του τοπικού κινηματογράφου, του τελευταίου χώρου συλλογικής ψυχαγωγίας και φαντασίας, λειτουργεί ως ισχυρό σύμβολο · δεν σηματοδοτεί μόνο την πολιτιστική εξαφάνιση μιας κοινότητας, αλλά και το τέλος ενός ολόκληρου τρόπου ζωής. Έτσι, η ταινία δεν περιορίζεται απλά σε μια ιστορία ενηλικίωσης, αλλά εξελίσσεται σε έναν στοχασμό πάνω στη φθορά του αμερικανικού ονείρου.

Ο Bogdanovich, γνήσιος σινεφίλ και κληρονόμος της παράδοσης του κλασικού Χόλιγουντ, επενδύει το έργο με μια νοσταλγία όχι ειδυλλιακή, αλλά με ένα βλέμμα που συνδυάζει τη γοητεία με τη φθορά. Οι χαρακτήρες βιώνουν τον έρωτα, τη φιλία και τη σεξουαλική αφύπνιση όχι ως ευκαιρίες λύτρωσης, αλλά ως πηγές απογοήτευσης, ματαίωσης και μοναξιάς. Στην ταινία η νοσταλγία συνυπάρχει με την αποκάλυψη των σκοτεινών όψεων της ανθρώπινης εμπειρίας: μοιχεία, αποξένωση, θάνατος, απώλεια.

Η ταινία χτίζει ένα μωσαϊκό μορφών που ενσαρκώνουν διαφορετικές εκδοχές της απώλειας:

Ο Sam το  «Λιοντάρι» (Ben Johnson) ενσαρκώνει την πατρική φιγούρα, τον τελευταίο φορέα σοφίας και ελπίδας, του οποίου ο θάνατος επισημοποιεί το τέλος ενός κόσμου.

Η Lois (Ellen Burstyn) εκφράζει την πικρή συνειδητοποίηση μιας γυναίκας που πρόδωσε τον εαυτό της για κοινωνική αποδοχή.

Η Jacy (Cybill Shepherd) αναδεικνύεται ως η προσωποποίηση μιας νέας γενιάς που χρησιμοποιεί τη γοητεία ως κοινωνικό κεφάλαιο, αναπαράγοντας όμως την κενότητα των προγενεστέρων.

Η Ruth (Cloris Leachman) συγκεντρώνει όλη τη δραματικότητα της μοναξιάς, προσφέροντας στην ταινία την πιο αυθεντική στιγμή τρυφερότητας.

Οι Sonny (Timothy Bottoms) και Duane (Jeff Bridges), φορείς της νεανικής ανησυχίας, βιώνουν τις πρώτες εμπειρίες ζωής με την αίσθηση ενός αναπόδραστου αδιεξόδου.

Μέσα από αυτούς τους χαρακτήρες, η Anarene αποκτά ψυχή, αποτυπώνοντας το ψυχολογικό και κοινωνικό αδιέξοδο μιας ολόκληρης εποχής.

Η επιλογή του ασπρόμαυρου φιλμ, σε συνδυασμό με την ατμοσφαιρική φωτογραφία του Robert Surtees, χαρίζει στην ταινία μια κλασική, ελεγειακή όψη που ενισχύει τη μελαγχολία του θέματος. Οι εικόνες του ανέμου, της σκόνης και των άδειων δρόμων λειτουργούν ως εικαστικά μοτίβα παρακμής, ενώ το soundtrack με τραγούδια του Hank Williams αναδεικνύει τη μελαγχολία της καθημερινότητας. Ο Bogdanovich αποφεύγει τον φορμαλισμό και την υπερβολή, επιλέγοντας μια απέριττη αφήγηση που φωτίζει την ψυχική ένδεια με ωμή ειλικρίνεια.

Κεντρικό φιλοσοφικό στίγμα της ταινίας αποτελεί η αναφορά στον ρομαντικό ποιητή John Keats: «Η ομορφιά είναι αλήθεια, η αλήθεια ομορφιά -αυτό είναι όλο που γνωρίζουμε στη γη, και όλο που πρέπει να ξέρουμε». Η φράση αποκτά κινηματογραφική υπόσταση, αποκαλύπτοντας ότι η ομορφιά, ακόμη και όταν συνοδεύεται από πόνο και ματαίωση, παραμένει ο δρόμος προς την αλήθεια. Το «τελευταίο σινεμά» της πόλης δεν είναι μόνο ένας χώρος προβολών · είναι το σύμβολο μιας συλλογικής ονειροπόλησης, της ανάγκης του ανθρώπου να βρει καταφύγιο σε κάτι που υπερβαίνει τη μίζερη πραγματικότητα.

Το «The Last Picture Show» δεν αποτελεί απλώς την καλλιτεχνική εκτόξευση του Bogdanovich, ούτε μόνο έναν σταθμό του Νέου Χόλιγουντ. Είναι ένα έργο που ενώνει το προσωπικό με το συλλογικό · από τη μία μια ιστορία ενηλικίωσης γεμάτη αγωνία, από την άλλη μια κριτική αποτύπωση της φθοράς μιας Αμερικής που χάνει την αθωότητά της. Η ταινία κατορθώνει να αγγίξει το πανανθρώπινο, καθώς δεν αποφεύγει τη σκληρή πραγματικότητα του τέλους, της απώλειας και της μοναξιάς, αλλά ταυτόχρονα βρίσκει μέσα σε αυτά την ομορφιά της ύπαρξης και την αλήθεια της ανθρώπινης εμπειρίας.

Χάρη στην αρτιότητα της γραφής και των ερμηνειών, το φιλμ εξακολουθεί να κατέχει περίοπτη θέση στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως φόρος τιμής στο παρελθόν και ως διαχρονική αναζήτηση νοήματος μέσα στις αντιφάσεις της ζωής.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *