Συντάκτης: Γιώργος Ξανθάκης

«Από τα δώδεκά μου χρόνια σημείωνα σε ένα τετράδιο όλες τις ταινίες που έβλεπα», δήλωσε το 1968 σε μια συνέντευξη ο François Truffaut, αποκαλύπτοντας τη βαθιά, παιδική του αγάπη για το σινεμά. Αυτή η φράση με συγκίνησε, καθώς έκανα κι εγώ κάτι παρόμοιο -έχω ακόμη αυτά τα τετράδια ως ανεκτίμητο ενθύμιο. Ίσως γι’ αυτό πάντοτε προτιμούσα τον ρομαντικό και τρυφερό Truffaut από τον ιδιοφυή αλλά μισάνθρωπο Godard.

Το «Ζυλ και Τζιμ» (1962), τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του τότε 29χρονου σκηνοθέτη, αναδεικνύεται ως ένα κορυφαίο έργο της Nouvelle Vague. Βασισμένο στο σχεδόν αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Henri-Pierre Roché, το φιλμ αποτελεί μια βαθιά και πολυδιάστατη εξερεύνηση των ανθρώπινων σχέσεων, της ελευθερίας και των ορίων της ευτυχίας.

Ο Ζυλ (Oskar Werner), Γερμανός στην καταγωγή, και ο Τζιμ (Henri Serre) συναντιούνται στο Παρίσι το 1912 και γίνονται αμέσως φίλοι. Τους ενώνει η αγάπη για τη λογοτεχνία, τα ντόμινο και… οι ερωτικές τους κατακτήσεις. Η εμφάνιση της Κατρίν (Jeanne Moreau) είναι καθοριστική. Πριν ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τούς χωρίσει, ο Ζυλ παντρεύεται την Κατρίν και μαζί μεγαλώνουν τη μικρή τους κόρη, Σαμπίν. Μετά τον πόλεμο, ο Τζιμ τούς επισκέπτεται στη Γερμανία και ζουν μαζί σε ένα είδος ερωτικής ελευθεριότητας, μακριά από τις αστικές κοινωνικές συμβάσεις.

Ο Truffaut, έχοντας εκφράσει τις απόψεις του για την κινηματογραφική προσαρμογή λογοτεχνικών έργων στο περίφημο άρθρο του «Μια ορισμένη τάση του γαλλικού κινηματογράφου», δεν προχώρησε σε δουλική αναπαραγωγή του κειμένου του Roché. Αντίθετα, μαζί με τον Jean Gruault, προχώρησαν σε τομές, αφαίρεσαν χαρακτήρες και ανέπτυξαν σκηνές που το πρωτότυπο απλώς υπαινισσόταν. Αυτή η δημιουργική αφομοίωση διατηρεί την ουσία του λογοτεχνικού κόσμου του Roché, ενώ ταυτόχρονα μεταμορφώνει το έργο σε ένα αυθεντικά κινηματογραφικό αφήγημα. Ο ίδιος ο Truffaut περιέγραψε το φιλμ ως «κινηματογραφημένο μυθιστόρημα», όπου η ποίηση των λέξεων συνυπάρχει αρμονικά με την κάμερα. Η χρήση του voice-over -με τη χαρακτηριστική φωνή του Michel Subor- επιτρέπει στον λόγο του Roché να αναπνέει οργανικά μέσα στην κινηματογραφική εικόνα. Σκηνές όπως ο νυχτερινός περίπατος, όπου ο Τζιμ εξιστορεί το παρελθόν του, αναδεικνύουν αυτή την επιτυχημένη συγχώνευση λογοτεχνικής πυκνότητας και κινηματογραφικής αφηγηματικότητας.

Παρά τη νεαρή ηλικία του Truffaut, το οπτικό ύφος της ταινίας είναι εντυπωσιακά ώριμο, χάρη και στη συνεργασία με τον σπουδαίο διευθυντή φωτογραφίας Raoul Coutard. Ο Coutard χρησιμοποιεί την ασπρόμαυρη φωτογραφία για να τονίσει τις αντιθέσεις και τις διαβαθμίσεις του συναισθηματικού τόνου, χωρίζοντας την ταινία σε τέσσερις «εποχές»: την άνοιξη της ανέμελης νιότης, το καλοκαίρι της τριάδας, το φθινόπωρο της μεταπολεμικής προσπάθειας αποκατάστασης και, τέλος, τον ψυχρό χειμώνα. Η κινητικότητα της κάμερας, τα travelling, τα πανοραμικά και τα freeze-frame αντανακλούν τη νευρική φύση της Κατρίν και τη φρενήρη joie-de-vivre της αρχής, ενώ σταδιακά ο τόνος γίνεται πιο μελαγχολικός, καθρεφτίζοντας τη φθορά και την απογοήτευση. Η ονειρική μουσική του Georges Delerue, ιδίως το λυρικό «Confession au clair de lune», ενισχύει αυτή τη συναισθηματική μετάβαση.

Η πεποίθηση ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να είναι ολοκληρωτικά ευτυχισμένοι στον έρωτα και πρέπει να αποδεχτούν τα όριά του ή να καταρρεύσουν, αποτελεί τον θεματικό άξονα του έργου του Truffaut και αποτυπώνεται οδυνηρά και στη δική του πολυκύμαντη προσωπική ζωή. «Η ζωή ήταν σαν παράξενες διακοπές. Ο χρόνος περνούσε. Η ευτυχία δεν περιγράφεται εύκολα · δεν έχει λόγια, αλλά καταναλώνεται και κανείς δεν το καταλαβαίνει». Η πρόκληση του Truffaut ήταν να αναπαραστήσει κάτι ευμετάβλητο, μια στιγμή που αντιστέκεται στο να αποτυπωθεί σε λέξεις και εικόνα. Ένα παγωμένο καρέ με το φευγαλέο χαμόγελο της Κατρίν στην παραλία είναι ένα υπέροχο ανάλογο της ρήσης του Γκαίτε: «Σταμάτα, στιγμή, είσαι όμορφη!». Ο Truffaut, ένας μόνιμα ανικανοποίητος της ζωής και του έρωτα, ένας οραματιστής, ρέπει προς τη ρομαντικοποίηση των πραγμάτων, γιατί, όπως υποστηρίζει και ο Ρεμπώ, «δεν υπάρχει αληθινή ζωή».

Περισσότερο από χαρακτήρας, η Κατρίν είναι μια κινηματογραφική ηρωίδα. Για τον Ζυλ είναι «βασίλισσα», για τον Τζιμ έμπνευση, για τον θεατή θύελλα. Τραγουδά, πηδά στον Σηκουάνα, κυκλοφορεί με ποδήλατο πάντα πρώτη. Είναι η απόλυτη femme-fatale, που αποδομεί τα ανδρικά στερεότυπα και παίζει με τα σύμβολα. Κρατά πούρο αντί για τσιγάρο, φορά ανδρικά ρούχα, παραπέμπει σε Γκαίτε, αλλά δίνει και χαστούκια -είναι ένα συνεχές ξέσπασμα ενέργειας και αμφισβήτησης.

Η Κατρίν είναι μαζί φωτιά και νερό. Επιλέγει νερό για θάνατο -την καύση αντί ταφής. Ο Τζιμ είναι ο νοσταλγικός, μοντέρνος παριζιάνος συγγραφέας που ταξιδεύει μετά τον πόλεμο, αναζητώντας τον 20ό αιώνα. Άνετος με τις μεταβάσεις των συναισθημάτων του, τρέχει στην Κατρίν όποτε τον καλεί. Τέλος, ο Ζυλ απολαμβάνει τη ζωή πλήρως. Βουδιστής από ευαισθησία, κατέχει την Κατρίν μέσω της κατανόησης και της υπομονής. Εντομολόγος, γράφει για τους έρωτες των εντόμων. Τίποτα δεν είναι πολύ μικρό για την προσοχή του. Η παραίτησή του και η νοσταλγία τον φέρνουν πιο κοντά στον αφηγητή, καθώς αναπολεί έναν καιρό γεμάτο ελευθερία και υποσχέσεις.

Η Κατρίν δεν είναι σε θέση να κάνει μια αποφασιστική επιλογή, εξίσου ανίκανη να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς τον Ζυλ και μακριά από τον Τζιμ. Τότε, την υπέρβαση και λύση στις βασανιστικές αντιφάσεις της ζωής θα δώσει ο θάνατος. Η σύντομη σεκάνς του φινάλε παρατείνεται τεχνητά, με το μοντάζ να τη θρυμματίζει σε δεκαπέντε σύντομα πλάνα, σε λίγα δευτερόλεπτα, ενώ η Κατρίν φωνάζει: «Ζυλ, κοίτα καλά!»

«Το αιώνιο θηλυκό μάς παρασύρει προς τα εμπρός». Αυτός ο τελευταίος στίχος από τον «Φάουστ» του Γκαίτε ερμηνεύεται ως ύμνος στη δύναμη της γυναικείας φύσης, στην πνευματική ανύψωση μέσω της θηλυκής ενέργειας, ταιριάζοντας απόλυτα στην Κατρίν της εκθαμβωτικής Jeanne Moreau. Ακόμη και σήμερα, 63 χρόνια μετά την πρώτη προβολή του, το «Ζυλ και Τζιμ» παραμένει φρέσκο, τολμηρό, συγκινητικό. Μια βαθιά ηθική παραβολή για την αποτυχία του έρωτα να καλύψει τις συναισθηματικές μας ανάγκες και για τη διαχρονική αντοχή της φιλίας. Μια λυρική ενατένιση της ύπαρξης, ένας κινηματογραφικός ύμνος στη μαγική τριάδα: ζωή, έρωτας, θάνατος.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

| μπείτε και στη σελίδα της ταινίας για περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ...

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *