Ο Ζιλ, ένας ντροπαλός συγγραφέας από την Αυστρία, και ο γάλλος φίλος του, Τζιμ, γνωρίζουν την Κατρίν, μια παρορμητική και απόλυτα ελεύθερη στο πνεύμα κοπέλα. Μοιραία, θα δημιουργηθεί ένα ερωτικό τρίγωνο, μποέμικο αλλά και τραγικό ταυτόχρονα, με φόντο την περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Σκηνοθεσία:

Francois Truffaut

Κύριοι Ρόλοι:

Jeanne Moreau … Catherine

Oskar Werner … Jules

Henri Serre … Jim

Vanna Urbino … Gilberte

Serge Rezvani … Albert

Marie Dubois … Therese

Sabine Haudepin … Sabine

Michel Subor … αφηγητής (φωνή)

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Francois Truffaut, Jean Gruault

Παραγωγή: Marcel Berbert, Francois Truffaut

Μουσική: Georges Delerue

Φωτογραφία: Raoul Coutard

Μοντάζ: Claudine Bouche

Σκηνικά: Fred Capel

Κοστούμια: Fred Capel

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Jules et Jim
  • Ελληνικός Τίτλος: Απολαύστε το Κορμί μου [αυθεντικός]
  • Διεθνής Τίτλος: Jules and Jim
  • Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Ζιλ και Τζιμ [επανέκδοσης]

Άμεσοι Σύνδεσμοι

  • Μια Παράξενη Ιστορία Έρωτα (1980)

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Jules et Jim του Henri-Pierre Roche.

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Bafta καλύτερης ταινίας από οποιαδήποτε προέλευση και ξένης ηθοποιού (Jeanne Moreau).

Παραλειπόμενα

  • Από τις πλέον κλασικές ταινίες της Νουβέλ Βαγκ, προέρχεται από ένα ημι-αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα που γράφτηκε το 1953. Ο Truffaut το ανακάλυψε λίγα χρόνια μετά, καθώς έψαχνε στα μεταχειρισμένα βιβλία, σε ένα μαγαζί δίπλα στον Σηκουάνα. Έπειτα, έγινε φίλος με τον ίδιο τον συγγραφέα, που ήταν πλέον σε προχωρημένη ηλικία, ο οποίος και ενέκρινε το ενδιαφέρον του νεαρού Truffaut να το διασκευάσει.
  • Το μπάτζετ ήταν τόσο μικρό, που ζητούσαν συχνά από τη Jeanne Moreau να τους δανείζει τη Ρολς Ρόις της για να μεταφέρεται το συνεργείο (αποτελούνταν από μόλις 15 άτομα). Η διάσημη σταρ είχε αναλάβει παράλληλα και ρόλο κέιτερινγκ για κάποια γυρίσματα. Το κυριότερο όμως έγινε όταν η παραγωγή ξέμεινε τελείως από χρήματα, όπου και μόνη της συνείσφερε όσα χρειάζονταν.
  • Η Moreau αναγκάστηκε η ίδια να πηδήξει στο ποτάμι, επειδή η σωσίας της ήταν πιωμένη. Αυτό καθήλωσε την ηθοποιό δύο μέρες στο κρεββάτι.
  • Ο Truffaut ένιωθε τόση αγωνία κατά τη νύχτα της πρεμιέρας, που προτίμησε να πάει και να δει μια ταινία των αδελφών Μαρξ.
  • Ο Paul Mazursky συνδύασε το ριμέικ με τον φόρο τιμής προς την ταινία, με το Μια Παράξενη Ιστορία Έρωτα (Willie & Phil) του 1980.
  • Αυτή ήταν η αγαπημένη ταινία του Stephen Hawking.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το αυθεντικό τραγούδι Le Tourbillon του Serge Rezvani έτυχε ιδιαίτερης απήχησης. Η ερμηνεία είναι της Jeanne Moreau.

Κριτικός: Σοφία Γουργουλιάνη

Έκδοση Κειμένου: 7/12/2010

Bρισκόμαστε στο 1962, όχι μόνο ο Truffaut, αλλά και εμείς οι ίδιοι μέσα από την ταινία του, και ο σκηνοθέτης μέσα από ένα σενάριο φαινομενικά απλό δημιουργεί ένα απόλυτο αριστούργημα, τον ύμνο του γαλλικού Νέου Κύματος, και εντέλει μια ταινία που επηρέασε και θα επηρεάζει δημιουργούς για πολλά ακόμη χρόνια.

Ο Truffaut δημιουργεί όχι έναν, αλλά τρεις μοναδικούς χαρακτήρες. Φυσικά, την παράσταση κλέβει η Cathrine, το παρανοϊκό θηλυκό, ο ορισμός του intellectual-sexy. Aυτή η γυναίκα που δεν είναι ούτε ξανθιά, ούτε πολύ αισθησιακή, αυτή όμως που ξέρει να σκέφτεται όσο ακριβώς χρειάζεται για να τρελαίνει κάθε άντρα και να τον κάνει να υπομένει στωικά τα καμώματα της. Δεν ξέρω πού ακριβώς ζει και δραστηριοποιείται το αρχέτυπο αυτό γυναίκας, αυτό που ξέρω όμως είναι πως σε αυτό έγκειται και ολόκληρη η γοητεία της γυναίκας που έπλασε το νέο κύμα. Είναι πλάσμα φανταστικό, που με κάποιο περίεργο τρόπο κατέχει θέση περίοπτη στη φαντασία του καθενός από μας, χωρίς όμως να μπορεί να τη βρει, ούτε καν να την πλάσει. Μια γυναίκα σαν αυτή αφήνει πίσω της πολλά θύματα, που είτε ηθελημένα είτε όχι βασανίζει μέχρι τελικής πτώσης. Και εδώ, τον ρόλο αυτό καλούνται να παίξουν δύο φίλοι, δύο άντρες ευφυείς, τόσο ώστε να συνομιλούν για τον έρωτα, να αναλύουν κάθε του πτυχή, αλλά όταν τον βρίσκουν να μην μπορούν να τον κρατήσουν. Και σε πείσμα όσων λένε πως εδώ ο Truffaut μοιάζει μισογύνης, κοιτάξτε ποιος είναι ο αδύναμος κρίκος στην αλυσίδα…

Ένα άλλο γεγονός το οποίο εντυπωσιάζει απόλυτα είναι η αφήγηση της ταινίας. Ο σκηνοθέτης ναι μεν βάζει έναν αφηγητή, αλλά δεν αναπτύσσει ορθολογικά την ταινία του με βάση τον χωροχρόνο, αλλά μονάχα με βάση συναισθήματα και καταστάσεις. Η αρχή, η μέση και το τέλος υπάρχουν ως έννοιες, αλλά δεν ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, με αποκορύφωμα το τέλος που δεν λύνει κανένα από τα προβλήματα της υπόθεσής μας, αντίθετα μοιάζει να δημιουργεί ακόμη περισσότερα. Επίσης, ο σκηνοθέτης μοιάζει να παίζει στα δάχτυλα τα κινηματογραφικά είδη, με αποτέλεσμα εκεί που μας αφηγείται μια κομεντί, να περνά στο νουάρ και από κει σε ένα καλοκουρδισμένο δράμα με μια μικρή πινελιά από θρίλερ.

Με λίγα λόγια έχουμε να κάνουμε με ένα αριστούργημα, που δε λέει να σταματήσει να εμπνέει αγνή αγάπη για τον κινηματογράφο σε όλους τους κινηματογραφόφιλους, και πάθος για δημιουργία στους εκάστοτε δημιουργούς.

Βαθμολογία:


Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου: 13/7/2025

«Από τα δώδεκά μου χρόνια σημείωνα σε ένα τετράδιο όλες τις ταινίες που έβλεπα», δήλωσε το 1968 σε μια συνέντευξη ο François Truffaut, αποκαλύπτοντας τη βαθιά, παιδική του αγάπη για το σινεμά. Αυτή η φράση με συγκίνησε, καθώς έκανα κι εγώ κάτι παρόμοιο -έχω ακόμη αυτά τα τετράδια ως ανεκτίμητο ενθύμιο. Ίσως γι’ αυτό πάντοτε προτιμούσα τον ρομαντικό και τρυφερό Truffaut από τον ιδιοφυή αλλά μισάνθρωπο Godard.

Το «Ζυλ και Τζιμ» (1962), τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του τότε 29χρονου σκηνοθέτη, αναδεικνύεται ως ένα κορυφαίο έργο της Nouvelle Vague. Βασισμένο στο σχεδόν αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Henri-Pierre Roché, το φιλμ αποτελεί μια βαθιά και πολυδιάστατη εξερεύνηση των ανθρώπινων σχέσεων, της ελευθερίας και των ορίων της ευτυχίας.

Ο Ζυλ (Oskar Werner), Γερμανός στην καταγωγή, και ο Τζιμ (Henri Serre) συναντιούνται στο Παρίσι το 1912 και γίνονται αμέσως φίλοι. Τους ενώνει η αγάπη για τη λογοτεχνία, τα ντόμινο και… οι ερωτικές τους κατακτήσεις. Η εμφάνιση της Κατρίν (Jeanne Moreau) είναι καθοριστική. Πριν ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τούς χωρίσει, ο Ζυλ παντρεύεται την Κατρίν και μαζί μεγαλώνουν τη μικρή τους κόρη, Σαμπίν. Μετά τον πόλεμο, ο Τζιμ τούς επισκέπτεται στη Γερμανία και ζουν μαζί σε ένα είδος ερωτικής ελευθεριότητας, μακριά από τις αστικές κοινωνικές συμβάσεις.

Ο Truffaut, έχοντας εκφράσει τις απόψεις του για την κινηματογραφική προσαρμογή λογοτεχνικών έργων στο περίφημο άρθρο του «Μια ορισμένη τάση του γαλλικού κινηματογράφου», δεν προχώρησε σε δουλική αναπαραγωγή του κειμένου του Roché. Αντίθετα, μαζί με τον Jean Gruault, προχώρησαν σε τομές, αφαίρεσαν χαρακτήρες και ανέπτυξαν σκηνές που το πρωτότυπο απλώς υπαινισσόταν. Αυτή η δημιουργική αφομοίωση διατηρεί την ουσία του λογοτεχνικού κόσμου του Roché, ενώ ταυτόχρονα μεταμορφώνει το έργο σε ένα αυθεντικά κινηματογραφικό αφήγημα. Ο ίδιος ο Truffaut περιέγραψε το φιλμ ως «κινηματογραφημένο μυθιστόρημα», όπου η ποίηση των λέξεων συνυπάρχει αρμονικά με την κάμερα. Η χρήση του voice-over -με τη χαρακτηριστική φωνή του Michel Subor- επιτρέπει στον λόγο του Roché να αναπνέει οργανικά μέσα στην κινηματογραφική εικόνα. Σκηνές όπως ο νυχτερινός περίπατος, όπου ο Τζιμ εξιστορεί το παρελθόν του, αναδεικνύουν αυτή την επιτυχημένη συγχώνευση λογοτεχνικής πυκνότητας και κινηματογραφικής αφηγηματικότητας.

Παρά τη νεαρή ηλικία του Truffaut, το οπτικό ύφος της ταινίας είναι εντυπωσιακά ώριμο, χάρη και στη συνεργασία με τον σπουδαίο διευθυντή φωτογραφίας Raoul Coutard. Ο Coutard χρησιμοποιεί την ασπρόμαυρη φωτογραφία για να τονίσει τις αντιθέσεις και τις διαβαθμίσεις του συναισθηματικού τόνου, χωρίζοντας την ταινία σε τέσσερις «εποχές»: την άνοιξη της ανέμελης νιότης, το καλοκαίρι της τριάδας, το φθινόπωρο της μεταπολεμικής προσπάθειας αποκατάστασης και, τέλος, τον ψυχρό χειμώνα. Η κινητικότητα της κάμερας, τα travelling, τα πανοραμικά και τα freeze-frame αντανακλούν τη νευρική φύση της Κατρίν και τη φρενήρη joie-de-vivre της αρχής, ενώ σταδιακά ο τόνος γίνεται πιο μελαγχολικός, καθρεφτίζοντας τη φθορά και την απογοήτευση. Η ονειρική μουσική του Georges Delerue, ιδίως το λυρικό «Confession au clair de lune», ενισχύει αυτή τη συναισθηματική μετάβαση.

Η πεποίθηση ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να είναι ολοκληρωτικά ευτυχισμένοι στον έρωτα και πρέπει να αποδεχτούν τα όριά του ή να καταρρεύσουν, αποτελεί τον θεματικό άξονα του έργου του Truffaut και αποτυπώνεται οδυνηρά και στη δική του πολυκύμαντη προσωπική ζωή. «Η ζωή ήταν σαν παράξενες διακοπές. Ο χρόνος περνούσε. Η ευτυχία δεν περιγράφεται εύκολα · δεν έχει λόγια, αλλά καταναλώνεται και κανείς δεν το καταλαβαίνει». Η πρόκληση του Truffaut ήταν να αναπαραστήσει κάτι ευμετάβλητο, μια στιγμή που αντιστέκεται στο να αποτυπωθεί σε λέξεις και εικόνα. Ένα παγωμένο καρέ με το φευγαλέο χαμόγελο της Κατρίν στην παραλία είναι ένα υπέροχο ανάλογο της ρήσης του Γκαίτε: «Σταμάτα, στιγμή, είσαι όμορφη!». Ο Truffaut, ένας μόνιμα ανικανοποίητος της ζωής και του έρωτα, ένας οραματιστής, ρέπει προς τη ρομαντικοποίηση των πραγμάτων, γιατί, όπως υποστηρίζει και ο Ρεμπώ, «δεν υπάρχει αληθινή ζωή».

Περισσότερο από χαρακτήρας, η Κατρίν είναι μια κινηματογραφική ηρωίδα. Για τον Ζυλ είναι «βασίλισσα», για τον Τζιμ έμπνευση, για τον θεατή θύελλα. Τραγουδά, πηδά στον Σηκουάνα, κυκλοφορεί με ποδήλατο πάντα πρώτη. Είναι η απόλυτη femme-fatale, που αποδομεί τα ανδρικά στερεότυπα και παίζει με τα σύμβολα. Κρατά πούρο αντί για τσιγάρο, φορά ανδρικά ρούχα, παραπέμπει σε Γκαίτε, αλλά δίνει και χαστούκια -είναι ένα συνεχές ξέσπασμα ενέργειας και αμφισβήτησης.

Η Κατρίν είναι μαζί φωτιά και νερό. Επιλέγει νερό για θάνατο -την καύση αντί ταφής. Ο Τζιμ είναι ο νοσταλγικός, μοντέρνος παριζιάνος συγγραφέας που ταξιδεύει μετά τον πόλεμο, αναζητώντας τον 20ό αιώνα. Άνετος με τις μεταβάσεις των συναισθημάτων του, τρέχει στην Κατρίν όποτε τον καλεί. Τέλος, ο Ζυλ απολαμβάνει τη ζωή πλήρως. Βουδιστής από ευαισθησία, κατέχει την Κατρίν μέσω της κατανόησης και της υπομονής. Εντομολόγος, γράφει για τους έρωτες των εντόμων. Τίποτα δεν είναι πολύ μικρό για την προσοχή του. Η παραίτησή του και η νοσταλγία τον φέρνουν πιο κοντά στον αφηγητή, καθώς αναπολεί έναν καιρό γεμάτο ελευθερία και υποσχέσεις.

Η Κατρίν δεν είναι σε θέση να κάνει μια αποφασιστική επιλογή, εξίσου ανίκανη να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς τον Ζυλ και μακριά από τον Τζιμ. Τότε, την υπέρβαση και λύση στις βασανιστικές αντιφάσεις της ζωής θα δώσει ο θάνατος. Η σύντομη σεκάνς του φινάλε παρατείνεται τεχνητά, με το μοντάζ να τη θρυμματίζει σε δεκαπέντε σύντομα πλάνα, σε λίγα δευτερόλεπτα, ενώ η Κατρίν φωνάζει: «Ζυλ, κοίτα καλά!»

«Το αιώνιο θηλυκό μάς παρασύρει προς τα εμπρός». Αυτός ο τελευταίος στίχος από τον «Φάουστ» του Γκαίτε ερμηνεύεται ως ύμνος στη δύναμη της γυναικείας φύσης, στην πνευματική ανύψωση μέσω της θηλυκής ενέργειας, ταιριάζοντας απόλυτα στην Κατρίν της εκθαμβωτικής Jeanne Moreau. Ακόμη και σήμερα, 63 χρόνια μετά την πρώτη προβολή του, το «Ζυλ και Τζιμ» παραμένει φρέσκο, τολμηρό, συγκινητικό. Μια βαθιά ηθική παραβολή για την αποτυχία του έρωτα να καλύψει τις συναισθηματικές μας ανάγκες και για τη διαχρονική αντοχή της φιλίας. Μια λυρική ενατένιση της ύπαρξης, ένας κινηματογραφικός ύμνος στη μαγική τριάδα: ζωή, έρωτας, θάνατος.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *